|
Στους servicers το 92%
των κόκκινων δανείων
Η μετατόπιση των
προβληματικών δανείων
από τις τράπεζες προς
τους servicers
είναι πλέον εντυπωσιακή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του ΙΟΒΕ για το ιδιωτικό
χρέος, οι εταιρείες
διαχείρισης έχουν υπό
τον έλεγχό τους περίπου
το 92% των μη
εξυπηρετούμενων δανείων,
ενώ μόλις το 8%
παραμένει στους
τραπεζικούς ισολογισμούς.
Με άλλα λόγια, η
εξυγίανση των τραπεζών
πραγματοποιήθηκε σε
μεγάλο βαθμό μέσω της
μεταφοράς του
προβληματικού
ενεργητικού εκτός
τραπεζικού συστήματος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει
ότι οι οφειλές
διαγράφηκαν. Τα δάνεια
που τιτλοποιήθηκαν ή
πωλήθηκαν εξακολουθούν
να βαρύνουν τους
δανειολήπτες και η τύχη
τους εξαρτάται πλέον σε
μεγάλο βαθμό από τις
πρακτικές των
servicers.
Το επόμενο μεγάλο
στοίχημα είναι επομένως
διαφορετικό:
ρυθμίσεις,
αναδιαρθρώσεις,
ανακτήσεις και οριστική
επίλυση των παλαιών
οφειλών.
Οι servicers
περνούν έτσι σταδιακά
από τη φάση της
διαχείρισης τεράστιων
χαρτοφυλακίων
NPLs
στη δυσκολότερη φάση της
πραγματικής ανάκτησης
των απαιτήσεων.
Το ιδιωτικό χρέος φτάνει
τα 417 δισ. ευρώ
Το πρόβλημα, πάντως,
είναι πολύ μεγαλύτερο
από τα κόκκινα τραπεζικά
δάνεια.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, στο
τέλος του 2025 το
συνολικό ιδιωτικό χρέος
είχε ανέλθει σε
417 δισ. ευρώ,
ποσό που αντιστοιχούσε
στο 168% του ΑΕΠ.
Από αυτό το ποσό,
251,9 δισ. ευρώ
αφορούσαν δανειακές
υποχρεώσεις, ενώ οι
ληξιπρόθεσμες οφειλές
έφταναν τα 237,8
δισ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή δείχνει
ότι το ζήτημα του
ιδιωτικού χρέους στην
Ελλάδα δεν αφορά πλέον
μόνο τα μη
εξυπηρετούμενα
στεγαστικά, καταναλωτικά
ή επιχειρηματικά δάνεια.
Ένα τεράστιο μέρος των
προβληματικών
υποχρεώσεων βρίσκεται
πλέον εκτός τραπεζικού
συστήματος και αφορά
χρέη προς το Δημόσιο.
Τα χρέη προς ΑΑΔΕ και
ΕΦΚΑ στο επίκεντρο
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές
προς ΑΑΔΕ και
ΕΦΚΑ ανέρχονταν σε 165,2
δισ. ευρώ,
αντιπροσωπεύοντας
περίπου το 69%
του συνόλου των
ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Πρόκειται για μια
κρίσιμη παράμετρο, καθώς
δείχνει ότι η
αποκλιμάκωση των
NPLs
στους τραπεζικούς
ισολογισμούς δεν πρέπει
να συγχέεται με
αντίστοιχη εξάλειψη του
συνολικού προβλήματος
χρέους της ελληνικής
οικονομίας.
Η Ελλάδα έχει κάνει
μεγάλη πρόοδο στην
εξυγίανση του τραπεζικού
συστήματος, όμως ένα
σημαντικό μέρος του
προβληματικού χρέους
έχει απλώς αλλάξει
«χέρια»: από τις
τράπεζες πέρασε στους
servicers
και, σε ένα διαφορετικό
επίπεδο, μεγάλο μέρος
των ληξιπρόθεσμων
υποχρεώσεων παραμένει
απέναντι στο Δημόσιο.
Η θετική πλευρά:
λιγότερα κόκκινα δάνεια
Παρά τη μεγάλη
συσσώρευση χρέους, η
συνολική εικόνα δεν
είναι αποκλειστικά
αρνητική.
Το ποσοστό του
ληξιπρόθεσμου ιδιωτικού
χρέους στο σύνολο έχει
μειωθεί σημαντικά. Το
πρώτο τρίμηνο του 2026
αντιστοιχούσε στο
56,7% του
συνολικού ιδιωτικού
χρέους, έναντι
70,8% το 2018.
Ταυτόχρονα, η πιστωτική
επέκταση έχει ενισχυθεί,
ιδιαίτερα προς τις
επιχειρήσεις. Επομένως,
η αύξηση του συνολικού
ιδιωτικού χρέους δεν
σημαίνει αυτομάτως ότι
έχει επιδεινωθεί η
ποιότητά του στον ίδιο
βαθμό.
Υπάρχει μια σημαντική
διαφοροποίηση:
άλλο η αύξηση των
εξυπηρετούμενων
επιχειρηματικών δανείων
και άλλο η συσσώρευση
ληξιπρόθεσμων οφειλών
προς το Δημόσιο.
Το νέο κεφάλαιο για
τράπεζες και
servicers
Η μεγάλη επιτυχία της
προηγούμενης δεκαετίας
ήταν η δραστική μείωση
των κόκκινων δανείων
μέσα στους τραπεζικούς
ισολογισμούς. Αυτό
επέτρεψε στις τράπεζες
να επικεντρωθούν ξανά
στη χρηματοδότηση της
οικονομίας και στη
χορήγηση νέων δανείων.
Το επόμενο κεφάλαιο όμως
είναι πολύ πιο σύνθετο.
Οι servicers
έχουν πλέον αναλάβει τη
διαχείριση του
μεγαλύτερου μέρους του
παλαιού αποθέματος
NPLs
και θα κριθούν όχι τόσο
από το μέγεθος των
χαρτοφυλακίων που
διαχειρίζονται, αλλά από
το πόσο αποτελεσματικά
μπορούν να μετατρέψουν
αυτά τα χαρτοφυλάκια σε
ρυθμίσεις,
ανακτήσεις και οριστικές
λύσεις.
Την ίδια στιγμή, η
πολιτεία καλείται να
αντιμετωπίσει το
τεράστιο απόθεμα
ληξιπρόθεσμων οφειλών
προς ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ.
Έτσι, η εικόνα είναι
πλέον διπλή: οι
τράπεζες έχουν σε μεγάλο
βαθμό καθαρίσει τους
ισολογισμούς τους, αλλά
η ελληνική οικονομία δεν
έχει ακόμη απαλλαγεί από
το βάρος του ιδιωτικού
χρέους. Το
πρόβλημα μετακινήθηκε
από τις τράπεζες στους
servicers
και στο Δημόσιο και η
οριστική του επίλυση
παραμένει ένα από τα
σημαντικότερα στοιχήματα
για τα επόμενα χρόνια.
|