|
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι
το μήνυμα που εκπέμπεται
είναι πως η αμερικανική
κυβέρνηση εμφανίζεται
ολοένα και πιο ευαίσθητη
στην άνοδο των
μακροπρόθεσμων επιτοκίων
και είναι διατεθειμένη
να παρέμβει στις αγορές
όταν οι αποδόσεις
φτάνουν σε επίπεδα που
θεωρεί προβληματικά.
«Η ανακοίνωση προσέφερε
άμεση ανακούφιση στο
κόστος δανεισμού»,
ανέφεραν αναλυτές της
J.P.
Morgan
σε σημείωμά τους προς
πελάτες.
Ωστόσο, όπως
προειδοποίησαν, όπως
συνέβη και με τις
πρόσφατες παρεμβάσεις
της Ιαπωνίας, οι
κινήσεις του
αμερικανικού Δημοσίου
δεν αντιμετωπίζουν τις
βαθύτερες διαρθρωτικές
προκλήσεις της αγοράς.
Οι αποδόσεις αυξάνονται
λόγω των μη
βιώσιμων δημοσιονομικών
ελλειμμάτων και
της ενίσχυσης των
προσδοκιών για τον
πληθωρισμό. Ως εκ
τούτου, η πιο σημαντική
και μακροπρόθεσμη
συνέπεια της παρέμβασης
μπορεί να είναι η αύξηση
των risk
premia,
καθώς το υπουργείο
Οικονομικών
απομακρύνεται από την
παραδοσιακή αρχή της
«τακτικής και
προβλέψιμης» παρουσίας
του στην αγορά.
Η απόδοση του
30ετούς αμερικανικού
ομολόγου
υποχώρησε κατά περίπου 9
μονάδες βάσης στο 5,19%
κατά τη διάρκεια της
νύχτας και παρέμεινε
κοντά σε αυτά τα επίπεδα
στις ασιατικές
συναλλαγές της Πέμπτης.
Παράλληλα, οι αποδόσεις
των μακροπρόθεσμων
ιαπωνικών κρατικών
ομολόγων υποχώρησαν
σημαντικά, ενόψει της
ιδιαίτερα κρίσιμης
δημοπρασίας 20ετών
τίτλων της χώρας.
Μικρότερες ήταν οι
αντίστοιχες κινήσεις
στην αγορά ομολόγων της
Αυστραλίας και της
Νότιας Κορέας, ενώ
ανοδικά κινήθηκαν και τα
futures
των γερμανικών
Bunds
και των γαλλικών
ομολόγων.
Το αμερικανικό υπουργείο
Οικονομικών υποστήριξε
ότι η αύξηση του
μεγέθους των επαναγορών
αποσκοπεί στην ενίσχυση
της ρευστότητας
της αγοράς.
«Αυτό που κάνει η κίνηση
είναι να ανακουφίζει τις
βραχυπρόθεσμες πιέσεις
στο μακροπρόθεσμο τμήμα
της καμπύλης», δήλωσε ο
Peter
Cardillo,
επικεφαλής οικονομολόγος
αγοράς της
Spartan
Capital
Securities.
Παγκόσμιο sell-off
στα ομόλογα
Παρά την προσωρινή
ανακούφιση, οι βασικές
αιτίες της παγκόσμιας
αναταραχής στην αγορά
ομολόγων παραμένουν.
Το κόστος μακροπρόθεσμου
δανεισμού έχει φτάσει σε
υψηλά πολλών δεκαετιών,
καθώς οι κυβερνήσεις
αυξάνουν την έκδοση
χρέους για να
χρηματοδοτήσουν τις
αυξανόμενες δαπάνες για
κοινωνική πολιτική και
άμυνα.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία για τις
οικονομίες, καθώς οι
υψηλότερες
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
αυξάνουν το κόστος
εξυπηρέτησης του
δημόσιου χρέους και
παράλληλα λειτουργούν ως
σημείο αναφοράς για την
τιμολόγηση μιας σειράς
άλλων περιουσιακών
στοιχείων, από τα
εταιρικά ομόλογα και τις
μετοχές έως τα ακίνητα.
Στη Γερμανία, οι
αποδόσεις των
10ετών και 30ετών
ομολόγων είχαν
φτάσει την Τετάρτη σε
υψηλά 15 ετών, προτού
υποχωρήσουν μετά την
ανακοίνωση του
αμερικανικού
Treasury.
Το γερμανικό υπουργείο
Οικονομικών ανέφερε στη
Reuters
ότι η ρωσική
επιθετικότητα αυξάνει
τις ανάγκες
χρηματοδότησης της
χώρας, καθώς απαιτούνται
τεράστιες επενδύσεις
στον τομέα της άμυνας.
Αντίστοιχα, η άνοδος των
ιαπωνικών αποδόσεων έχει
οδηγήσει το κόστος
δανεισμού της χώρας σε
υψηλά τριών δεκαετιών,
επιβαρύνοντας τα δημόσια
οικονομικά και το κόστος
χρηματοδότησης ενός
ιδιαίτερα φιλόδοξου
προγράμματος
δημοσιονομικών δαπανών
με στόχο την ανάπτυξη.
Στις ΗΠΑ, το συνολικό
δημόσιο χρέος έχει πλέον
ξεπεράσει τα 40
τρισ. δολάρια,
έχοντας υπερδιπλασιαστεί
από το 2017, όταν ο
Donald
Trump
ανέλαβε για πρώτη φορά
την προεδρία. Η αύξηση
συνδέεται με το υψηλό
κόστος των μέτρων
αντιμετώπισης της
πανδημίας, αλλά και με
τη χρόνια ανισορροπία
μεταξύ φορολογικών
εσόδων και κρατικών
δαπανών.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι
αυτές οι διαρθρωτικές
ανισορροπίες θα
συνεχίσουν να
επιβαρύνουν την αγορά
ομολόγων και να ασκούν
ανοδικές πιέσεις στις
μακροπρόθεσμες
αποδόσεις.
«Αυτό που θεωρώ
ανησυχητικό είναι ότι
δεν θα περιέγραφα την
άνοδο των αποδόσεων των
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων ως αποτέλεσμα ή
συνέπεια παράλογων
συνθηκών στην αγορά»,
δήλωσε ο Eric
Robertsen,
επικεφαλής παγκόσμιας
έρευνας και επικεφαλής
στρατηγικής της
Standard
Chartered.
Όπως πρόσθεσε, το
συμπέρασμα είναι ότι οι
αποδόσεις έφτασαν σε
επίπεδα που η
αμερικανική κυβέρνηση
δεν επιθυμεί. Αυτό,
σύμφωνα με τον ίδιο,
υποδηλώνει μεγαλύτερη
προθυμία της κυβέρνησης
να επιχειρήσει να
ελέγξει ή να παρέμβει
στις δυνάμεις προσφοράς
και ζήτησης που
διαμορφώνουν φυσιολογικά
τις αποδόσεις στην
αγορά.
|