|
Το νέο πλαίσιο δεν
φαίνεται να μεταβάλλει
ουσιαστικά το κόστος για
ένα τυπικό καταναλωτικό
δάνειο διάρκειας έως
επτά ετών που
εξυπηρετείται κανονικά.
Ενδεικτικά, ένα δάνειο
ύψους 10.000 ευρώ με
επιτόκιο 12% (ΣΕΠΕ 13%)
και διάρκεια πέντε ετών
δημιουργεί συνολικούς
τόκους περίπου 3.320
ευρώ. Στο τέλος της
περιόδου, ο δανειολήπτης
θα έχει καταβάλει
συνολικά περίπου 13.320
ευρώ, με τη συνολική
επιβάρυνση να
αντιστοιχεί σε περίπου
33,2% του αρχικού
κεφαλαίου, σημαντικά
χαμηλότερα από το όριο
του 70% που προβλέπει το
νέο νομοσχέδιο.
Υπενθυμίζεται ότι το
ΣΕΠΕ αποτυπώνει το
συνολικό ετήσιο
πραγματικό κόστος του
δανείου,
συμπεριλαμβάνοντας και
πρόσθετες επιβαρύνσεις
όπως τα έξοδα φακέλου,
γεγονός που το καθιστά
υψηλότερο από το
ονομαστικό επιτόκιο.
Στο ίδιο παράδειγμα, εάν
η διάρκεια αποπληρωμής
αυξηθεί στα 10 έτη, το
συνολικό ποσό του
δανείου διαμορφώνεται
περίπου στα 17.200 ευρώ,
εκ των οποίων 7.200 ευρώ
αντιστοιχούν σε τόκους
και λοιπές επιβαρύνσεις.
Σε αυτή την περίπτωση, η
συνολική επιβάρυνση
ανέρχεται περίπου στο
72% του αρχικού
κεφαλαίου, παραμένοντας
οριακά κάτω από το
πλαφόν του 75% που
ισχύει για δάνεια
μεγαλύτερης διάρκειας.
Η σύγκριση των δύο
σεναρίων δείχνει ότι στο
πενταετές δάνειο το όριο
του 70% δεν επηρεάζει
ουσιαστικά την αγορά,
καθώς παραμένει αρκετά
υψηλό σε σχέση με τα
τυπικά τραπεζικά
δεδομένα. Αντίθετα, όταν
η διάρκεια επιμηκύνεται,
το ίδιο δάνειο πλησιάζει
αισθητά τα θεσμοθετημένα
όρια, με αποτέλεσμα να
ενεργοποιείται πιο άμεσα
ο λεγόμενος «κόφτης». Σε
περίπτωση ανόδου του
επιτοκίου, για
παράδειγμα στο 14%,
είναι πιθανό το συνολικό
κόστος να υπερβεί το
όριο του 75%, ειδικά σε
μακροχρόνιες
χρηματοδοτήσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία των
τραπεζών, το μέσο
καταναλωτικό δάνειο
σήμερα ανέρχεται περίπου
στα 5.000 ευρώ με μέση
διάρκεια αποπληρωμής
γύρω στα πέντε έτη.
Υψηλότερα κινούνται τα
δάνεια για αγορά
αυτοκινήτου, τα οποία
προσεγγίζουν τα 10.000
ευρώ, με διάρκεια που
συχνά υπερβαίνει επίσης
την πενταετία.
Ο «κόφτης» αποκτά
ιδιαίτερη σημασία κυρίως
σε περιπτώσεις αθέτησης
πληρωμών, όπου αρχίζουν
να συσσωρεύονται τόκοι
υπερημερίας και
πρόσθετες επιβαρύνσεις,
λειτουργώντας ως ανώτατο
όριο στην εκτόξευση της
συνολικής οφειλής. Στο
ίδιο παράδειγμα, σε
περίπτωση παύσης
πληρωμών, το δάνειο
επιβαρύνεται με τόκο
υπερημερίας περίπου
2,5%, ανεβάζοντας το
συνολικό επιτόκιο κοντά
στο 14,5% και το ΣΕΠΕ
περίπου στο 15,5%.
Ωστόσο, το άρθρο 39
εξαιρεί από τον
υπολογισμό του ΣΕΠΕ τις
επιβαρύνσεις που
προκύπτουν από μη
συμμόρφωση του
καταναλωτή με τη
σύμβαση, όπως οι τόκοι
υπερημερίας και τα
πρόστιμα καθυστέρησης.
Με βάση αυτή την
προσέγγιση που υιοθετούν
οι τράπεζες, το όριο του
70% φαίνεται να
εφαρμόζεται αποκλειστικά
στο κόστος της
συμβατικής διάρκειας του
δανείου και όχι μετά την
καταγγελία της σύμβασης.
Το ζήτημα αυτό
αναμένεται να
αποσαφηνιστεί στη
διαδικασία διαβούλευσης
με το υπουργείο, καθώς η
συνολική επιβάρυνση
υπολογίζεται κατά την
υπογραφή της σύμβασης
και δεν λειτουργεί ως
δυναμικός μηχανισμός
παρακολούθησης της
οφειλής.
Παράλληλα, ενδέχεται να
ανακύψουν ζητήματα και
από μεταβολές επιτοκίων
αναφοράς, όπως το
euribor,
δεδομένου ότι πολλά
καταναλωτικά δάνεια
συνδέονται με αυτό,
γεγονός που μπορεί να
μεταβάλει το τελικό
κόστος. Αντίστοιχα,
ερωτήματα μπορεί να
προκύψουν και σε
περιπτώσεις επιμήκυνσης
της διάρκειας
αποπληρωμής λόγω
αδυναμίας του
δανειολήπτη.
Σε μια προσπάθεια
περιορισμού των «κρυφών»
χρεώσεων, το νομοσχέδιο
προβλέπει ότι η επιβολή
εξόδων σε συμβάσεις
πίστωσης επιτρέπεται
μόνο όταν αυτά
αντιστοιχούν σε
πραγματικές υπηρεσίες
του πιστωτικού φορέα ή
σε δαπάνες προς τρίτους
και δεν αποσκοπούν στην
κάλυψη του λειτουργικού
κόστους της τράπεζας.
Σύμφωνα με τραπεζικές
πηγές, αυτό οδηγεί
ουσιαστικά στην
κατάργηση των εξόδων
φακέλου, που σήμερα
ανέρχονται περίπου στα
200 ευρώ, με εξαίρεση
συγκεκριμένες
περιπτώσεις όπως νομικοί
ή τεχνικοί έλεγχοι σε
δάνεια με εξασφαλίσεις ή
επισκευαστικές
πιστώσεις.
|