|
Το όριο χρέους και ο
κίνδυνος αθέτησης
πληρωμών
Με βάση τις υφιστάμενες
εκτιμήσεις, η
αμερικανική κυβέρνηση
δεν αναμένεται να
εξαντλήσει τα διαθέσιμα
περιθώρια δανεισμού πριν
από τα τέλη του επόμενου
έτους. Ωστόσο, οι
Δημοκρατικοί θα
μπορούσαν να
αξιοποιήσουν την
αποκαλούμενη «ημερομηνία
Χ», δηλαδή το χρονικό
σημείο κατά το οποίο το
υπουργείο Οικονομικών
δεν θα μπορεί πλέον να
καλύπτει τις υποχρεώσεις
του χωρίς αύξηση ή
αναστολή του ορίου
χρέους, ως μοχλό πίεσης
στις διαπραγματεύσεις με
τους Ρεπουμπλικάνους.
Η αποτυχία επίτευξης
συμφωνίας θα έθετε σε
κίνδυνο την ικανότητα
του αμερικανικού
Δημοσίου να εξυπηρετεί
κανονικά τις οικονομικές
του υποχρεώσεις,
δημιουργώντας τον
κίνδυνο αθέτησης
πληρωμών.
Ο Michael
Reynolds,
αντιπρόεδρος επενδυτικής
στρατηγικής στην
Glenmede,
εκτιμά ότι οι
Δημοκρατικοί θα
διαθέτουν σημαντικά
διαπραγματευτικά
πλεονεκτήματα στο
συγκεκριμένο ζήτημα.
Παράλληλα, θεωρεί ότι
ένα πραγματικό σενάριο
αθέτησης πληρωμών
παραμένει εξαιρετικά
απίθανο. Προειδοποιεί,
ωστόσο, ότι όσο
παρατείνεται η πολιτική
αντιπαράθεση και
ενισχύεται η τακτική της
πίεσης μέσω του ορίου
χρέους, τόσο μεγαλύτερη
θα γίνεται η ανησυχία
των αγορών.
Η κρίσιμη προθεσμία της
11ης Δεκεμβρίου
Πριν ακόμη ανοίξει το
μέτωπο του ανώτατου
ορίου χρέους, η προσοχή
στρέφεται στην 11η
Δεκεμβρίου, ημερομηνία
μέχρι την οποία το
Κογκρέσο πρέπει να έχει
συμφωνήσει για τη
χρηματοδότηση της
ομοσπονδιακής
κυβέρνησης.
Οι Ρεπουμπλικάνοι θα
μπορούσαν να
επιχειρήσουν να
αξιοποιήσουν αυτή την
προθεσμία για να
προωθήσουν αύξηση του
ορίου δανεισμού πριν από
την ανάληψη των
καθηκόντων του νέου
Κογκρέσου, το οποίο θα
ελέγχεται από τους
Δημοκρατικούς στις αρχές
Ιανουαρίου. Ωστόσο,
αναλυτές εκφράζουν
αμφιβολίες για το κατά
πόσο ένα τέτοιο
ενδεχόμενο είναι πλέον
εφικτό, δεδομένης της
έκτασης της εκλογικής
επικράτησης των
Δημοκρατικών.
Ο Dustin
Reid,
επικεφαλής στρατηγικής
σταθερού εισοδήματος της
Mackenzie
Financial,
εκτιμά ότι η κυβέρνηση
θα προτιμούσε να έχει
επιλύσει το ζήτημα πριν
από την αλλαγή της
σύνθεσης της Βουλής,
αλλά θεωρεί δύσκολη μια
τέτοια εξέλιξη υπό τις
νέες πολιτικές συνθήκες.
Ο κίνδυνος παρατεταμένης
αντιπαράθεσης το 2027
Εάν δεν υπάρξει συμφωνία
για το όριο χρέους μέχρι
το τέλος του έτους, οι
αγορές ενδέχεται να
βρεθούν αντιμέτωπες με
μια παρατεταμένη περίοδο
αβεβαιότητας μέσα στο
2027.
Σε σχετικό σημείωμά του,
ο Vail
Hartman,
στρατηγικός αναλυτής
επιτοκίων των ΗΠΑ στην
BMO,
προειδοποιεί ότι μια
μακρά αντιπαράθεση θα
μπορούσε να αυξήσει τον
κίνδυνο νέας υποβάθμισης
της πιστοληπτικής
αξιολόγησης του
αμερικανικού δημόσιου
χρέους, αλλά και να
προκαλέσει στρεβλώσεις
στις τιμές των κρατικών
τίτλων όσο πλησιάζει η
εκτιμώμενη ημερομηνία Χ.
Παράλληλα, θα μπορούσε
να ενισχυθεί η
μεταβλητότητα τόσο στην
αγορά ομολόγων όσο και
στις συναλλαγές
repos,
ιδιαίτερα εάν το
υπουργείο Οικονομικών
αναγκαστεί να
αξιοποιήσει τα διαθέσιμα
κεφάλαια του Γενικού
Λογαριασμού του για να
καλύψει τις υποχρεώσεις
του μέσω έκτακτων
μέτρων.
Από την πλευρά της, η
UBS
εκτιμά ότι οι
Δημοκρατικοί θα
μπορούσαν να συνδέσουν
τη συμφωνία για το όριο
χρέους με αλλαγές σε
συγκεκριμένες
δημοσιονομικές και
κοινωνικές πολιτικές.
Μεταξύ των πιθανών
διεκδικήσεών τους
περιλαμβάνονται
παρεμβάσεις στο
πρόγραμμα
Medicaid,
στα κίνητρα για τη
στέγαση και σε άλλες
εγχώριες προτεραιότητες.
Μια τέτοια συμφωνία θα
μπορούσε να έχει θετική
επίδραση στην οικονομική
δραστηριότητα, αλλά
ταυτόχρονα να οδηγήσει
σε υψηλότερα ελλείμματα
από εκείνα που προβλέπει
το βασικό σενάριο του μη
κομματικού Γραφείου
Προϋπολογισμού του
Κογκρέσου.
Περιορισμένα περιθώρια
για νέες δημοσιονομικές
παρεμβάσεις
Το νέο πολιτικό σκηνικό
ενδέχεται, πάντως, να
δυσκολέψει την προώθηση
σημαντικών
δημοσιονομικών
πρωτοβουλιών. Ο διχασμός
της εξουσίας μπορεί να
περιορίσει τις
δυνατότητες συμφωνίας
για νέες δαπάνες,
ιδιαίτερα όταν αυτές δεν
διαθέτουν διακομματική
υποστήριξη.
Ορισμένοι αναλυτές
εκτιμούν ότι οι
Δημοκρατικοί θα
μπορούσαν να εμποδίσουν
την υλοποίηση σχεδίων
για πρόσθετες δαπάνες ή
νέες φορολογικές
μειώσεις που επιδιώκει ο
Donald
Trump.
Σύμφωνα με στρατηγικό
αναλυτή της
Potomac
Fund
Management,
η κατανομή της εξουσίας
μεταξύ των δύο κομμάτων
θα δυσχεράνει την
έγκριση σημαντικών
δημοσιονομικών
νομοθετημάτων.
Η Moody’s,
πάντως, δεν αναμένει
ουσιαστική μεταβολή στη
συνολική δημοσιονομική
πορεία των ΗΠΑ εξαιτίας
του εκλογικού
αποτελέσματος. Όπως
επισημαίνει σε έκθεσή
της, οι βασικοί
παράγοντες που
τροφοδοτούν τη διόγκωση
του δημόσιου χρέους
παραμένουν ενεργοί. Σε
αυτούς περιλαμβάνονται
οι υποχρεωτικές κρατικές
δαπάνες, οι δημογραφικές
πιέσεις και η αυξανόμενη
επιβάρυνση από την
εξυπηρέτηση των τόκων.
Ανάλογη είναι η εκτίμηση
του BlackRock
Investment
Institute,
το οποίο θεωρεί ότι το
πολιτικό αδιέξοδο
δύσκολα θα ανατρέψει τη
μακροπρόθεσμη
δημοσιονομική τάση.
Επισημαίνει, ωστόσο, ότι
η διαίρεση της εξουσίας
αυξάνει τον κίνδυνο
εμπλοκών στις
διαπραγματεύσεις για τη
χρηματοδότηση του
κράτους και, κατ'
επέκταση, νέων αναστολών
λειτουργίας της
ομοσπονδιακής
κυβέρνησης.
Το βασικό ζήτημα για τις
αγορές, επομένως, δεν
είναι μόνο εάν θα
επιτευχθεί τελικά
συμφωνία για το ανώτατο
όριο χρέους, αλλά και
πόσο θα διαρκέσει η
πολιτική αντιπαράθεση
μέχρι να υπάρξει λύση.
Ακόμη και χωρίς να
υλοποιηθεί το ακραίο
σενάριο της αθέτησης
πληρωμών, μια
παρατεταμένη κρίση
διαπραγματεύσεων θα
μπορούσε να ενισχύσει
την αβεβαιότητα γύρω από
τα αμερικανικά ομόλογα
και να επιβαρύνει τη
μεταβλητότητα στις
αγορές.
|