|
Η ΔΕΘ ως σημείο
εκκίνησης για την τελική
ευθεία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης
επιχείρησε να
αποσυνδέσει την αυξημένη
κυβερνητική κινητικότητα
από οποιαδήποτε
προεκλογική
προετοιμασία,
υποστηρίζοντας ότι μια
κυβέρνηση οφείλει να
συνεχίζει κανονικά το
έργο της μέχρι το τέλος
της θητείας της.
Ωστόσο, η ΔΕΘ αναμένεται
να αποτελέσει έναν από
τους σημαντικότερους
πολιτικούς σταθμούς των
επόμενων μηνών. Ο
πρωθυπουργός
προσανατολίζεται στην
παρουσίαση όχι μόνο ενός
οικονομικού προγράμματος
για τον επόμενο χρόνο,
αλλά ενός συνολικού
σχεδίου για την επόμενη
τετραετία.
Η επιλογή αυτή έχει
ιδιαίτερη πολιτική
σημασία. Καθώς θα
πλησιάζουν οι εκλογές, η
κυβέρνηση θα δέχεται
ολοένα μεγαλύτερη πίεση
να απαντήσει στις
παροχές και στις
προτάσεις της
αντιπολίτευσης. Η
στρατηγική της Νέας
Δημοκρατίας είναι να
αποφύγει έναν
ανταγωνισμό υποσχέσεων
και να επιχειρήσει να
μετατρέψει τη συζήτηση
σε σύγκριση συνολικών
κυβερνητικών σχεδίων.
Έτσι, η φετινή ΔΕΘ δεν
θα αποτελέσει απλώς μια
ακόμη οικονομική
εξαγγελία. Θα
λειτουργήσει ως το πρώτο
μεγάλο βήμα για τη
διαμόρφωση του
κυβερνητικού αφηγήματος
ενόψει της επόμενης
εκλογικής αναμέτρησης.
Η οικονομία στο
επίκεντρο της εκλογικής
μάχης
Το δεύτερο βασικό μήνυμα
αφορά την οικονομία. Ο
πρωθυπουργός αναγνώρισε
ότι η ακρίβεια
εξακολουθεί να αποτελεί
μία από τις μεγαλύτερες
προκλήσεις για την
κυβέρνηση,
επισημαίνοντας
ουσιαστικά ότι οι
αυξήσεις εισοδημάτων δεν
έχουν μεταφραστεί στον
ίδιο βαθμό σε πραγματική
βελτίωση της αγοραστικής
δύναμης των πολιτών.
Αυτό είναι κρίσιμο για
την επόμενη εκλογική
αναμέτρηση. Οι
δημοσιονομικοί δείκτες
και οι ρυθμοί ανάπτυξης
μπορεί να βελτιώνονται,
όμως η εκλογική
συμπεριφορά θα
επηρεαστεί κυρίως από
την καθημερινή
οικονομική εμπειρία των
νοικοκυριών.
Ακρίβεια, διαθέσιμο
εισόδημα, φορολογία και
κόστος στέγασης
αναμένεται να
αποτελέσουν τα βασικά
οικονομικά ζητήματα της
επόμενης περιόδου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η
κυβέρνηση δίνει
ιδιαίτερη έμφαση στις
φορολογικές ελαφρύνσεις
που έχουν ήδη
εφαρμοστεί, αλλά κυρίως
σε εκείνες που
αναμένεται να
ανακοινωθούν στη ΔΕΘ.
Ιδιαίτερη αναφορά
γίνεται στους
μικρομεσαίους και στους
ελεύθερους
επαγγελματίες, δηλαδή σε
ένα εκλογικό ακροατήριο
με το οποίο η Νέα
Δημοκρατία επιδιώκει να
διατηρήσει ισχυρούς
δεσμούς.
Το κυβερνητικό στοίχημα
είναι πλέον διπλό: να
διατηρηθεί η εικόνα της
δημοσιονομικής
σταθερότητας και
ταυτόχρονα η οικονομική
ανάπτυξη να μετατραπεί
σε χειροπιαστό όφελος
για τα νοικοκυριά.
Όχι σε έναν νέο
πλειστηριασμό παροχών
Ιδιαίτερη θέση στη
συνέντευξη είχε η
συζήτηση για τη 13η
σύνταξη και τις
προτάσεις της
αντιπολίτευσης.
Ο πρωθυπουργός επιδιώκει
να δημιουργήσει μια σαφή
διαχωριστική γραμμή
ανάμεσα σε μια κυβέρνηση
που, όπως υποστηρίζει,
κοστολογεί τις
παρεμβάσεις της και σε
πολιτικές δυνάμεις που
προχωρούν σε εξαγγελίες
χωρίς να εξηγούν επαρκώς
πώς αυτές θα
χρηματοδοτηθούν.
Το συγκεκριμένο
επιχείρημα απευθύνεται
κυρίως σε ψηφοφόρους που
συνδέουν τη
δημοσιονομική
σταθερότητα με την
οικονομική ασφάλεια.
Παράλληλα, αποτελεί
προσπάθεια της
κυβέρνησης να μην
επιτρέψει στην
αντιπολίτευση να
διαμορφώσει μόνη της την
κοινωνική ατζέντα.
Το ερώτημα «ποιος
πληρώνει» αναμένεται
έτσι να αποτελέσει ένα
από τα βασικά όπλα της
Νέας Δημοκρατίας στην
προεκλογική
αντιπαράθεση.
Το στεγαστικό
μετατρέπεται σε κορυφαίο
πολιτικό ζήτημα
Σημαντικό μέρος της
συζήτησης αφορά πλέον
και το στεγαστικό, καθώς
η εκτόξευση των ενοικίων
και η περιορισμένη
προσφορά κατοικιών έχουν
μετατρέψει τη στέγαση σε
ένα από τα μεγαλύτερα
κοινωνικά προβλήματα.
Ο πρωθυπουργός
αναγνώρισε ότι το
πρόβλημα συνδέεται με
μια διαχρονική
ανισορροπία μεταξύ
προσφοράς και ζήτησης
και αναφέρθηκε σε
παρεμβάσεις όπως ένα
ενδεχόμενο «Σπίτι μου
3», η επιστροφή
ενοικίου, τα κίνητρα για
την επιστροφή κλειστών
κατοικιών στην αγορά και
η ανάγκη για καλύτερους
όρους χρηματοδότησης από
τις τράπεζες.
Η στεγαστική κρίση,
ωστόσο, είναι
διαφορετικής φύσης από
την ακρίβεια. Δεν
αντιμετωπίζεται μόνο με
εισοδηματικές
ενισχύσεις, αλλά απαιτεί
αύξηση της προσφοράς
κατοικιών και
παρεμβάσεις με πιο
μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Για τον λόγο αυτό, το
στεγαστικό αναμένεται να
αποτελέσει ένα από τα
βασικά πεδία στα οποία
θα κριθεί η
αποτελεσματικότητα της
κυβερνητικής πολιτικής
μέχρι τις εκλογές.
ΟΠΕΚΕΠΕ και θεσμοί
παραμένουν δύσκολο
μέτωπο
Στο πολιτικό επίπεδο, η
υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ
παραμένει ένα από τα
μεγαλύτερα προβλήματα
για την κυβέρνηση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης
αναγνώρισε ότι υπήρξε
σκάνδαλο και παραδέχθηκε
ότι η κυβέρνηση δεν
προχώρησε νωρίτερα στις
απαιτούμενες αλλαγές στη
λειτουργία του
Οργανισμού. Ταυτόχρονα,
όμως, επιχειρεί να
διαχωρίσει τις
διοικητικές και
πολιτικές ευθύνες από
την ευρύτερη πολιτική
αντιπαράθεση.
Στο ίδιο πλαίσιο
εντάσσεται και η αναφορά
στην Ευρωπαϊκή
Εισαγγελία. Ο
πρωθυπουργός δεν
αμφισβήτησε τον θεσμό
και επανέλαβε τη στήριξη
της κυβέρνησης στον ρόλο
του, διατηρώντας ωστόσο
το δικαίωμα να ασκεί
κριτική σε
συγκεκριμένους
χειρισμούς.
Για την κυβέρνηση, η
ισορροπία είναι δύσκολη:
πρέπει να υπερασπιστεί
τη θέση της χωρίς να
δημιουργήσει την
εντύπωση ότι αμφισβητεί
τους θεσμούς. Η
επανάληψη της θέσης ότι
τελικά «η Δικαιοσύνη θα
τα κρίνει όλα»
εντάσσεται ακριβώς σε
αυτή τη στρατηγική.
Η αυτοδυναμία παραμένει
ο μεγάλος στόχος
Το πιο καθαρό πολιτικό
μήνυμα της συνέντευξης
αφορά την επόμενη ημέρα
των εκλογών. Η Νέα
Δημοκρατία εξακολουθεί
να θέτει ως βασικό
στρατηγικό στόχο την
αυτοδυναμία και δεν
εμφανίζεται
διατεθειμένη, με τα
σημερινά δεδομένα, να
προεξοφλήσει
μετεκλογικές
συνεργασίες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης
επιχειρεί να παρουσιάσει
την αυτοδυναμία όχι ως
έκφραση κομματικής
υπεροψίας, αλλά ως
προϋπόθεση για πολιτική
σταθερότητα και ταχύτερη
λήψη αποφάσεων.
Παράλληλα, αξιοποιεί την
εμπειρία των εκλογικών
αναμετρήσεων του 2019
και του 2023 για να
υποστηρίξει ότι οι
δημοσκοπήσεις δεν
αποτελούν απαραίτητα
ασφαλή πρόβλεψη για το
τελικό αποτέλεσμα.
Το μήνυμα προς τους
ψηφοφόρους είναι συνεπώς
σαφές: η αυτοδυναμία
παραμένει εφικτός στόχος
και δεν πρέπει να
θεωρείται δεδομένο ότι η
επόμενη κυβέρνηση θα
προκύψει μέσα από
συνεργασίες.
Το ΠΑΣΟΚ παραμένει στο
στόχαστρο
Παρά την υποχώρησή του
στις δημοσκοπήσεις, το
ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να
βρίσκεται στο επίκεντρο
της κυβερνητικής
κριτικής.
Η Νέα Δημοκρατία
φαίνεται να
αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ
ως τον βασικό αντίπαλο
στον χώρο της
κεντροαριστεράς, ο
οποίος υπό προϋποθέσεις
θα μπορούσε να
διεκδικήσει μεγαλύτερο
ρόλο στην επόμενη
εκλογική αναμέτρηση.
Η αντιπαράθεση για τη
Συνταγματική Αναθεώρηση
αποτελεί χαρακτηριστικό
παράδειγμα. Η κυβέρνηση
επιχειρεί να παρουσιάσει
τη Χαριλάου Τρικούπη ως
δύναμη που περιορίζεται
στην αντιπολίτευση χωρίς
να καταθέτει ένα
συνεκτικό θεσμικό
σχέδιο.
Παράλληλα, η αναφορά στη
δημοσκοπική εικόνα του
ΠΑΣΟΚ υπηρετεί την
προσπάθεια της Νέας
Δημοκρατίας να ενισχύσει
το επιχείρημα ότι δεν
υπάρχει σήμερα μια
πειστική εναλλακτική
κυβερνητική πρόταση από
την πλευρά της
αξιωματικής
αντιπολίτευσης.
Ο Αλέξης Τσίπρας
επανέρχεται στο
κυβερνητικό αφήγημα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει και η
αναφορά του πρωθυπουργού
στον Αλέξη Τσίπρα.
Παρότι ο πρώην
πρωθυπουργός δεν ηγείται
σήμερα κοινοβουλευτικού
κόμματος, η Νέα
Δημοκρατία φαίνεται να
τον αντιμετωπίζει ήδη ως
πιθανό κεντρικό αντίπαλο
στην επόμενη εκλογική
μάχη.
Η κυβερνητική στρατηγική
απέναντι στον Αλέξη
Τσίπρα βασίζεται κυρίως
στη σύγκριση των
οικονομικών επιδόσεων
και των πολιτικών
επιλογών των δύο
περιόδων διακυβέρνησης.
Με αυτόν τον τρόπο, η
Νέα Δημοκρατία επιδιώκει
να επαναφέρει στο
πολιτικό προσκήνιο τη
σύγκριση της περιόδου
2015-2019 με τα χρόνια
της δικής της
διακυβέρνησης και να
μετατρέψει την οικονομία
σε βασικό πεδίο
αξιολόγησης των δύο
πολιτικών περιόδων.
Ελληνοτουρκικά: χαμηλοί
τόνοι και ισχυρή
αποτροπή
Στα εθνικά θέματα, ο
Κυριάκος Μητσοτάκης
υπερασπίστηκε τη
στρατηγική των «ήρεμων
νερών», χωρίς όμως να
αφήσει περιθώρια για την
εικόνα μιας Ελλάδας που
διαπραγματεύεται από
θέση αδυναμίας.
Η κυβερνητική γραμμή
στηρίζεται στην αποφυγή
της υπερβολικής έντασης
στις ελληνοτουρκικές
σχέσεις, παράλληλα με τη
διατήρηση ισχυρής
αποτρεπτικής ικανότητας.
Σε αυτή τη λογική
εντάσσεται και η έμφαση
στις Ένοπλες Δυνάμεις
και στην τεχνολογική
αναβάθμισή τους, με
αναφορές στην τεχνητή
νοημοσύνη, στα
drones,
στους δορυφόρους και
στην ενίσχυση της
ελληνικής αμυντικής
παραγωγής.
Η στρατηγική αυτή
επιχειρεί να προσαρμόσει
την έννοια της αποτροπής
στα νέα δεδομένα, όπου η
τεχνολογία αποκτά ολοένα
μεγαλύτερη σημασία.
Το μεγάλο πολιτικό
στοίχημα της κυβέρνησης
Η συνέντευξη του
Κυριάκου Μητσοτάκη στο
OPEN
ανέδειξε τελικά έναν
σαφή πολιτικό σχεδιασμό
για την τελική φάση της
κυβερνητικής θητείας.
Η κυβέρνηση θέλει να
φτάσει στις εκλογές
έχοντας ως βασικά
επιχειρήματα την
οικονομική σταθερότητα,
τις φορολογικές
ελαφρύνσεις, τις
επενδύσεις και ένα νέο
πρόγραμμα για την
επόμενη τετραετία.
Ταυτόχρονα, επιχειρεί να
αντιμετωπίσει τις
πιέσεις από την ακρίβεια
και το στεγαστικό, δύο
ζητήματα που μπορούν να
επηρεάσουν άμεσα την
καθημερινότητα των
πολιτών.
Η ΔΕΘ αναμένεται να
αποτελέσει το πρώτο
μεγάλο ορόσημο αυτής της
προσπάθειας, καθώς εκεί
θα φανεί σε σημαντικό
βαθμό το οικονομικό και
κοινωνικό περιεχόμενο
της κυβερνητικής
στρατηγικής για την
τελική ευθεία.
Στο πολιτικό μέτωπο, η
Νέα Δημοκρατία προτάσσει
την αυτοδυναμία και τη
σταθερότητα, ενώ
απέναντί της τοποθετεί
τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και
την προοπτική
επανεμφάνισης του Αλέξη
Τσίπρα. Την ίδια ώρα, ο
ΟΠΕΚΕΠΕ, οι θεσμικές
αντιπαραθέσεις και οι
υποθέσεις που έχουν
προκαλέσει πολιτικό
κόστος παραμένουν
ανοιχτά μέτωπα.
Το κρίσιμο ερώτημα,
ωστόσο, δεν θα είναι
μόνο εάν η κυβέρνηση θα
καταφέρει να διατηρήσει
το προβάδισμά της στην
πολιτική αντιπαράθεση.
Θα είναι κυρίως εάν θα
μπορέσει να πείσει τους
πολίτες ότι η οικονομική
ανάπτυξη και η
δημοσιονομική
σταθερότητα
μεταφράζονται σε
πραγματική βελτίωση του
βιοτικού τους επιπέδου.
Γιατί τελικά η επόμενη
εκλογική μάχη δεν θα
κριθεί μόνο από τα
πολιτικά διλήμματα που
θα θέσουν τα κόμματα,
αλλά και από την
καθημερινότητα των
πολιτών: το διαθέσιμο
εισόδημα, την ακρίβεια,
το κόστος στέγασης και
την αίσθηση οικονομικής
ασφάλειας. Εκεί θα
δοκιμαστεί στην πράξη το
κυβερνητικό αφήγημα της
σταθερότητας και εκεί θα
κριθεί σε μεγάλο βαθμό
εάν η Νέα Δημοκρατία
μπορεί να μετατρέψει τον
στόχο της αυτοδυναμίας
σε ρεαλιστική εκλογική
προοπτική.
|