|
Η εικόνα των ρυθμίσεων
παραμένει περιορισμένη.
Μόλις το 6,83% του
πραγματικού
ληξιπρόθεσμου υπολοίπου
έχει ενταχθεί σε κάποια
ρύθμιση, ποσοστό που
αντιστοιχεί σε περίπου
5,39 δισ. ευρώ. Τα
υψηλότερα ποσοστά
ρύθμισης καταγράφονται
σε οφειλές μεταξύ 10.001
και 100.000 ευρώ, όπου
έχει ρυθμιστεί το 18,65%
των συνολικών χρεών, ενώ
στην κατηγορία από
20.001 έως 50.000 ευρώ
το αντίστοιχο ποσοστό
διαμορφώνεται στο
19,82%.
Στα φυσικά πρόσωπα, η
μεγαλύτερη συμμετοχή σε
ρυθμίσεις εντοπίζεται
για οφειλές από 500 έως
10.000 ευρώ, όπου έχει
ενταχθεί το 17,05% των
χρεών, με το υψηλότερο
ποσοστό να καταγράφεται
στην κατηγορία των
2.000-3.000 ευρώ
(19,87%). Αντίθετα, τα
νομικά πρόσωπα
εμφανίζουν μεγαλύτερη
διάθεση ρύθμισης στις
οφειλές από 10.001 έως
100.000 ευρώ, με ποσοστό
27,09%, το οποίο
αυξάνεται στο 29,27% για
χρέη μεταξύ 10.001 και
20.000 ευρώ. Αντίθετα,
τόσο οι πολύ μικρές
οφειλές, κάτω των 500
ευρώ, όσο και οι
ιδιαίτερα υψηλές, άνω
των 50.000 ευρώ,
εμφανίζουν πολύ χαμηλά
ποσοστά ένταξης σε
ρυθμίσεις.
Η έκθεση επισημαίνει
επίσης ότι το 31,01% του
συνολικού ληξιπρόθεσμου
υπολοίπου, δηλαδή
περίπου 35,53 δισ. ευρώ,
αφορά οφειλές που έχουν
χαρακτηριστεί
ανεπίδεκτες είσπραξης.
Παράλληλα, τον Νοέμβριο
του 2025 ποσό 5,51 δισ.
ευρώ, που αφορούσε
πρόστιμα του Κώδικα
Βιβλίων και Στοιχείων
ενός οφειλέτη,
ταξινομήθηκε επίσης ως
ανεπίδεκτο είσπραξης,
γεγονός που επηρέασε τη
σύνθεση των συνολικών
ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Συνολικά, το
ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο
προς την ΑΑΔΕ ανήλθε στα
114,57 δισ. ευρώ στο
τέλος Απριλίου, αυξημένο
κατά 3,77 δισ. ευρώ σε
σχέση με έναν χρόνο
πριν. Η αύξηση προήλθε
από νέες ληξιπρόθεσμες
οφειλές ύψους 10,2 δισ.
ευρώ και από πρόσθετες
βεβαιώσεις παλαιότερων
οφειλών ύψους 2,3 δισ.
ευρώ, ενώ την ίδια
περίοδο
πραγματοποιήθηκαν
εισπράξεις και διαγραφές
συνολικού ύψους 8,74
δισ. ευρώ.
Ως προς τη σύνθεση του
πραγματικού
ληξιπρόθεσμου υπολοίπου,
οι φορολογικές οφειλές
αποτελούν το μεγαλύτερο
μέρος, αντιπροσωπεύοντας
το 66,26% ή 52,37 δισ.
ευρώ. Ακολουθούν τα
πρόστιμα, φορολογικά και
μη, με 17,45 δισ. ευρώ ή
22,09%, ενώ οι μη
φορολογικές οφειλές
–όπως δάνεια, δικαστικά
έξοδα και καταλογισμοί–
ανέρχονται σε 9,2 δισ.
ευρώ, αντιστοιχώντας στο
11,65% του συνόλου.
Η έκθεση αναδεικνύει
επίσης ότι σημαντικό
μέρος των φορολογικών
οφειλών θεωρείται
δύσκολα εισπράξιμο.
Συγκεκριμένα, 8,15 δισ.
ευρώ αφορούν αφερέγγυους
οφειλέτες και ακόμη
17,28 δισ. ευρώ
σχετίζονται με χρέη των
οποίων οι τελευταίες
ληξιπρόθεσμες δόσεις
έχουν παρέλθει εδώ και
περισσότερο από μία
δεκαετία. Έτσι,
απομένουν οφειλές ύψους
περίπου 26,95 δισ. ευρώ,
από τις οποίες
προέρχεται το 92,4% των
συνολικών εισπράξεων της
ΑΑΔΕ, γεγονός που
δείχνει ότι σχεδόν το
σύνολο των εσόδων
εισπράττεται από μόλις
το ένα τρίτο του
πραγματικού
ληξιπρόθεσμου χρέους.
Αναλύοντας ειδικότερα
τις φορολογικές οφειλές,
ο ΦΠΑ αποτελεί τη
μεγαλύτερη κατηγορία,
καθώς αντιστοιχεί στο
47,23% του συνόλου, με
οφειλές ύψους 24,74 δισ.
ευρώ. Ακολουθούν οι
οφειλές από φόρο
εισοδήματος με ποσοστό
42,17%, ενώ οι φόροι
στην περιουσία
αντιπροσωπεύουν μόλις το
5,33%, με συνολικό ύψος
οφειλών 2,79 δισ. ευρώ.
|