| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Παρασκευή, 18/09/2026

 

Ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό παρασκήνιο γύρω από την προσπάθεια σταθεροποίησης του ιαπωνικού γεν φέρνει στο φως το Reuters, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη επιρροή της Ουάσιγκτον στη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική του Τόκιο.

Όταν η υπουργός Οικονομικών της Ιαπωνίας, Satsuki Katayama, τηλεφώνησε τον Ιούνιο στον Αμερικανό ομόλογό της Scott Bessent ζητώντας αμερικανική βοήθεια για την κατάρρευση του γεν, η απάντηση που έλαβε ήταν σαφής: εάν το Τόκιο ήθελε τη στήριξη της Ουάσιγκτον, θα έπρεπε πρώτα να βάλει σε τάξη τα δημόσια οικονομικά του.

Για μήνες, σύμφωνα με τρεις πηγές που γνωρίζουν τις συζητήσεις, ο Bessent είχε μεταφέρει κατ’ ιδίαν στην Katayama και σε άλλους Ιάπωνες αξιωματούχους την άποψη ότι η Ιαπωνία θα πρέπει να περιορίσει τις μεγάλες δημοσιονομικές δαπάνες της, ενώ η Τράπεζα της Ιαπωνίας θα πρέπει να συνεχίσει την αύξηση των επιτοκίων.

 

Το πρόβλημα για το Τόκιο ήταν διπλό. Η μεγάλη υποχώρηση του γεν ενίσχυε τον πληθωρισμό και αύξανε το κόστος ζωής, δημιουργώντας πολιτικές πιέσεις στην κυβέρνηση της Sanae Takaichi. Για την Ουάσιγκτον, όμως, το μεγαλύτερο ζήτημα ήταν διαφορετικό: μια απότομη άνοδος των αποδόσεων των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων θα μπορούσε να προκαλέσει αναδιάταξη κεφαλαίων και πωλήσεις αμερικανικών Treasuries, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ.

Το τηλεφώνημα που άλλαξε τα δεδομένα

Στις 22 Ιουνίου, η Katayama ζήτησε από τον Bessent να συμμετάσχει η Ουάσιγκτον σε συντονισμένη παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος, με αγορές γεν.

Αντί να δεσμευθεί άμεσα, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών επανέλαβε ότι η Ιαπωνία θα έπρεπε πρώτα να αντιμετωπίσει τις θεμελιώδεις αιτίες της αδυναμίας του νομίσματός της.

Το μήνυμα αφορούσε κυρίως τα μεγάλα σχέδια δημοσιονομικών δαπανών της κυβέρνησης Takaichi, αλλά και την ανάγκη να υπάρχει μεγαλύτερη συνέπεια μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής.

Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι η κυβέρνηση προσπαθούσε να στηρίξει την οικονομία μέσω υψηλών δαπανών την ίδια στιγμή που η Τράπεζα της Ιαπωνίας προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό μέσω υψηλότερων επιτοκίων.

Η αντίφαση αυτή, σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, υπονόμευε την προσπάθεια σταθεροποίησης του γεν.

Οι συζητήσεις του Ιουνίου, οι οποίες δεν είχαν γίνει μέχρι σήμερα γνωστές με αυτή τη λεπτομέρεια, δημιούργησαν σύμφωνα με τις πηγές το έδαφος για τη μεγάλη κοινή παρέμβαση ΗΠΑ και Ιαπωνίας στα τέλη Ιουλίου.

Γιατί το γεν ενδιαφέρει τόσο πολύ τις ΗΠΑ

Η αμερικανική πίεση δεν αφορά μόνο την ισοτιμία δολαρίου-γεν.

Η Ιαπωνία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ξένους κατόχους αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Επομένως, μια απότομη αύξηση των αποδόσεων των ιαπωνικών ομολόγων θα μπορούσε να κάνει τα ιαπωνικά περιουσιακά στοιχεία πιο ελκυστικά και να οδηγήσει σε μεταφορά κεφαλαίων από τα αμερικανικά Treasuries προς την εγχώρια αγορά.

Για τον Bessent, ο οποίος έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη λειτουργία της αγοράς κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, ένα τέτοιο σενάριο θα ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστο σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ήδη μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα και αυξημένες ανάγκες δανεισμού.

Η άνοδος των ιαπωνικών αποδόσεων θα μπορούσε, συνεπώς, να μετατραπεί σε πρόβλημα και για το αμερικανικό κόστος χρηματοδότησης.

Από την παρέμβαση στην αλλαγή πολιτικής

Όταν ο Bessent συναντήθηκε με την Katayama στην Ιαπωνία τον Μάιο, είχε ήδη θέσει το ζήτημα της ανάγκης για υψηλότερα επιτόκια από την Τράπεζα της Ιαπωνίας.

Η αύξηση των επιτοκίων από την BOJ τον Ιούνιο δημιούργησε στην ιαπωνική κυβέρνηση την προσδοκία ότι η Ουάσιγκτον θα ήταν πλέον διατεθειμένη να βοηθήσει ενεργότερα στην ενίσχυση του γεν.

Ωστόσο, ο Bessent επέμεινε ότι η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν αρκούσε.

Η παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος θα μπορούσε να περιορίσει προσωρινά την πτώση του γεν, αλλά χωρίς αλλαγή στη δημοσιονομική κατεύθυνση της Ιαπωνίας, οι πιέσεις θα επέστρεφαν.

Το μήνυμα αυτό έγινε ακόμη πιο σαφές τον Ιούλιο, όταν η ιαπωνική κυβέρνηση άφησε να εννοηθεί ότι το κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο θα μπορούσε να αυξήσει τις επενδύσεις του σε εγχώρια περιουσιακά στοιχεία, κίνηση που οι αγορές εξέλαβαν ως προσπάθεια στήριξης της αγοράς ομολόγων.

Παράλληλα, μετά την απόφαση της BOJ να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια τον Ιούλιο, ο διοικητής Kazuo Ueda υιοθέτησε πιο «σκληρή» ρητορική, σηματοδοτώντας ότι μια νέα αύξηση επιτοκίων πλησιάζει.

Η εξέλιξη αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για το γεν.

Αρχικά το ιαπωνικό νόμισμα ενισχύθηκε μετά από παρέμβαση του Τόκιο και στη συνέχεια η κίνηση διευρύνθηκε με την αμερικανοϊαπωνική συνεργασία.

Η συμφωνία ήρθε σε μεγάλο βαθμό μέσα από διαπραγματεύσεις της Katayama και του κορυφαίου Ιάπωνα αξιωματούχου για το συνάλλαγμα, Atsushi Mimura, με την αμερικανική πλευρά.

Το μεγάλο δίλημμα της Takaichi

Πίσω από την αγορά συναλλάγματος βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό δίλημμα.

Η Takaichi έχει στηρίξει την οικονομική της στρατηγική σε μια πολιτική που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την «Abenomics», δηλαδή συνδυασμό δημοσιονομικής στήριξης και χαλαρής νομισματικής πολιτικής, που συνδέθηκε με τον πρώην πρωθυπουργό Shinzo Abe.

Οι συνθήκες, όμως, έχουν αλλάξει.

Η Ιαπωνία δεν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τον χρόνιο αποπληθωρισμό των προηγούμενων δεκαετιών. Ο πληθωρισμός έχει γίνει πλέον σημαντικότερο πρόβλημα, ενώ η αδυναμία του γεν αυξάνει περαιτέρω το κόστος των εισαγόμενων αγαθών και της ενέργειας.

Έτσι, η πολιτική που κάποτε θεωρούνταν απαραίτητη για την έξοδο της Ιαπωνίας από τον αποπληθωρισμό μπορεί πλέον να δημιουργεί αντίθετες πιέσεις.

Η Ουάσιγκτον θέλει υψηλότερα ιαπωνικά επιτόκια, μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία και ένα ισχυρότερο και πιο σταθερό γεν.

Η κυβέρνηση Takaichi, από την άλλη πλευρά, έχει ισχυρά πολιτικά κίνητρα να διατηρήσει τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών και τις επενδυτικές δαπάνες που συνέβαλαν στην εκλογική της επιτυχία.

Ο Bessent ανεβάζει τον τόνο

Στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G20 στις 31 Αυγούστου–1 Σεπτεμβρίου, ο Bessent επανήλθε στο ζήτημα, αυτή τη φορά με σαφώς αυστηρότερο μήνυμα.

Σε δηλώσεις του στο Reuters, υποστήριξε ότι η Ιαπωνία θα πρέπει πλέον να «απολαύσει την επιτυχία της Abenomics», καθώς η εποχή του αποπληθωρισμού έχει παρέλθει και ο βασικός στόχος της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να είναι η αντιμετώπιση του πληθωρισμού και όχι η περαιτέρω τόνωση της οικονομίας.

Η τοποθέτηση αυτή θεωρήθηκε ως μία από τις πιο σαφείς ενδείξεις της δυσαρέσκειας της Ουάσιγκτον για τη συνέχιση στοιχείων της παλιάς οικονομικής πολιτικής.

Λίγες ημέρες αργότερα, η απόδοση του ιαπωνικού 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 3%, φθάνοντας σε υψηλό 30 ετών.

Η εξέλιξη αύξησε την πίεση στην κυβέρνηση να περιορίσει τις δημοσιονομικές της φιλοδοξίες.

Οι αγορές ζητούν αξιόπιστο δημοσιονομικό σχέδιο

Το βασικό ζήτημα για τις αγορές δεν είναι μόνο το μέγεθος των κρατικών δαπανών, αλλά και η αξιοπιστία της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής.

Η Ιαπωνία έχει ήδη ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους μεταξύ των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών. Μια απότομη άνοδος των επιτοκίων αυξάνει σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μεταξύ επιτοκίων, ελλειμμάτων και αποδόσεων των ομολόγων.

Η Katayama προσπάθησε να καθησυχάσει τους διεθνείς επενδυτές, δηλώνοντας στη G20 ότι η Ιαπωνία δεν θα βασιστεί υπερβολικά σε νέες δαπάνες ούτε θα χρηματοδοτήσει φορολογικές περικοπές μέσω νέου χρέους.

Παράλληλα, παρουσίασε στον Bessent δηλώσεις της Takaichi προς την ιαπωνική εφημερίδα Yomiuri, σύμφωνα με τις οποίες η πρωθυπουργός επιδιώκει να συνδυάσει την ανάπτυξη με τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Ο Bessent φέρεται να απάντησε θετικά.

Ωστόσο, οι αριθμοί δείχνουν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή παραμένει δύσκολη.

Τα αιτήματα για τον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους έχουν αυξηθεί στα 143 τρισ. γεν, περίπου 916 δισ. δολάρια, επίπεδο κοντά στα αντίστοιχα της περιόδου της πανδημίας.

Η Takaichi έχει δεσμευθεί ότι οι νέες εκδόσεις κρατικών ομολόγων θα παραμείνουν περίπου στα 40 τρισ. γεν για το οικονομικό έτος που ολοκληρώνεται τον Μάρτιο του 2028, έναντι εκτιμώμενων 32,7 τρισ. γεν για το τρέχον οικονομικό έτος.

Ο στόχος, ωστόσο, θεωρείται δύσκολος λόγω των προσωρινών φορολογικών περικοπών, των υψηλότερων αμυντικών δαπανών και της αύξησης του κόστους χρηματοδότησης.

Το γεν ως μέρος ενός ευρύτερου αμερικανικού «μοχλού»

Η υπόθεση του γεν αποκαλύπτει κάτι ευρύτερο για τη νέα σχέση ΗΠΑ–Ιαπωνίας.

Η Ουάσιγκτον δεν ενδιαφέρεται μόνο για την ισοτιμία του γεν. Ενδιαφέρεται για ολόκληρη την αλυσίδα που συνδέει το ιαπωνικό νόμισμα, τον πληθωρισμό, τα επιτόκια της BOJ, την αγορά ιαπωνικών κρατικών ομολόγων και τελικά την αγορά αμερικανικών Treasuries.

Η Ιαπωνία αποτελεί κρίσιμο επενδυτή στις διεθνείς αγορές. Επομένως, μια μεγάλη μεταβολή στις αποδόσεις των ιαπωνικών ομολόγων μπορεί να έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από το Τόκιο.

Για την κυβέρνηση Takaichi, το δίλημμα είναι ιδιαίτερα δύσκολο: από τη μία πλευρά χρειάζεται δημοσιονομική στήριξη για να αντιμετωπίσει το κόστος ζωής και να διατηρήσει την πολιτική της δυναμική, από την άλλη οι αγορές και η Ουάσιγκτον απαιτούν μεγαλύτερη πειθαρχία.

Η αμερικανική πίεση, συνεπώς, δεν αφορά πλέον μόνο το γεν.

Αφορά το ποιο οικονομικό μοντέλο θα ακολουθήσει η Ιαπωνία στη μετά-Abenomics εποχή — και κατά πόσο το Τόκιο μπορεί να συνεχίσει να χρηματοδοτεί μεγάλα προγράμματα δαπανών σε ένα περιβάλλον όπου η BOJ αυξάνει τα επιτόκια και οι αγορές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για να διακρατούν ιαπωνικό χρέος.

Για τις διεθνείς αγορές, το κρίσιμο σημείο είναι ότι το ιαπωνικό «πείραμα» δεν περιορίζεται πλέον στην Ιαπωνία. Οι κινήσεις του γεν και των ιαπωνικών ομολόγων μπορούν να επηρεάσουν τις ροές κεφαλαίων, τα αμερικανικά Treasuries και το παγκόσμιο κόστος χρήματος.

Πηγή: Reuters

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum