|
Είναι εντυπωσιακό ότι η
Κίνα έχει κατασκευάσει
περισσότερα τετραγωνικά
μέτρα οικιστικών
ακινήτων ανά κάτοικο από
το Ηνωμένο Βασίλειο ή τη
Γαλλία, παρότι παραμένει
πολύ φτωχότερη χώρα. Τα
οδικά και σιδηροδρομικά
της δίκτυα βρίσκονται σε
επίπεδα αντίστοιχα με
εκείνα των πιο
προηγμένων οικονομιών
του κόσμου και, από
πολλές απόψεις, είναι
πολύ ανώτερα από τα
αντίστοιχα αμερικανικά.
Ωστόσο, η κινεζική
οικονομία παρουσιάζει
και έντονες
ανισορροπίες, θυμίζοντας
έναν αθλητή του
bodybuilding
που έχει αναπτύξει
υπερβολικά μόνο τον
κορμό του. Η κατανάλωση,
η οποία αποτελεί τον
βασικό κινητήριο μοχλό
της ανάπτυξης στις
ανεπτυγμένες οικονομίες,
παραμένει αδύναμη. Στην
ανατολική Κίνα
βρίσκονται μεγάλες
πόλεις που πλησιάζουν σε
επίπεδο ανάπτυξης τις
αντίστοιχες δυτικές
μητροπόλεις. Σε πολλές
μικρότερες πόλεις και
αγροτικές περιοχές,
όμως, όπου κατοικεί
τουλάχιστον ο μισός
πληθυσμός της χώρας, το
βιοτικό επίπεδο κινείται
κάπου ανάμεσα σε εκείνο
της Λατινικής Αμερικής
και της Νότιας Ασίας.
Ο φόβος πλέον είναι ότι,
μετά την κατάρρευση της
φούσκας στην αγορά
ακινήτων, η Κίνα
ενδέχεται να μην
καταφέρει ποτέ να
ξεφύγει από τη λεγόμενη
«παγίδα του μεσαίου
εισοδήματος». Όταν
ξέσπασε η κρίση στην
αγορά ακινήτων της
Ιαπωνίας, η χώρα ήταν
ήδη εξαιρετικά πλούσια,
με κατά κεφαλήν εισόδημα
που πλησίαζε εκείνο των
Ηνωμένων Πολιτειών.
Τριάντα χρόνια αργότερα,
το κατά κεφαλήν εισόδημά
της βρίσκεται πιο κοντά
σε εκείνο της Ιταλίας,
το οποίο με τη σειρά του
είναι χαμηλότερο από το
αντίστοιχο του Μισισίπι,
της φτωχότερης πολιτείας
των ΗΠΑ. Η σημερινή Κίνα
απέχει πολύ από το
επίπεδο πλούτου που είχε
η Ιαπωνία στις αρχές της
δεκαετίας του 1990.
Η αυτοματοποίηση και η
τεχνητή νοημοσύνη έχουν
ως αποτέλεσμα ακόμη και
οι πιο δυναμικοί κλάδοι
των πλέον δυναμικών
τομέων της κινεζικής
οικονομίας να μην
δημιουργούν αρκετές
θέσεις εργασίας. Η
ανεργία των νέων έχει
φτάσει σε τόσο υψηλά
επίπεδα, ώστε οι αρχές
δεν δημοσιεύουν πλέον τα
σχετικά στοιχεία σε
τακτική βάση. Ακόμη και
υπό τις καλύτερες
συνθήκες, θα ήταν
δύσκολο να
αντικατασταθεί ο
εξασθενημένος τομέας των
ακινήτων και των
υποδομών, ο οποίος, όπως
δείχνουμε στη μελέτη μας
με τον Γιανγκ,
αντιπροσωπεύει σχεδόν το
ένα τρίτο της συνολικής
ζήτησης, εάν
συνυπολογιστούν τόσο οι
άμεσες όσο και οι
έμμεσες επιδράσεις του.
Παρόλα αυτά, θα ήταν
λάθος να θεωρήσουμε ότι
η κρίση στην αγορά
ακινήτων περιορίζει
αναγκαστικά την
ικανότητα της Κίνας να
ανταγωνιστεί τις άλλες
δυνάμεις σε γεωπολιτικό
και οικονομικό επίπεδο.
Αν συζητήσει κανείς με
επιχειρηματίες ή
παρακολουθήσει
τεχνολογικά συνέδρια, θα
ακούσει ότι η κινεζική
οικονομία κυριαρχεί και
καινοτομεί. Η Κίνα δεν
είναι δημοκρατία και η
ηγεσία της έχει τη
δυνατότητα να επιτρέψει
στους δυναμικούς κλάδους
της τεχνολογίας και των
εξαγωγών να αναπτυχθούν,
ακόμη κι αν η υπόλοιπη
εγχώρια οικονομία
χρειαστεί δεκαετίες για
να απορροφήσει τις
συνέπειες της
υπερβολικής οικοδομικής
δραστηριότητας. Είναι
απολύτως πιθανό να
φανταστεί κανείς 450
εκατομμύρια Κινέζους να
ευημερούν σε μια
δυναμική οικονομία που
θα κυριαρχείται από την
τεχνολογία και τη
μεταποίηση, ενώ τα
υπόλοιπα 950 εκατομμύρια
θα διαβιούν με αισθητά
χαμηλότερο βιοτικό
επίπεδο.
Μπροστά σε μια τέτοια
κοινωνική και οικονομική
απόκλιση, οι
περισσότερες δυτικές
δημοκρατίες θα
αντιμετώπιζαν ασφυκτικές
πιέσεις για αναδιανομή
του εισοδήματος και του
πλούτου, όπως γνωρίζουν
καλά οι ευρωπαϊκές
χώρες. Στην Κίνα, όμως,
δεν είναι απαραίτητο να
συμβεί το ίδιο,
ιδιαίτερα εάν η
κυβέρνηση θεωρεί ότι η
εθνική ασφάλεια και ο
διεθνής ρόλος της χώρας
εξαρτώνται από την
ενίσχυση των
τεχνολογικών κλάδων
αιχμής. Άλλωστε, τα 450
εκατομμύρια άνθρωποι
αποτελούν πληθυσμό
μεγαλύτερο από εκείνον
των ΗΠΑ και περίπου
αντίστοιχο με τον
πληθυσμό της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Το κατά πόσο ένα τέτοιο
σενάριο είναι εφικτό
μένει, βεβαίως, να
φανεί. Από τότε που ο Σι
Τζινπίνγκ ανέλαβε την
προεδρία το 2013, το
Κομμουνιστικό Κόμμα έχει
δώσει σημαντική προσοχή
στις περιφερειακές
ανισότητες. Ωστόσο, οι
οικονομικές δυνάμεις που
συγκεντρώνουν την
οικονομική δραστηριότητα
σε μεγάλα αστικά κέντρα,
σε συνδυασμό με την
έντονη επιθυμία της
Κίνας να εδραιώσει τη
διεθνή της ισχύ,
ενδέχεται τελικά να
υπερισχύσουν των πιέσεων
για περιορισμό των
ανισοτήτων.
Ο σπουδαίος οικονομικός
ιστορικός Άνγκους
Μάντισον υποστήριζε, σε
κείμενό του στα τέλη της
δεκαετίας του 1960, ότι
—σε αντίθεση με τις
απόψεις πολλών
οικονομολόγων, μεταξύ
των οποίων και ο Πολ
Σάμιουελσον— η Σοβιετική
Ένωση δεν θα κατάφερνε
ποτέ να καλύψει πλήρως
την απόσταση από τις
Ηνωμένες Πολιτείες. Παρ'
όλα αυτά, χάρη στην
πλούσια επιστημονική της
παράδοση, θα μπορούσε να
ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ
στην τεχνολογική αιχμή
και να επιτύχει
στρατιωτική ισοτιμία.
Μία σημαντική διαφορά
ανάμεσα στη Σοβιετική
Ένωση και την Κίνα είναι
ότι η δεύτερη έχει
καταβάλει κάθε δυνατή
προσπάθεια για να
ενσωματωθεί στην
αμερικανική οικονομία
και επιστημονική
κοινότητα, τόσο μέσω του
εμπορίου όσο και μέσω
της επιστημονικής
συνεργασίας. Παρά τον
εμπορικό πόλεμο που έχει
εξαπολύσει ο πρόεδρος
των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ,
είναι σαφές ότι οι
σημερινές προκλήσεις,
από την κλιματική αλλαγή
μέχρι την ανεξέλεγκτη
τεχνητή νοημοσύνη, δεν
μπορούν να
αντιμετωπιστούν χωρίς
εκτεταμένη συνεργασία
μεταξύ των δύο
υπερδυνάμεων.
Επομένως, όσο παραλυτική
κι αν είναι η κρίση στην
αγορά ακινήτων της Κίνας
και όσο κι αν η
υπερβάλλουσα
κατασκευαστική
δραστηριότητα αναμένεται
να συγκρατήσει την
ανάπτυξη για πολλά ακόμη
χρόνια, ο δυναμικός
πυρήνας της οικονομίας
της θα συνεχίσει να
αναπτύσσεται, εφόσον η
χώρα διατηρήσει την
πολιτική της σταθερότητα
και δεν υποκύψει στον
πειρασμό της υπέρμετρης
αυτοκρατορικής
επέκτασης.
Ο Κένεθ Ρόγκοφ, πρώην
επικεφαλής οικονομολόγος
του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου,
είναι καθηγητής
Οικονομικών και Δημόσιας
Πολιτικής στο
Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ
και τιμήθηκε το 2011 με
το Βραβείο
Deutsche
Bank
για τη Χρηματοοικονομική
Οικονομική. Είναι
συν-συγγραφέας, μαζί με
την Κάρμεν Ράινχαρτ, του
βιβλίου «This Time Is
Different: Eight
Centuries of Financial
Folly» (Princeton
University Press, 2011)
και συγγραφέας του
βιβλίου «Our Dollar,
Your Problem» (Yale
University Press, 2025).
Πηγή: Project Syndicate
|