|
Το
βασικό πρόβλημα: οι
δαπάνες είναι πολύ
μεγαλύτερες από τα έσοδα
Τα στοιχεία του
γραφήματος αποτυπώνουν
μια θεμελιώδη
πραγματικότητα της
αμερικανικής
δημοσιονομικής
πολιτικής.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση
έχει δύο βασικές πλευρές
στον προϋπολογισμό:
Έσοδα (Receipts):
4,845 τρισ. δολάρια
και
Δαπάνες (Outlays):
6,811 τρισ. δολάρια.
Όταν οι δαπάνες
υπερβαίνουν τα έσοδα,
δημιουργείται
δημοσιονομικό έλλειμμα.
Στην προκειμένη
περίπτωση:
6,811 − 4,845 = 1,966
τρισ. δολάρια.
Το μέγεθος είναι δύσκολο
να γίνει αντιληπτό.
Πρόκειται για σχεδόν
2.000
δισεκατομμύρια δολάρια
μέσα σε λιγότερο από ένα
πλήρες δημοσιονομικό
έτος.
Και το σημαντικότερο: το
ποσό αυτό δεν
αντιπροσωπεύει το σύνολο
του αμερικανικού
δημόσιου χρέους.
Αντιπροσωπεύει
το έλλειμμα της
συγκεκριμένης περιόδου,
δηλαδή το ποσό που
χρειάζεται να καλυφθεί
μέσω δανεισμού και άλλων
χρηματοδοτικών
μηχανισμών.
Από
πού προέρχονται τα
έσοδα;
Η μεγαλύτερη πηγή εσόδων
της αμερικανικής
κυβέρνησης είναι οι
φόροι
εισοδήματος φυσικών
προσώπων.
Σύμφωνα με το γράφημα,
κατά τους πρώτους 11
μήνες του FY2026:
Φόροι εισοδήματος
φυσικών προσώπων
2,548 τρισ. δολάρια
Πρόκειται μακράν για τη
μεγαλύτερη πηγή
ομοσπονδιακών εσόδων.
Ακολουθούν οι:
Φόροι κοινωνικής
ασφάλισης και
συνταξιοδοτικών
προγραμμάτων
1,663 τρισ. δολάρια
Οι εισφορές και οι
σχετικοί φόροι αποτελούν
έναν δεύτερο τεράστιο
πυλώνα χρηματοδότησης
του ομοσπονδιακού
κράτους.
Στη
συνέχεια βρίσκονται:
Φόροι
εισοδήματος
επιχειρήσεων:
295 δισ. δολάρια
Δασμοί:
167 δισ. δολάρια
Ειδικοί φόροι
κατανάλωσης: 93
δισ. δολάρια
Διάφορα έσοδα:
43 δισ. δολάρια
Φόροι κληρονομιών και
δωρεών:
36 δισ. δολάρια
Το ενδιαφέρον στοιχείο
είναι ότι, παρά τη
μεγάλη συζήτηση γύρω από
τους δασμούς, οι δασμοί
παραμένουν πολύ
μικρότερη πηγή εσόδων σε
σχέση με τη φορολογία
εισοδήματος και τις
εισφορές κοινωνικής
ασφάλισης.
Οι
Αμερικανοί πληρώνουν,
αλλά το κράτος ξοδεύει
ακόμη περισσότερα
Εδώ βρίσκεται η ουσία
του προβλήματος.
Τα 4,845 τρισ.
δολάρια εσόδων
δεν είναι ένα μικρό
ποσό. Αντιθέτως, είναι
αστρονομικό.
Το πρόβλημα είναι ότι οι
ομοσπονδιακές δαπάνες
είναι ακόμη μεγαλύτερες.
Οι ΗΠΑ δεν
αντιμετωπίζουν επομένως
ένα πρόβλημα
αποκλειστικά στην πλευρά
των εσόδων. Το βασικό
ζήτημα είναι η
διαφορά μεταξύ των
εσόδων και των
υποχρεώσεων που έχει
αναλάβει το ομοσπονδιακό
κράτος.
Και μεγάλο μέρος των
δαπανών κατευθύνεται σε
προγράμματα που είναι
δύσκολο να περικοπούν
πολιτικά χωρίς
σημαντικές κοινωνικές
και οικονομικές
συνέπειες.
Πού
πηγαίνουν τα 6,8 τρισ.
δολάρια;
Η εικόνα των δαπανών
είναι εξίσου
ενδιαφέρουσα.
Στην κορυφή βρίσκονται
οι μεγάλες υποχρεώσεις
του αμερικανικού
κράτους.
Κοινωνική Ασφάλιση —
1,526 τρισ. δολάρια
Η Social
Security
αποτελεί τη μεγαλύτερη
μεμονωμένη κατηγορία
δαπανών στο γράφημα.
Πρόκειται για τις
συνταξιοδοτικές και
άλλες παροχές κοινωνικής
ασφάλισης προς τους
δικαιούχους.
Το μέγεθος αυτό εξηγεί
γιατί η δημοσιονομική
συζήτηση στις ΗΠΑ δεν
μπορεί να περιοριστεί
απλώς σε «σπατάλη» ή
περικοπές διακριτικών
δαπανών.
Υπάρχουν τεράστιες,
θεσμοθετημένες
υποχρεώσεις απέναντι σε
εκατομμύρια πολίτες.
Καθαροί τόκοι του χρέους
— 1,017 τρισ. δολάρια
Ίσως όμως το πιο
ανησυχητικό στοιχείο
είναι άλλο:
πάνω από 1 τρισ. δολάρια
κατευθύνονται μόνο στην
πληρωμή καθαρών τόκων
του δημόσιου χρέους.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Οι τόκοι δεν αγοράζουν
νέα σχολεία, δρόμους ή
αμυντικό εξοπλισμό. Δεν
αποτελούν νέα κοινωνική
παροχή. Είναι το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους
που έχει συσσωρευτεί στο
παρελθόν.
Και δημιουργείται ένας
φαύλος κύκλος:
μεγάλα ελλείμματα →
περισσότερο χρέος →
περισσότεροι τόκοι →
μεγαλύτερες μελλοντικές
δαπάνες → μεγαλύτερα
ελλείμματα.
Όσο μεγαλύτερο γίνεται
το χρέος, τόσο
μεγαλύτερη μπορεί να
γίνει η δημοσιονομική
επιβάρυνση από τους
τόκους, ιδιαίτερα όταν
τα επιτόκια είναι
υψηλότερα.
Medicare και υγεία: ένας
ακόμη τεράστιος
λογαριασμός
Σημαντικό μέρος των
ομοσπονδιακών δαπανών
κατευθύνεται επίσης στην
υγειονομική περίθαλψη.
Το
γράφημα καταγράφει:
Medicare:
979 δισ. δολάρια
Health:
926 δισ. δολάρια
Μόνο αυτές οι δύο
κατηγορίες αντιστοιχούν
συνολικά σε περίπου
1,9 τρισ.
δολάρια.
Αυτό αναδεικνύει έναν
από τους μεγαλύτερους
μακροπρόθεσμους
δημοσιονομικούς
πονοκεφάλους των ΗΠΑ: το
κόστος των προγραμμάτων
υγείας και κοινωνικής
προστασίας σε μια
κοινωνία όπου ο
πληθυσμός γηράσκει και
το κόστος της
υγειονομικής περίθαλψης
παραμένει υψηλό.
Και
η άμυνα;
Οι αμυντικές δαπάνες
ανέρχονται, σύμφωνα με
το γράφημα, σε:
876
δισ. δολάρια
Πρόκειται για ένα
τεράστιο ποσό και
επιβεβαιώνει τον ρόλο
των ΗΠΑ ως της χώρας με
μία από τις μεγαλύτερες
— αν όχι τη μεγαλύτερη —
στρατιωτικές δαπάνες
στον κόσμο.
Ωστόσο, υπάρχει μια
ενδιαφέρουσα
δημοσιονομική
παρατήρηση:
η άμυνα δεν είναι η
μεγαλύτερη κατηγορία
δαπανών.
Η Social
Security,
οι καθαροί τόκοι, το
Medicare
και οι δαπάνες υγείας
απορροφούν συνολικά πολύ
περισσότερους πόρους.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία
στη συζήτηση για το πώς
μπορεί να μειωθεί το
αμερικανικό έλλειμμα.
Οι
υπόλοιπες μεγάλες
κατηγορίες
Το γράφημα καταγράφει
επίσης:
Income Security:
645 δισ. δολάρια
Veterans
Benefits & Services:
396 δισ. δολάρια
Other:
220 δισ. δολάρια
Transportation:
126 δισ. δολάρια
Administration
of Justice: 99
δισ. δολάρια
Επομένως, οι δαπάνες δεν
προέρχονται από έναν
μόνο τομέα.
Αντίθετα, το αμερικανικό
κράτος έχει δημιουργήσει
ένα τεράστιο πλέγμα
συνταξιοδοτικών,
υγειονομικών,
κοινωνικών, αμυντικών
και άλλων υποχρεώσεων.
Το
πραγματικό ερώτημα: πώς
κλείνει μια τρύπα σχεδόν
2 τρισ.;
Εδώ αρχίζει η δύσκολη
πολιτική συζήτηση.
Υπάρχουν θεωρητικά τρεις
βασικοί τρόποι για να
μειωθεί ένα
δημοσιονομικό έλλειμμα:
1.
Αύξηση εσόδων
Η κυβέρνηση μπορεί να
αυξήσει τους φόρους ή να
διευρύνει τη φορολογική
βάση.
Αυτό όμως έχει πολιτικό
κόστος και μπορεί να
επηρεάσει την
κατανάλωση, τις
επενδύσεις και την
οικονομική
δραστηριότητα, ανάλογα
με το ποιοι φόροι
αυξάνονται.
2.
Μείωση δαπανών
Η δεύτερη επιλογή είναι
οι περικοπές.
Αλλά εδώ εμφανίζεται το
μεγάλο πρόβλημα: μεγάλο
μέρος του προϋπολογισμού
αφορά συντάξεις, υγεία,
κοινωνικές παροχές,
άμυνα και τόκους.
Δεν είναι εύκολο να
περικοπούν δραστικά
αυτές οι κατηγορίες
χωρίς να υπάρξουν
σημαντικές συνέπειες.
3.
Ταχύτερη οικονομική
ανάπτυξη
Μια ταχύτερα
αναπτυσσόμενη οικονομία
μπορεί να αυξήσει τα
φορολογικά έσοδα χωρίς
αντίστοιχη αύξηση των
φορολογικών συντελεστών.
Αυτό μπορεί να βοηθήσει
σημαντικά, αλλά από μόνο
του δεν αποτελεί μαγική
λύση όταν η διαφορά
μεταξύ εσόδων και
δαπανών είναι τόσο
μεγάλη.
Το
μεγαλύτερο πρόβλημα δεν
είναι ένας κακός μήνας
Αυτό είναι ίσως το
σημαντικότερο
συμπέρασμα.
Ένα δημοσιονομικό
έλλειμμα δεν είναι από
μόνο του καταστροφή. Οι
κυβερνήσεις μπορούν να
δανείζονται για να
χρηματοδοτούν
επενδύσεις, να
αντιμετωπίζουν κρίσεις ή
να στηρίζουν την
οικονομία σε περιόδους
ύφεσης.
Το πρόβλημα εμφανίζεται
όταν τα μεγάλα
ελλείμματα γίνονται
μόνιμη κατάσταση.
Εάν μια κυβέρνηση
δανείζεται συστηματικά
για να καλύπτει όχι μόνο
έκτακτες ανάγκες αλλά
και τις τρέχουσες,
επαναλαμβανόμενες
δαπάνες της, τότε το
χρέος αυξάνεται διαρκώς.
Και όσο αυξάνεται το
χρέος, τόσο μεγαλύτερη
γίνεται η σημασία των
επιτοκίων.
Ακριβώς γι' αυτό το
1,017 τρισ.
δολάρια καθαρών τόκων
στο γράφημα είναι ίσως
πιο σημαντικό από όσο
φαίνεται με την πρώτη
ματιά.
Γιατί οι ΗΠΑ μπορούν να
δανείζονται τόσο πολύ;
Εδώ βρίσκεται μία
σημαντική διαφορά μεταξύ
των ΗΠΑ και ενός
συνηθισμένου
νοικοκυριού.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες
εκδίδουν χρέος στο δικό
τους νόμισμα, το
δολάριο, το
οποίο αποτελεί το
κυρίαρχο διεθνές
αποθεματικό νόμισμα και
χρησιμοποιείται ευρύτατα
στις διεθνείς συναλλαγές
και στις
χρηματοπιστωτικές
αγορές.
Αυτό προσφέρει στις ΗΠΑ
σημαντική δημοσιονομική
ευελιξία.
Δεν σημαίνει όμως ότι ο
δανεισμός είναι δωρεάν ή
απεριόριστος.
Το κόστος του χρέους
παραμένει πραγματικό.
Και όσο αυξάνεται το
χρέος, τόσο περισσότεροι
κρατικοί πόροι μπορεί να
κατευθύνονται στην
εξυπηρέτησή του αντί σε
άλλες προτεραιότητες.
Το
«μην το δοκιμάσετε στο
σπίτι» έχει λοιπόν μια
δόση αλήθειας
Αν ένα νοικοκυριό
εισπράττει 4.845 ευρώ
και ξοδεύει 6.811 ευρώ,
η κατάσταση είναι
προφανής:
λείπουν 1.966 ευρώ.
Κάποιος πρέπει να τα
δανείσει.
Το κράτος, βέβαια, δεν
λειτουργεί ακριβώς όπως
ένα νοικοκυριό. Έχει
φορολογική εξουσία,
μπορεί να εκδίδει
ομόλογα, διαθέτει πολύ
μεγαλύτερο χρονικό
ορίζοντα και —στην
περίπτωση των ΗΠΑ—
εκδίδει το νόμισμα στο
οποίο εκφράζεται το
χρέος του.
Όμως η βασική αριθμητική
δεν αλλάζει:
όταν οι δαπάνες
υπερβαίνουν επί χρόνια
τα έσοδα, το χρέος
αυξάνεται.
Το
εντυπωσιακότερο στοιχείο
είναι η κλίμακα
Αν θέλει κανείς να
κρατήσει μόνο έναν
αριθμό από το γράφημα,
αυτός είναι τα
1,966 τρισ. δολάρια.
Δεν πρόκειται απλώς για
έναν μεγάλο αριθμό.
Είναι η διαφορά ανάμεσα
σε αυτά που εισέπραξε
και σε αυτά που ξόδεψε η
ομοσπονδιακή κυβέρνηση
μέσα σε μόλις 11
μήνες.
Και πίσω από αυτόν τον
αριθμό βρίσκεται μια
πολύ μεγαλύτερη
συζήτηση:
Πόσο μεγάλο πρέπει να
είναι το αμερικανικό
κράτος;
Πόσο πρέπει να
φορολογεί;
Πόσα πρέπει να δαπανά
για άμυνα, υγεία και
κοινωνική ασφάλιση;
Πόσο χρέος μπορεί να
συσσωρεύει χωρίς να
δημιουργούνται σοβαρές
μακροοικονομικές
συνέπειες;
Και, κυρίως:
ποιος θα πληρώσει τον
λογαριασμό στο μέλλον;
Τα στοιχεία των πρώτων
11 μηνών του
δημοσιονομικού έτους
2026 παρουσιάζουν μια
εικόνα που δύσκολα
μπορεί να αγνοηθεί.
Η αμερικανική κυβέρνηση
εισέπραξε περίπου
4,8 τρισ.
δολάρια, αλλά
δαπάνησε 6,8
τρισ. Η διαφορά
—σχεδόν 2 τρισ.
δολάρια—
προστέθηκε στο
δημοσιονομικό βάρος που
πρέπει να
χρηματοδοτηθεί.
Και το πιο ανησυχητικό
δεν είναι απλώς το
μέγεθος του ελλείμματος.
Είναι η σύνθεση των
δαπανών:
Social
Security,
Medicare,
υγεία και τόκοι του
χρέους
καταλαμβάνουν τεράστιο
μέρος του
προϋπολογισμού, ενώ η
άμυνα από μόνη της
πλησιάζει το 1 τρισ.
δολάρια.
Η Αμερική εξακολουθεί να
διαθέτει τεράστια
οικονομική ισχύ και
σημαντική ικανότητα
δανεισμού. Αυτό όμως δεν
καταργεί τη
δημοσιονομική
αριθμητική.
4,845 τρισ. έσοδα −
6,811 τρισ. δαπάνες =
1,966 τρισ. έλλειμμα.
Ένας αριθμός που εξηγεί
καλύτερα από πολλές
πολιτικές αντιπαραθέσεις
γιατί το αμερικανικό
δημόσιο χρέος και η
βιωσιμότητα των
ομοσπονδιακών
οικονομικών θα
παραμείνουν ένα από τα
σημαντικότερα οικονομικά
ζητήματα των επόμενων
ετών.
Με άλλα λόγια: τα έσοδα
είναι τεράστια. Οι
δαπάνες είναι ακόμη
μεγαλύτερες. Και
ο λογαριασμός δεν
εξαφανίζεται — απλώς
μεταφέρεται στο μέλλον.

|