|
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη
σημασία, καθώς φέρνει
στο προσκήνιο ένα ζήτημα
που αφορά ολοένα
περισσότερους
φορολογουμένους: τι
συμβαίνει όταν ένας
ιδιώτης ρευστοποιεί
κρυπτονομίσματα,
μεταφέρει τα χρήματα
μέσω τραπεζικού
λογαριασμού και στη
συνέχεια θέλει να
αποδείξει την προέλευσή
τους ή να τα
χρησιμοποιήσει για την
κάλυψη τεκμηρίων.
Παράλληλα, η
συγκεκριμένη υπόθεση
καταδεικνύει ότι μέχρι
σήμερα δεν υπάρχει ένα
πλήρως διαμορφωμένο και
σαφές φορολογικό πλαίσιο
για τα κέρδη ιδιωτών από
αγοραπωλησίες
crypto,
όταν οι συναλλαγές δεν
έχουν χαρακτηριστικά
επιχειρηματικής
δραστηριότητας.
Το οικονομικό επιτελείο
έχει ήδη επεξεργαστεί
νέο πλαίσιο για τη
φορολογική αντιμετώπιση
των crypto-assets,
το οποίο προβλέπει
συγκεκριμένους κανόνες
για τη φορολόγηση των
υπεραξιών, χωρίς όμως οι
σχετικές διατάξεις να
έχουν ακόμη κατατεθεί
στη Βουλή.
Η υπόθεση των 620.323
ευρώ
Η υπόθεση περιλαμβάνεται
στην απόφαση ΔΕΔ
2407/2026 και αφορά τη
φορολογική δήλωση για το
έτος 2024. Ο
φορολογούμενος είχε
αναγράψει στον κωδικό
659 το ποσό των
620.323,34 ευρώ,
δηλώνοντας ότι αυτό
προερχόταν από
μεταβίβαση
κρυπτονομισμάτων.
Τα χρήματα είχαν
καταλήξει στον τραπεζικό
του λογαριασμό μέσω δύο
ξεχωριστών εμβασμάτων.
Το πρώτο ποσό, ύψους
357.643,64 ευρώ,
πιστώθηκε στις 23
Ιουλίου 2024, ενώ το
δεύτερο, ύψους
262.679,70 ευρώ, στις 2
Σεπτεμβρίου 2024.
Η φορολογική διοίκηση
ζήτησε στοιχεία που να
αποδεικνύουν την
προέλευση των χρημάτων.
Ο φορολογούμενος
προσκόμισε τα σχετικά
παραστατικά των
εισερχόμενων εμβασμάτων,
καθώς και βεβαίωση
εταιρείας που συνδεόταν
με τις συναλλαγές.
Παρά τα δικαιολογητικά
που υποβλήθηκαν, το
ΚΕ.ΦΟ.Δ.Ε. Αττικής δεν
αναγνώρισε το ποσό κατά
την εκκαθάριση της
φορολογικής δήλωσης.
Η συνέπεια ήταν
ιδιαίτερα σημαντική για
τον φορολογούμενο, καθώς
τα 620.323,34 ευρώ δεν
μπορούσαν να
αξιοποιηθούν μέσω του
κωδικού 659 ως ποσό για
την κάλυψη τεκμηρίων.
Για τον λόγο αυτό
προσέφυγε στη ΔΕΔ,
ζητώντας την επανεξέταση
της υπόθεσης.
Η ΔΕΔ, ωστόσο, απέρριψε
την ενδικοφανή προσφυγή
και ουσιαστικά επικύρωσε
τη θέση της φορολογικής
διοίκησης.
Το σκεπτικό της ΔΕΔ
Το κρίσιμο στοιχείο στην
απόφαση αφορά τη
λειτουργία του κωδικού
659. Ο συγκεκριμένος
κωδικός προορίζεται για
ποσά που έχουν
φορολογηθεί με ειδικό
τρόπο ή για εισοδήματα
τα οποία απαλλάσσονται
ρητά από τη φορολογία.
Στην εξεταζόμενη
περίπτωση, η ΔΕΔ έκρινε
ότι τα ποσά που
προέκυψαν από τη
μεταβίβαση
bitcoin
δεν μπορούσαν να
υπαχθούν σε κάποια από
τις συγκεκριμένες
κατηγορίες.
Δεν προέκυπτε ότι το
εισόδημα είχε ήδη
φορολογηθεί αυτοτελώς με
ειδικό τρόπο, ενώ
παράλληλα δεν υπήρχε
συγκεκριμένη διάταξη που
να προβλέπει την
απαλλαγή του από τον
φόρο.
Ως αποτέλεσμα, κρίθηκε
ότι το ποσό δεν μπορούσε
να δηλωθεί στον κωδικό
659 και επικυρώθηκε ο
διοικητικός
προσδιορισμός του φόρου
για το φορολογικό έτος
2024.
Η απόφαση ουσιαστικά
αποτυπώνει το πρόβλημα
που δημιουργεί η απουσία
ενός ολοκληρωμένου
πλαισίου για τα
κρυπτονομίσματα. Ένας
φορολογούμενος μπορεί να
έχει πραγματοποιήσει
συναλλαγές οι οποίες
είναι καταγεγραμμένες,
τα χρήματα να έχουν
περάσει από το τραπεζικό
σύστημα και να μπορεί να
αποδείξει την προέλευσή
τους, χωρίς ωστόσο να
υπάρχει σαφής φορολογική
διαδικασία για την
αξιοποίησή τους ως
κεφάλαιο που καλύπτει
τεκμήρια.
Έρχεται φόρος 15% στις
υπεραξίες
Το κενό αυτό επιχειρεί
να αντιμετωπίσει το νέο
φορολογικό πλαίσιο που
επεξεργάζεται το
οικονομικό επιτελείο.
Κεντρική πρόβλεψη του
σχεδιασμού είναι η
επιβολή φόρου υπεραξίας
15% στα κέρδη που
προκύπτουν από την
πώληση κρυπτονομισμάτων,
με αντίστοιχη λογική που
εφαρμόζεται και σε άλλες
επενδυτικές
τοποθετήσεις.
Σημαντικό είναι ότι ο
φόρος δεν θα επιβάλλεται
στο συνολικό ποσό της
πώλησης, αλλά στο
πραγματικό κέρδος που
προκύπτει από τη
συναλλαγή.
Η φορολογητέα υπεραξία
θα προκύπτει από τη
διαφορά μεταξύ της αξίας
κτήσης και της αξίας
πώλησης του
κρυπτοστοιχείου, ενώ θα
λαμβάνονται υπόψη και οι
άμεσα συνδεδεμένες
δαπάνες αγοράς και
πώλησης.
Για παράδειγμα, εάν ένας
επενδυτής έχει αγοράσει
ένα κρυπτονόμισμα για
20.000 ευρώ και στη
συνέχεια το πουλήσει για
30.000 ευρώ, η
φορολογική βάση θα είναι
τα 10.000 ευρώ της
υπεραξίας και όχι
ολόκληρο το ποσό των
30.000 ευρώ.
Αφορολόγητη υπεραξία έως
500 ευρώ
Στο υπό διαμόρφωση
πλαίσιο περιλαμβάνεται
επίσης πρόβλεψη για
ετήσιο αφορολόγητο όριο
υπεραξίας ύψους 500
ευρώ.
Στόχος είναι να μην
επιβαρύνονται με
φορολογικές υποχρεώσεις
όσοι πραγματοποιούν
συναλλαγές μικρής αξίας.
Εφόσον η συνολική
υπεραξία από πωλήσεις
κρυπτονομισμάτων δεν
ξεπερνά τα 500 ευρώ μέσα
στο έτος, δεν θα
προκύπτει φόρος με βάση
τον σχεδιασμό.
Ιδιαίτερα σημαντική
είναι και η πρόθεση να
αναγνωριστούν τα
κρυπτοστοιχεία ως
περιουσιακά στοιχεία.
Αυτό θα μπορούσε να
επιτρέψει στους
φορολογουμένους να
χρησιμοποιούν νόμιμα
έσοδα από ρευστοποίηση
crypto
ως αποδεικνυόμενη πηγή
κεφαλαίων.
Με αυτόν τον τρόπο, ποσά
που προέρχονται από
νόμιμες πωλήσεις
κρυπτονομισμάτων θα
μπορούν, υπό τις
προβλεπόμενες
προϋποθέσεις, να
αξιοποιούνται για την
κάλυψη τεκμηρίων και να
δικαιολογούν δαπάνες
όπως η αγορά ακινήτου, η
συμμετοχή σε επιχείρηση
ή άλλες επενδυτικές
κινήσεις.
Μέχρι όμως να θεσπιστούν
οι νέοι κανόνες, η
φορολογική αντιμετώπιση
των κρυπτονομισμάτων
παραμένει σε αρκετά
σημεία ασαφής. Η υπόθεση
των 620.323 ευρώ δείχνει
ότι το πρόβλημα έχει ήδη
περάσει από τον χώρο των
ψηφιακών συναλλαγών στην
καθημερινή φορολογική
πραγματικότητα και πλέον
απαιτεί σαφείς κανόνες
για την προέλευση, τη
φορολόγηση και την
αξιοποίηση των χρημάτων
που προέρχονται από τα
crypto.
|