|
Η ιστορία, ωστόσο, έχει
δείξει επανειλημμένα ότι
η αεροπορική
ισχύς από μόνη της
σπάνια αρκεί για την
ανατροπή ενός καθεστώτος.
Παράλληλα, σύμφωνα με
την ίδια ανάλυση, η
Ουάσιγκτον δεν είχε ένα
επαρκές εναλλακτικό
σχέδιο για το ενδεχόμενο
αποκλεισμού των Στενών
του Ορμούζ από το Ιράν.
Τέσσερις στόχοι, κανένας
δεν επιτεύχθηκε
Η αποτυχία της
στρατηγικής γίνεται
ακόμη πιο εμφανής εάν
εξεταστούν οι βασικοί
στόχοι της πολεμικής
επιχείρησης.
Σύμφωνα με τον
Μιρσχάιμερ, κανένας από
τους τέσσερις κεντρικούς
στόχους δεν έχει
επιτευχθεί:
η ανατροπή του ιρανικού
καθεστώτος,
ο τερματισμός του
πυρηνικού προγράμματος
εμπλουτισμού,
η εξουδετέρωση του
πυραυλικού οπλοστασίου
μεγάλου βεληνεκούς,
η διακοπή της ιρανικής
στήριξης προς τη Χαμάς,
τη Χεζμπολάχ και τους
Χούθι.
Την ίδια στιγμή, το
κλείσιμο ή ο σοβαρός
περιορισμός της
κυκλοφορίας στα Στενά
του Ορμούζ έχει
προκαλέσει ισχυρούς
κραδασμούς στην
παγκόσμια οικονομία.
Και το πρόβλημα δεν
περιορίζεται στην
ενέργεια.
Η σύγκρουση έχει
δοκιμάσει σοβαρά το
δίκτυο αμερικανικών
συμμαχιών στον Περσικό
Κόλπο και ευρύτερα, ενώ
έχει δημιουργήσει μια
σειρά από νέες
γεωπολιτικές και
οικονομικές
αβεβαιότητες.
Το παράδοξο: η παγκόσμια
οικονομία άντεξε
Κι όμως, υπάρχει ένα
ισχυρό αντεπιχείρημα
απέναντι σε αυτή την
εξαιρετικά αρνητική
αποτίμηση.
Παρά το μέγεθος του
πολέμου, οι οικονομικές
του επιπτώσεις μέχρι
σήμερα έχουν αποδειχθεί
εντυπωσιακά
συγκρατημένες.
Τον Αύγουστο, ο Γιοχάνες
Ουρπελάινεν της Σχολής
Προηγμένων Διεθνών
Σπουδών του Johns
Hopkins
υπενθύμισε ότι οι
αρχικές εκτιμήσεις για
τις συνέπειες μιας
μεγάλης διαταραχής στον
εφοδιασμό προέβλεπαν
ακόμη και εκτόξευση της
τιμής του πετρελαίου στα
200 δολάρια το βαρέλι.
Ένα τέτοιο σενάριο θα
μπορούσε να προκαλέσει
νέο πληθωριστικό κύμα
και να οδηγήσει την
παγκόσμια οικονομία σε
ύφεση.
Αντί γι' αυτό, το αργό
πετρέλαιο κορυφώθηκε στα
126 δολάρια το βαρέλι
τον Απρίλιο του 2026 και
στη συνέχεια υποχώρησε
σημαντικά.
Το ερώτημα, επομένως,
είναι προφανές:
Πώς κατάφερε η παγκόσμια
οικονομία να απορροφήσει
ένα τόσο μεγάλο
ενεργειακό σοκ;
Η απάντηση βρίσκεται σε
μεγάλο βαθμό στην
ανθρώπινη
προσαρμοστικότητα.
Τέσσερις άμυνες απέναντι
στο ενεργειακό σοκ
Ο Ουρπελάινεν εντοπίζει
τέσσερις βασικούς
παράγοντες που εξηγούν
την ανθεκτικότητα της
παγκόσμιας οικονομίας.
Πρώτον, η ενεργειακή
μετάβαση έχει μειώσει
την εξάρτηση από το
πετρέλαιο.
Η παγκόσμια οικονομία
εξακολουθεί να
χρειάζεται τεράστιες
ποσότητες
υδρογονανθράκων, όμως η
σχέση ανάμεσα στην
οικονομική δραστηριότητα
και στην κατανάλωση
πετρελαίου δεν είναι
πλέον αυτή που ήταν πριν
από μερικές δεκαετίες.
Δεύτερον, οι
εφοδιαστικές αλυσίδες
αποδείχθηκαν εξαιρετικά
ευέλικτες.
Οι επιχειρήσεις και οι
μεταφορείς αναζήτησαν
εναλλακτικές διαδρομές,
προμηθευτές και τρόπους
μεταφοράς, περιορίζοντας
τις επιπτώσεις της
διαταραχής.
Τρίτον, οι παραγωγοί
εκτός Μέσης Ανατολής
αύξησαν την παραγωγή
τους.
Η αντίδραση των
πετρελαιοπαραγωγών χωρών
ήταν ταχύτερη από ό,τι
θα μπορούσε να θεωρηθεί
δεδομένο σε ένα τόσο
μεγάλο σοκ.
Τέταρτον,
χρησιμοποιήθηκαν
στρατηγικά αποθέματα.
Τα αποθέματα αργού και
καυσίμων λειτούργησαν ως
ένα είδος παγκόσμιου
«μαξιλαριού»,
καλύπτοντας μέρος των
προσωρινών ελλείψεων.
Η προσαρμογή αυτή είναι
ιδιαίτερα εντυπωσιακή
στον ίδιο τον Περσικό
Κόλπο.
Μέχρι τα τέλη
Σεπτεμβρίου, οι
περιφερειακές εξαγωγές
αργού πετρελαίου είχαν
περιοριστεί περίπου στα
16,3 εκατ.
βαρέλια την ημέρα,
από περίπου 19,5 εκατ.
βαρέλια τον Φεβρουάριο.
Παρά την πτώση, περίπου
9,7 εκατ.
βαρέλια την ημέρα
εξακολουθούσαν να
διέρχονται από τα Στενά
του Ορμούζ.
Με άλλα λόγια, ακόμη και
μέσα σε μια πολεμική
συνθήκη, η ενεργειακή
ροή δεν κατέρρευσε.
Το πραγματικό πρόβλημα
δεν είναι το αργό, αλλά
τα καύσιμα
Υπάρχει όμως μια
σημαντική λεπτομέρεια
που συχνά χάνεται στη
συζήτηση για το
πετρέλαιο.
Η παγκόσμια οικονομία
δεν καταναλώνει αργό
πετρέλαιο. Καταναλώνει
βενζίνη, ντίζελ,
αεροπορικά καύσιμα και
άλλα προϊόντα διύλισης.
Και εδώ οι πιέσεις είναι
πολύ μεγαλύτερες.
Οι ζημιές που έχουν
υποστεί διυλιστήρια στον
Κόλπο έχουν περιορίσει
την ικανότητα παραγωγής
συγκεκριμένων προϊόντων.
Τα διυλιστήρια δεν είναι
πλήρως εναλλάξιμα: είναι
σχεδιασμένα να
επεξεργάζονται
συγκεκριμένους τύπους
αργού και να παράγουν
συγκεκριμένες ποσότητες
προϊόντων.
Επομένως, ακόμη και όταν
το αργό εξακολουθεί να
φτάνει στις αγορές,
μπορεί να δημιουργούνται
ελλείψεις σε
συγκεκριμένα καύσιμα.
Το ντίζελ αποτελεί
χαρακτηριστικό
παράδειγμα.
Η περιορισμένη
διαθεσιμότητα έχει
προκαλέσει σημαντικές
πιέσεις στις αγορές, σε
σημείο που εξετάστηκε
ακόμη και το ενδεχόμενο
περιορισμού των
αμερικανικών εξαγωγών
ντίζελ, χωρίς τελικά να
υλοποιηθεί.
Παράλληλα, οι τιμές
ορισμένων προϊόντων
ενέργειας έχουν αυξηθεί
πολύ περισσότερο από
εκείνες του αργού.
Αυτό σημαίνει ότι
ο πραγματικός
κίνδυνος για την
παγκόσμια οικονομία δεν
μετριέται μόνο από την
τιμή του πετρελαίου,
αλλά από το κόστος των
τελικών ενεργειακών
προϊόντων που φτάνουν
στον καταναλωτή και στις
επιχειρήσεις.
Ρουμπινί: Η AI
λειτουργεί ως οικονομικό
αντίβαρο
Σε αυτή την
ανθεκτικότητα έχει
συμβάλει και ένας
παράγοντας που πριν από
λίγα χρόνια θα ήταν
δύσκολο να προβλεφθεί:
η τεράστια
επενδυτική έκρηξη που
έχει προκαλέσει η
τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως επισημαίνει ο
Νουριέλ Ρουμπινί στο
Project
Syndicate,
οι επενδύσεις σε
υποδομές AI
έχουν δημιουργήσει μια
σημαντική πηγή
οικονομικής
δραστηριότητας.
Data
centers,
ημιαγωγοί, ηλεκτρικά
δίκτυα, παραγωγή
ενέργειας, κατασκευές
και ψηφιακές υποδομές
απαιτούν τεράστιες
επενδύσεις, οι οποίες
στηρίζουν την ανάπτυξη
ακόμη και σε ένα
ιδιαίτερα αβέβαιο
γεωπολιτικό περιβάλλον.
Υπάρχει όμως και εδώ μια
κρίσιμη προειδοποίηση.
Για την παγκόσμια
οικονομία δεν έχει
σημασία μόνο
πόσο υψηλές είναι οι
επενδύσεις στην
AI
σήμερα,
αλλά κυρίως πόσο γρήγορα
αυξάνονται και, τελικά,
πόσο παραγωγικό
αποτέλεσμα θα
δημιουργήσουν.
Κάποια στιγμή ο ρυθμός
των επενδύσεων θα
επιβραδυνθεί.
Το πραγματικό στοίχημα
θα είναι εάν μέχρι τότε
η τεχνητή νοημοσύνη θα
έχει αυξήσει αρκετά την
παραγωγικότητα ώστε να
στηρίξει έναν νέο κύκλο
οικονομικής ανάπτυξης.
Κανείς δεν μπορεί ακόμη
να γνωρίζει εάν η
AI
θα αποδειχθεί ο
καταλύτης μιας νέας
παραγωγικής επανάστασης
ή εάν μέρος της
σημερινής επενδυτικής
έκρηξης θα αποδειχθεί
υπερβολικό.
Και στο βάθος παραμένει
το πρόβλημα του χρέους
Το ενεργειακό σοκ δεν
είναι η μοναδική πηγή
κινδύνου.
Οι αγορές εξακολουθούν
να αντιμετωπίζουν ένα
πολύ μεγαλύτερο και πιο
μακροπρόθεσμο πρόβλημα:
το δημόσιο χρέος
και το κόστος
εξυπηρέτησής του.
Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο
και ΗΠΑ βρίσκονται ήδη
στο επίκεντρο των
ανησυχιών των επενδυτών.
Το πρόβλημα γίνεται
ιδιαίτερα σοβαρό για τις
οικονομίες που
χρειάζεται να
αναχρηματοδοτούν μεγάλο
μέρος του χρέους τους σε
σχετικά σύντομο χρονικό
διάστημα. Όσο υψηλότερα
παραμένουν τα επιτόκια,
τόσο μεγαλύτερο μέρος
των κρατικών εσόδων
κατευθύνεται στην
εξυπηρέτηση του χρέους.
Έτσι δημιουργείται ένας
φαύλος κύκλος:
υψηλότερα επιτόκια →
υψηλότερο κόστος
εξυπηρέτησης →
μεγαλύτερα δημοσιονομικά
ελλείμματα →
περισσότερος δανεισμός →
μεγαλύτερη πίεση στις
αποδόσεις των ομολόγων.
Η κατάσταση γίνεται
ακόμη πιο δύσκολη όταν
οι κυβερνήσεις καλούνται
ταυτόχρονα να
χρηματοδοτήσουν άμυνα,
ενεργειακή ασφάλεια,
υποδομές και την πράσινη
και ψηφιακή μετάβαση.
Η μεγάλη μάχη:
στρατηγική βλακεία ή
ανθρώπινη
εφευρετικότητα;
Κάπου εδώ βρίσκεται ίσως
το πραγματικό παράδοξο
της σημερινής
κατάστασης.
Από τη μία πλευρά, η
στρατηγική επιλογή της
σύγκρουσης φαίνεται να
έχει δημιουργήσει
τεράστιους κινδύνους
χωρίς να έχει πετύχει
τους βασικούς στόχους
της.
Από την άλλη, η
ανθρώπινη εφευρετικότητα
έχει μέχρι στιγμής
περιορίσει τις
οικονομικές συνέπειες
ενός σοκ που θα μπορούσε
να έχει αποδειχθεί πολύ
πιο καταστροφικό.
Οι εφοδιαστικές αλυσίδες
προσαρμόστηκαν. Οι
παραγωγοί αύξησαν την
προσφορά. Τα στρατηγικά
αποθέματα
χρησιμοποιήθηκαν. Η
ενεργειακή μετάβαση
περιόρισε μέρος της
εξάρτησης από το
πετρέλαιο. Και η
επενδυτική έκρηξη της
AI
εξακολουθεί να
λειτουργεί ως σημαντικός
μοχλός οικονομικής
δραστηριότητας.
Αλλά τίποτα από αυτά δεν
πρέπει να θεωρείται
δεδομένο.
Η ισορροπία μπορεί να
διατηρηθεί όσο το
πετρέλαιο συνεχίζει να
ρέει, η ζήτηση παραμένει
σχετικά συγκρατημένη και
οι εναλλακτικές πηγές
προσφοράς μπορούν να
καλύπτουν τα κενά.
Εάν όμως ένας από αυτούς
τους μηχανισμούς
καταρρεύσει, η εικόνα
μπορεί να αλλάξει
απότομα.
Μια νέα επίθεση στις
πετρελαϊκές υποδομές του
Κόλπου, μια μεγαλύτερη
διακοπή της κυκλοφορίας
στα Στενά του Ορμούζ ή
μια απότομη ανάκαμψη της
ζήτησης στην Κίνα θα
μπορούσαν να επαναφέρουν
στο προσκήνιο το σενάριο
μιας πολύ μεγαλύτερης
ενεργειακής κρίσης.
Το μεγαλύτερο
ερωτηματικό είναι ο
ίδιος ο Τραμπ
Και τότε επιστρέφουμε
στο αρχικό ερώτημα:
πώς τελειώνει
ένας πόλεμος που
ξεκίνησε με στόχο μια
γρήγορη νίκη αλλά δεν
έχει οδηγήσει στους
βασικούς πολιτικούς
στόχους του;
Η εξέλιξη της
αμερικανικής πολιτικής
θα είναι καθοριστική.
Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί
να επιδιώξει να
παρουσιάσει τη σύγκρουση
ως επιτυχία και να
αναζητήσει έναν τρόπο
εξόδου. Μπορεί,
αντίθετα, να θεωρήσει
ότι απαιτείται ακόμη
μεγαλύτερη στρατιωτική
πίεση για να επιτευχθεί
το αποτέλεσμα που αρχικά
επιδίωξε.
Το αποτέλεσμα των
ενδιάμεσων εκλογών στις
ΗΠΑ μπορεί επίσης να
επηρεάσει σημαντικά τους
πολιτικούς υπολογισμούς
στην Ουάσιγκτον.
Το ερώτημα είναι εάν το
επόμενο Κογκρέσο θα
λειτουργήσει ως
περιορισμός σε μια
περαιτέρω κλιμάκωση ή
εάν ο πρόεδρος θα
διατηρήσει την ελευθερία
κινήσεων που έχει μέχρι
σήμερα.
Υπάρχει όμως και ένα
τρίτο ενδεχόμενο.
Ο πόλεμος μπορεί απλώς
να τελειώσει επειδή ο
πολιτικός του εμπνευστής
θα χάσει το ενδιαφέρον
του για αυτόν.
Με πάταγο ή με
κλαψούρισμα;
Ένα χαρακτηριστικό των
απρόβλεπτων ηγετών είναι
ότι μπορούν να
μετακινούνται από τη μία
πολιτική προτεραιότητα
στην άλλη με εντυπωσιακή
ταχύτητα.
Είναι επομένως δύσκολο
να γνωρίζει κανείς εάν ο
Τραμπ θα επιλέξει την
περαιτέρω κλιμάκωση ή
μια έξοδο που θα του
επιτρέψει να παρουσιάσει
τη σύγκρουση ως νίκη.
Το πρόβλημα είναι ότι,
όπως επισημαίνει ο
Μιρσχάιμερ, το
Ιράν μπορεί να έχει
υποστεί σοβαρά πλήγματα,
αλλά το καθεστώς
παραμένει στη θέση του
και η περιφερειακή
επιρροή της Τεχεράνης
δεν έχει εξαφανιστεί.
Μια πολιτική συμφωνία
που θα επέτρεπε στον
Λευκό Οίκο να ανακηρύξει
τη σύγκρουση «νικηφόρα»
θα μπορούσε να
αποτελέσει την έξοδο
κινδύνου.
Και ίσως αυτό να είναι
το πιο παράδοξο τέλος
για έναν πόλεμο που
ξεκίνησε με τόσο μεγάλες
φιλοδοξίες.
Να μην τελειώσει ούτε με
μια μεγάλη στρατιωτική
νίκη ούτε με μια
συντριπτική ήττα, αλλά
με έναν συμβιβασμό που
θα παρουσιαστεί ως νίκη
και από τις δύο πλευρές.
Με άλλα λόγια, ο πόλεμος
μπορεί τελικά να
τελειώσει όχι με πάταγο,
αλλά με ένα άδοξο
κλαψούρισμα.
|