|
Κατά την παρουσίαση της
έκθεσης, ο γενικός
διευθυντής του ΙΟΒΕ,
Νίκος Βέττας, επισήμανε
ότι η Ελλάδα εμφάνιζε
υψηλότερο πληθωρισμό σε
σχέση με την Ευρώπη
ακόμη και πριν από την
κρίση χρέους. Τα
τελευταία χρόνια,
μάλιστα, η ζήτηση
αυξάνεται ταχύτερα από
την προσφορά, με
αποτέλεσμα οι τιμές να
ενισχύονται με
μεγαλύτερη ταχύτητα και
η απόσταση από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο να
παραμένει.
Η εξέλιξη αυτή
επιβαρύνει περισσότερο
τα νοικοκυριά με χαμηλά
εισοδήματα, καθώς
διαθέτουν περιορισμένα
περιθώρια απορρόφησης
των ανατιμήσεων. Η νέα
διεθνής συγκυρία
ενισχύει τους κινδύνους,
με το ΙΟΒΕ να εκτιμά ότι
η πληθωριστική πίεση θα
διατηρηθεί ισχυρότερη
από ό,τι αναμενόταν στις
προηγούμενες προβλέψεις.
Υψηλότερες οι εκτιμήσεις
για τον πληθωρισμό
Ειδικότερα, το ΙΟΒΕ
προβλέπει ότι ο
εναρμονισμένος
πληθωρισμός θα
διαμορφωθεί στο 4% το
2026 και στο 3% το 2027.
Οι νέες εκτιμήσεις είναι
αυξημένες σε σχέση με
εκείνες του Ιουλίου,
όταν το Ινστιτούτο
προέβλεπε πληθωρισμό
3,7% για φέτος και 2,7%
για την επόμενη χρονιά.
Στο μέτωπο της
ανάπτυξης, η πρόβλεψη
για το 2026 διατηρείται
στο 1,8%, ενώ για το
2027 αναθεωρείται οριακά
προς τα κάτω, στο 1,9%
από 2% προηγουμένως.
Παρά τις εξωτερικές
αβεβαιότητες, οι
προοπτικές της ελληνικής
οικονομίας εξακολουθούν
να αξιολογούνται ως
θετικές.
Οι πάγιες επενδύσεις
εκτιμάται ότι θα
αυξηθούν κατά 6,5% το
2026 και κατά 4% το
2027. Για το σύνολο των
επενδύσεων, οι
αντίστοιχοι ρυθμοί
ανόδου προβλέπονται στο
6,2% και στο 5,1%.
Στις εξωτερικές
συναλλαγές, οι εξαγωγές
αναμένεται να ενισχυθούν
κατά 2,5% φέτος και κατά
3,1% το 2027, ενώ οι
εισαγωγές προβλέπεται να
αυξηθούν κατά 3,6% και
3,3% αντίστοιχα.
Παράλληλα, η ανεργία
εκτιμάται ότι θα
υποχωρήσει περαιτέρω,
στο 8,6% το 2026 και στο
7,8% το 2027. Η δημόσια
κατανάλωση αναμένεται να
αυξηθεί κατά 2,1% φέτος,
με τον ρυθμό ανόδου να
περιορίζεται στο 1% την
επόμενη χρονιά.
Επιβράδυνση της
ιδιωτικής κατανάλωσης
Η μεγαλύτερη ανησυχία
αφορά την ιδιωτική
κατανάλωση, η οποία
μέχρι σήμερα έχει
επιδείξει αντοχές παρά
την ενεργειακή κρίση,
αλλά πλέον βρίσκεται
αντιμέτωπη με την
επιβάρυνση που προκαλεί
η συνεχιζόμενη αύξηση
των τιμών.
Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι ο
ρυθμός αύξησής της θα
περιοριστεί στο 1,4% το
2026 και στο 1,5% το
2027, από 1,9% το 2025.
Οι προβλέψεις αυτές
είναι χαμηλότερες και
από τις αντίστοιχες
εκτιμήσεις που είχαν
διατυπωθεί τον Ιούλιο.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία για την ελληνική
οικονομία, καθώς η
κατανάλωση αποτέλεσε τα
τελευταία χρόνια
σημαντικό παράγοντα
ενίσχυσης της
οικονομικής
δραστηριότητας και της
υπεραπόδοσης της Ελλάδας
έναντι της Ευρωζώνης.
Εάν η αγοραστική δύναμη
των νοικοκυριών
συνεχίσει να πιέζεται, η
συμβολή της στην
ανάπτυξη ενδέχεται να
εξασθενήσει.
Τα εισοδήματα
απορροφώνται από τις
δαπάνες
Ειδική ανάλυση της
έκθεσης δείχνει ότι κατά
την περίοδο 2019-2024 το
πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα των νοικοκυριών
αυξήθηκε με ρυθμό
αντίστοιχο εκείνου της
κατανάλωσης. Αυτό
σημαίνει ότι το σύνολο
σχεδόν των πρόσθετων
εισοδημάτων κατευθύνθηκε
στην κάλυψη των δαπανών,
χωρίς να δημιουργείται
αντίστοιχο περιθώριο για
αποταμίευση.
Η αποταμίευση των
νοικοκυριών εξακολουθεί,
σύμφωνα με τα επίσημα
στοιχεία που επικαλείται
η έκθεση, να βρίσκεται
σε αρνητικό επίπεδο.
Κατά συνέπεια, η
διατήρηση της
κατανάλωσης σε ισχυρούς
ρυθμούς εξαρτάται σε
μεγάλο βαθμό από τη
συνέχιση της αύξησης των
μισθών.
Το περιθώριο περαιτέρω
ενίσχυσης των δαπανών
παραμένει, επομένως,
περιορισμένο, ιδίως εάν
οι ανατιμήσεις
συνεχίσουν να απορροφούν
σημαντικό μέρος των
εισοδηματικών αυξήσεων.
Η εξέλιξη αυτή
δημιουργεί έναν πρόσθετο
κίνδυνο για τη
μελλοντική δυναμική της
οικονομίας.
Περισσότερες δαπάνες για
βασικά αγαθά
Ένα ακόμη στοιχείο που
αναδεικνύει η μελέτη του
ΙΟΒΕ αφορά τη σύνθεση
της κατανάλωσης. Σε
αντίθεση με ό,τι
παρατηρείται στην
Ευρωζώνη, η αύξηση των
καταναλωτικών δαπανών
στην Ελλάδα κατά την
περίοδο 2019-2025
στηρίχθηκε περισσότερο
στην αγορά αγαθών και
ιδιαίτερα μη διαρκών
προϊόντων, όπως τα
τρόφιμα και άλλα είδη
καθημερινής χρήσης.
Πρόκειται για προϊόντα
πρώτης ανάγκης, η αγορά
των οποίων είναι δύσκολο
να περιοριστεί σημαντικά
ακόμη και όταν οι τιμές
αυξάνονται. Ως
αποτέλεσμα, οι
ανατιμήσεις οδηγούν τα
νοικοκυριά να διαθέτουν
ολοένα μεγαλύτερο μέρος
του εισοδήματός τους για
την κάλυψη βασικών
αναγκών, περιορίζοντας
τα περιθώρια για άλλες
δαπάνες.
Ο Νίκος Βέττας
υπογράμμισε ότι η
προοπτική συνέχισης της
κατανάλωσης με αυτά τα
χαρακτηριστικά είναι
περιορισμένη, καθώς δεν
υπάρχουν επαρκείς
πρόσθετες πηγές που θα
μπορούσαν να
τροφοδοτήσουν τη
μελλοντική της ανάπτυξη.
Η διαπίστωση αυτή
ενισχύει την ανησυχία
ότι η κατανάλωση δεν
μπορεί να συνεχίσει να
λειτουργεί ως ο βασικός
μοχλός ανάπτυξης χωρίς
τη σταθερή βελτίωση των
πραγματικών εισοδημάτων.
Το ΙΟΒΕ ζητά προσεκτική
στόχευση των μέτρων
στήριξης
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, το ΙΟΒΕ
επισημαίνει ότι οι
κυβερνήσεις θα πρέπει να
διαχειριστούν με προσοχή
τις πληθωριστικές
πιέσεις, καθώς δεν
διαφαίνεται άμεση
αποκλιμάκωση του κύματος
ανατιμήσεων.
Η στήριξη των
εισοδημάτων θεωρείται
αναγκαία, ωστόσο τα
μέτρα θα πρέπει να
σχεδιάζονται με τρόπο
που να μην προκαλεί
στρεβλώσεις στη
λειτουργία της αγοράς. Η
αποτελεσματικότητα της
παρέμβασης εξαρτάται,
σύμφωνα με την έκθεση,
όχι μόνο από το ύψος της
ενίσχυσης, αλλά και από
τον τρόπο με τον οποίο
αυτή διοχετεύεται στους
δικαιούχους.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
αγορά καυσίμων κίνησης.
Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι η
απευθείας ενίσχυση των
ιδιωτών, ακόμη και μέσω
άμεσων χρηματικών
μεταβιβάσεων ή μείωσης
των τελών κυκλοφορίας,
μπορεί να είναι
αποτελεσματικότερη από
την επιδότηση της
τελικής τιμής μέσω
φορολογικών μειώσεων.
Μια οριζόντια μείωση
φόρων στα καύσιμα
ενδέχεται να στηρίξει
την κατανάλωση χωρίς να
αντιμετωπίζει με επαρκώς
στοχευμένο τρόπο τις
ανάγκες των νοικοκυριών.
Αντίθετα, οι άμεσες
ενισχύσεις μπορούν να
κατευθυνθούν στους
πολίτες που χρειάζονται
μεγαλύτερη στήριξη,
περιορίζοντας παράλληλα
τις ανεπιθύμητες
επιπτώσεις στη
λειτουργία της αγοράς.
Διαφορετική προσέγγιση
για θέρμανση και
επαγγελματικά οχήματα
Η έκθεση υπογραμμίζει
ότι δεν μπορούν να
εφαρμοστούν ενιαίες
λύσεις σε όλες τις
κατηγορίες καυσίμων. Οι
ανάγκες που συνδέονται
με τα καύσιμα θέρμανσης
διαφέρουν από εκείνες
που αφορούν τα καύσιμα
κίνησης, ενώ ιδιαίτερη
αντιμετώπιση απαιτείται
για τα επαγγελματικά
οχήματα.
Οι διαφοροποιήσεις
σχετίζονται τόσο με τη
δυνατότητα υποκατάστασης
κάθε μορφής καυσίμου όσο
και με τον ρόλο του στην
οικονομική
δραστηριότητα. Για τις
επιχειρήσεις και τις
μεταφορές, το κόστος των
καυσίμων αποτελεί συχνά
άμεσο συντελεστή
παραγωγής, επηρεάζοντας
τις τιμές και το κόστος
σε ένα ευρύ φάσμα της
οικονομίας.
Το βασικό συμπέρασμα του
ΙΟΒΕ είναι ότι η επιμονή
του πληθωρισμού δεν
αποτελεί μόνο πρόβλημα
για το βιοτικό επίπεδο
των νοικοκυριών, αλλά
και παράγοντα που μπορεί
να περιορίσει τη
μελλοντική ανάπτυξη. Η
ενίσχυση των πραγματικών
εισοδημάτων, η διατήρηση
της αγοραστικής δύναμης
και η σωστή στόχευση των
μέτρων στήριξης
αποκτούν, συνεπώς,
καθοριστική σημασία για
τη διατήρηση της
αναπτυξιακής δυναμικής
της ελληνικής
οικονομίας.
|