|
Η συνεννόηση Νίξον –
Γκόλντα Μέιρ που
διαμόρφωσε την πυρηνική
ασάφεια
Οι αμερικανικές
υπηρεσίες πληροφοριών
είχαν ήδη από τη
δεκαετία του 1960
σοβαρές ενδείξεις ότι το
Ισραήλ προχωρούσε στην
ανάπτυξη πυρηνικών
όπλων. Ο πρόεδρος Τζον
Κένεντι επιχείρησε να
ανακόψει την προσπάθεια,
ενώ ο Χένρι Κίσινγκερ
είχε αντιληφθεί, μέσα
από τις επαφές του με
Ισραηλινούς
αξιωματούχους, ότι η
απόφαση για την απόκτηση
πυρηνικής αποτροπής είχε
ουσιαστικά ληφθεί.
Η Ουάσιγκτον ανησυχούσε
ότι μια επίσημη παραδοχή
της ισραηλινής πυρηνικής
δυνατότητας θα μπορούσε
να προκαλέσει αλυσιδωτές
αντιδράσεις στην
περιοχή. Οι αραβικές
χώρες ενδέχεται να
αναζητούσαν αντίστοιχα
οπλικά συστήματα,
πιθανότατα με τη
συνδρομή της Σοβιετικής
Ένωσης, μετατρέποντας τη
Μέση Ανατολή σε ένα νέο
πεδίο πυρηνικού
ανταγωνισμού.
Η διευθέτηση που
επέτρεψε τη διατήρηση
της κατάστασης
διαμορφώθηκε, σύμφωνα με
τα διαθέσιμα στοιχεία,
τον Σεπτέμβριο του 1969,
κατά τη συνάντηση του
Αμερικανού προέδρου
Ρίτσαρντ Νίξον με την
Ισραηλινή πρωθυπουργό
Γκόλντα Μέιρ στον Λευκό
Οίκο.
Δεν έχει γίνει γνωστό
κάποιο επίσημο γραπτό
πρακτικό της συνομιλίας.
Μεταγενέστερα
αμερικανικά έγγραφα,
ωστόσο, υποδεικνύουν ότι
η Ουάσιγκτον αποδέχθηκε
στην πράξη τη συνέχιση
του ισραηλινού
προγράμματος υπό δύο
βασικές προϋποθέσεις: το
Ισραήλ να μην
ανακοινώσει δημόσια ότι
διαθέτει πυρηνικά όπλα
και να μην
πραγματοποιήσει
πυρηνικές δοκιμές.
Με αυτόν τον τρόπο
εδραιώθηκε η πολιτική
της πυρηνικής ασάφειας,
η οποία επέτρεψε και
στις δύο πλευρές να
αποφεύγουν την επίσημη
αναγνώριση της
πραγματικότητας, χωρίς
να διαταράσσεται η
στρατηγική τους
συνεργασία.
Η Ντιμόνα και οι
προσπάθειες απόκρυψης
του προγράμματος
Η μυστικότητα γύρω από
το πυρηνικό πρόγραμμα
δεν περιορίστηκε στις
δημόσιες δηλώσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που
παρουσιάζει το
CNN,
το Ισραήλ είχε λάβει
μέτρα ώστε ακόμη και οι
Αμερικανοί επιθεωρητές
να μην αποκτήσουν πλήρη
εικόνα των εγκαταστάσεων
της Ντιμόνα.
Χαρακτηριστική είναι η
αναφορά σε ισραηλινό
ντοκιμαντέρ του 2024,
σύμφωνα με το οποίο,
πριν από τις επισκέψεις
των επιθεωρητών, οι
υπεύθυνοι της
εγκατάστασης έκρυβαν
πίσω από έναν τοίχο τον
ανελκυστήρα που οδηγούσε
στις υπόγειες
εγκαταστάσεις παραγωγής
πλουτωνίου.
Η μυστικότητα
διατηρήθηκε για
δεκαετίες, μέχρι το
1986, όταν ο πρώην
τεχνικός της Ντιμόνα
Μορντεχάι Βανούνου
αποφάσισε να αποκαλύψει
πληροφορίες για το
πρόγραμμα. Παρέδωσε
στους βρετανικούς
Sunday
Times
φωτογραφίες και
λεπτομέρειες σχετικά με
τις δραστηριότητες της
εγκατάστασης,
προκαλώντας διεθνή
δημοσιότητα.
Πριν από τη δημοσίευση
του υλικού, πράκτορας
της Μοσάντ τον
προσέγγισε και τον
οδήγησε στη Ρώμη, όπου
απήχθη και μεταφέρθηκε
μυστικά στο Ισραήλ. Εκεί
καταδικάστηκε για
προδοσία και συναφή
αδικήματα κατασκοπείας
και παρέμεινε στη φυλακή
για 18 χρόνια.
Οι αποκαλύψεις του
Βανούνου δεν οδήγησαν σε
αλλαγή της επίσημης
ισραηλινής στάσης. Η
πολιτική της μη
επιβεβαίωσης ούτε της
διάψευσης συνεχίστηκε,
διατηρώντας το πυρηνικό
οπλοστάσιο εκτός της
επίσημης δημόσιας
συζήτησης.
Σήμερα, σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της οργάνωσης
Nuclear
Threat
Initiative
που επικαλείται το
CNN,
το Ισραήλ διαθέτει
περίπου 90 πυρηνικές
κεφαλές. Η χώρα δεν έχει
υπογράψει τη Συνθήκη για
τη Μη Διάδοση των
Πυρηνικών Όπλων (NPT).
Το Ιράν και η νέα
ισορροπία πυρηνικής
αποτροπής στη Μέση
Ανατολή
Η ισορροπία που
διαμορφώθηκε κατά τον
Ψυχρό Πόλεμο
αντιμετωπίζει πλέον
διαφορετικές και πιο
σύνθετες προκλήσεις. Η
αντιπαράθεση ΗΠΑ και
Ισραήλ με το Ιράν, οι
πυρηνικές φιλοδοξίες της
Τεχεράνης και η
προοπτική
αμερικανοσαουδαραβικής
πυρηνικής συνεργασίας
δημιουργούν ένα νέο
περιβάλλον ασφαλείας.
Ο Τζέιμς Άκτον, ειδικός
σε θέματα μη διάδοσης
πυρηνικών όπλων στο
Carnegie
Endowment
for
International
Peace,
εκτιμά ότι υπάρχει
πιθανότητα 50% το Ιράν
να αποκτήσει πυρηνικό
όπλο μέσα στα επόμενα
τρία χρόνια.
Την ίδια στιγμή, η
Σαουδική Αραβία έχει
προειδοποιήσει ότι θα
επιδιώξει και η ίδια την
απόκτηση πυρηνικών όπλων
εάν το Ιράν προχωρήσει
σε αντίστοιχη κίνηση.
Μια τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να μεταβάλει
ριζικά τις ισορροπίες
στην περιοχή,
δημιουργώντας κίνητρα
και για άλλες χώρες να
επανεξετάσουν τη στάση
τους απέναντι στην
πυρηνική αποτροπή.
Το ζήτημα δεν αφορά
πλέον μόνο το ισραηλινό
οπλοστάσιο, αλλά και το
κατά πόσο η μακρόχρονη
πολιτική της σιωπής
μπορεί να λειτουργήσει
σε ένα περιβάλλον όπου
περισσότερα κράτη
ενδέχεται να επιδιώξουν
πυρηνικές δυνατότητες.
Οι πιέσεις προς την
Ουάσιγκτον για
μεγαλύτερη διαφάνεια
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ
εντείνονται οι φωνές που
αμφισβητούν τη
σκοπιμότητα της
συγκεκριμένης πολιτικής.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής
Χοακίν Κάστρο
χαρακτηρίζει την
αμερικανική στάση
απέναντι στο ισραηλινό
πυρηνικό πρόγραμμα
«απερίσκεπτη και
επικίνδυνη».
Το βασικό ερώτημα που
θέτει αφορά τα όρια της
αμερικανικής εμπλοκής σε
μια ενδεχόμενη πυρηνική
κρίση: πώς μπορούν οι
ΗΠΑ να συμμετέχουν σε
στρατιωτικές
επιχειρήσεις στο πλευρό
του Ισραήλ, χωρίς να
υπάρχει δημόσια σαφήνεια
για τις κόκκινες γραμμές
που θα μπορούσαν να
οδηγήσουν στη χρήση
πυρηνικών όπλων;
Ενδεικτική της δυσκολίας
διατήρησης της επίσημης
σιωπής ήταν και η
τοποθέτηση του υπουργού
Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο
ενώπιον του Κογκρέσου
τον Ιούνιο. Ο Αμερικανός
αξιωματούχος αναγνώρισε
ότι το μεγαλύτερο μέρος
της διεθνούς κοινότητας
θεωρεί πως το Ισραήλ
διαθέτει πυρηνικά όπλα,
επισημαίνοντας παράλληλα
ότι ούτε το ίδιο ούτε οι
ΗΠΑ το έχουν αναγνωρίσει
επισήμως.
Ωστόσο, μια επίσημη
παραδοχή δεν θεωρείται
απαραίτητα ότι θα
συνέβαλλε στη
σταθερότητα. Ο καθηγητής
του Georgetown
Μάθιου Κρένιγκ
προειδοποιεί ότι θα
μπορούσε να λειτουργήσει
ως αφετηρία για μια
ευρύτερη πυρηνική κούρσα
εξοπλισμών στη Μέση
Ανατολή.
Έτσι, η Ουάσιγκτον
βρίσκεται αντιμέτωπη με
ένα δύσκολο δίλημμα: από
τη μία πλευρά, η
διατήρηση της πυρηνικής
ασάφειας περιορίζει τη
δημόσια λογοδοσία και
αφήνει αναπάντητα
κρίσιμα ερωτήματα για
τις ισορροπίες
ασφαλείας. Από την άλλη,
η εγκατάλειψή της
ενδέχεται να προκαλέσει
αντιδράσεις που θα
επιταχύνουν την πυρηνική
διάδοση στην περιοχή. Η
συμφωνία που
διαμορφώθηκε πριν από
περισσότερα από 50
χρόνια καλείται πλέον να
δοκιμαστεί σε ένα
εντελώς διαφορετικό
γεωπολιτικό περιβάλλον.
|