|
Στις υπόλοιπες
παρεμβάσεις, τα
αποτελέσματα υπήρξαν
σαφώς πιο περιορισμένα.
Οι αιτίες συνδέονται
τόσο με τις
ιδιαιτερότητες της
ελληνικής οικονομίας και
της εγχώριας αγοράς όσο
και με τους πρόσθετους
περιορισμούς που
θεσπίστηκαν κατά την
εφαρμογή των
μεταρρυθμίσεων,
διατηρώντας σε μεγάλο
βαθμό τα υφιστάμενα
πλεονεκτήματα
συγκεκριμένων
επαγγελματικών ομάδων.
Βρεφικό γάλα: Η
απελευθέρωση δεν έφερε
μόνιμη μείωση τιμών
Η απελευθέρωση της
διάθεσης του γάλακτος
πρώτης βρεφικής ηλικίας,
για βρέφη από 0 έως 6
μηνών, και η δυνατότητα
πώλησής του από τα
σούπερ μάρκετ αποτέλεσαν
μία από τις πλέον
αμφιλεγόμενες
μεταρρυθμίσεις της
προηγούμενης δεκαετίας.
Στα πρώτα χρόνια
εφαρμογής του μέτρου, οι
τιμές στα σούπερ μάρκετ
ήταν περίπου 20%
χαμηλότερες σε σύγκριση
με εκείνες των
φαρμακείων.
Η διαφορά αυτή, ωστόσο,
δεν διατηρήθηκε. Σήμερα,
οι καταναλωτές μπορούν
να βρίσκουν τα
συγκεκριμένα προϊόντα
στα ηλεκτρονικά
φαρμακεία σε τιμές
τουλάχιστον αντίστοιχες
με εκείνες των σούπερ
μάρκετ, περιορίζοντας το
όφελος που αρχικά είχε
προκύψει από την
απελευθέρωση της
διάθεσης.
Παράλληλα, ορισμένες
εταιρείες που διέθεταν
εξαρχής τα προϊόντα τους
αποκλειστικά μέσω
φαρμακείων συνέχισαν την
ίδια πρακτική και μετά
την αλλαγή του θεσμικού
πλαισίου. Έτσι, η
δυνατότητα διεύρυνσης
των καναλιών πώλησης δεν
αξιοποιήθηκε στον ίδιο
βαθμό από το σύνολο της
αγοράς.
Τα στοιχεία για τις
τιμές καταδεικνύουν,
πάντως, ότι οι πιέσεις
στο κόστος για τις
οικογένειες παραμένουν
ισχυρές. Κατά τη
δεκαετία 2016-2026, οι
τιμές των παιδικών
τροφών αυξήθηκαν
συνολικά κατά 37,5%, ενώ
η μέση τιμή του βρεφικού
γάλακτος ενισχύθηκε κατά
17,4% μόνο την τελευταία
πενταετία.
Επιπλέον, έρευνα της
Επιτροπής Ανταγωνισμού
είχε αναδείξει
σημαντικές αποκλίσεις
στις τιμές του βρεφικού
γάλακτος μεταξύ Ελλάδας
και άλλων ευρωπαϊκών
αγορών. Οι εταιρείες
αποδίδουν μέρος αυτής
της διαφοράς στο
περιορισμένο μέγεθος της
ελληνικής αγοράς, το
οποίο επιβαρύνεται από
τη μεγάλη μείωση των
γεννήσεων.
Ενδεικτικά, οι γεννήσεις
στην Ελλάδα υποχώρησαν
από 91.847 το 2015 σε
65.618 το 2025,
καταγράφοντας πτώση
28,6%. Η συρρίκνωση της
αγοράς αποτελεί, σύμφωνα
με την επιχειρηματολογία
των εταιρειών, έναν από
τους παράγοντες που
επηρεάζουν το κόστος και
την εμπορική πολιτική
τους.
ΜΗΣΥΦΑ και βιταμίνες: Η
αγορά που δεν άνοιξε
στην πράξη
Ανάλογη ήταν η εικόνα
στην αγορά των μη
συνταγογραφούμενων
φαρμάκων (ΜΗΣΥΦΑ), των
βιταμινών και των
συμπληρωμάτων διατροφής.
Παρά τις θεσμικές
παρεμβάσεις, η διάθεση
των συγκεκριμένων
προϊόντων από τα σούπερ
μάρκετ παρέμεινε
εξαιρετικά περιορισμένη.
Ειδικότερα, η δυνατότητα
πώλησης των φαρμάκων
γενικής διάθεσης
(ΓΕΔΙΦΑ), μιας
υποκατηγορίας των
ΜΗΣΥΦΑ, δεν αξιοποιήθηκε
ουσιαστικά, παρότι το
σχετικό πλαίσιο είχε
θεσπιστεί πριν από
περίπου δέκα χρόνια. Αν
και καθορίστηκαν οι
προϋποθέσεις παραγωγής
και διάθεσής τους, οι
φαρμακοβιομηχανίες δεν
έδειξαν την απαιτούμενη
προθυμία για την
προώθησή τους μέσω του
νέου καναλιού.
Αντίστοιχα, ελάχιστα
συμπληρώματα διατροφής
και βιταμίνες έφτασαν
τελικά στα ράφια των
σούπερ μάρκετ, καθώς οι
προμηθευτές διατήρησαν
σε μεγάλο βαθμό την
αποκλειστική διάθεση των
προϊόντων τους μέσω των
φαρμακείων.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι η
θεσμική απελευθέρωση δεν
μεταφράστηκε σε
ουσιαστική διεύρυνση του
ανταγωνισμού. Η
δυνατότητα εισόδου νέων
σημείων πώλησης υπήρχε,
αλλά δεν συνοδεύτηκε από
αντίστοιχη αλλαγή στην
εμπορική πρακτική των
προμηθευτών.
Φρέσκο γάλα: Ακριβότερο
κατά 28,7% μέσα σε μία
δεκαετία
Η αύξηση της διάρκειας
ζωής του νωπού γάλακτος
από πέντε σε επτά ημέρες
βρέθηκε στο επίκεντρο
της συζήτησης γύρω από
την «εργαλειοθήκη
ανταγωνισμού» του ΟΟΣΑ.
Βασικός στόχος της
παρέμβασης ήταν να
περιοριστούν οι
επιστροφές προϊόντων και
το κόστος διαχείρισης
των αποθεμάτων, ενώ
παράλληλα να
διευκολυνθούν οι
εισαγωγές και να
ενισχυθεί ο
ανταγωνισμός.
Η προσδοκία ήταν ότι η
μείωση των λειτουργικών
επιβαρύνσεων για τις
επιχειρήσεις θα οδηγούσε
και σε χαμηλότερες τιμές
για τον καταναλωτή.
Ωστόσο, η εξέλιξη των
τιμών δεν επιβεβαίωσε
αυτό το σενάριο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της ΕΛΣΤΑΤ, η τιμή του
φρέσκου γάλακτος είναι
σήμερα κατά 28,7%
υψηλότερη σε σχέση με
πριν από δέκα χρόνια. Σε
όλη αυτή την περίοδο,
μάλιστα, η ελληνική
αγορά διατηρεί τιμές
υψηλότερες από τον μέσο
όρο της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Από την πλευρά τους, οι
παραγωγοί υποστηρίζουν
ότι η μείωση των
επιστροφών ωφέλησε
κυρίως τη βιομηχανία και
το λιανεμπόριο,
περιορίζοντας το κόστος
λειτουργίας τους, χωρίς
να μετακυλιστεί
αντίστοιχο όφελος στους
ίδιους.
Την ίδια στιγμή, η
κατανάλωση νωπού
γάλακτος στην Ελλάδα
ακολουθεί πτωτική
πορεία, εξέλιξη που
συνδέεται σε σημαντικό
βαθμό και με τις
δημογραφικές αλλαγές. Η
χώρα εξακολουθεί,
ωστόσο, να εμφανίζει
έλλειμμα στην παραγωγή
αγελαδινού γάλακτος και
να πραγματοποιεί
σημαντικές εισαγωγές,
κυρίως με τη μορφή
συμπυκνώματος.
Οι εισαγωγές αυτές
καλύπτουν ανάγκες τόσο
στην παραγωγή άλλων
γαλακτοκομικών και
τυροκομικών προϊόντων
όσο και στην ευρύτερη
βιομηχανία τροφίμων.
Κατά συνέπεια, η
ελληνική αγορά παραμένει
εκτεθειμένη στις
διακυμάνσεις των τιμών
παραγωγού στις υπόλοιπες
ευρωπαϊκές χώρες,
περιορίζοντας τη
δυνατότητα ανεξάρτητης
διαμόρφωσης των εγχώριων
τιμών.
Εφημερίδες και
περιοδικά: Συνεχής
συρρίκνωση των πωλήσεων
Η διεύρυνση των σημείων
πώλησης του Τύπου
αποτέλεσε επίσης
αντικείμενο παρεμβάσεων
στο πλαίσιο της
ενίσχυσης του
ανταγωνισμού. Τα
τελευταία χρόνια,
αρκετές αλυσίδες σούπερ
μάρκετ έχουν τοποθετήσει
εφημερίδες και περιοδικά
σε κεντρικά υπερμάρκετ,
με την τάση αυτή να
ενισχύεται κυρίως μετά
την πανδημία της
COVID-19.
Η διεύρυνση της
διανομής, ωστόσο, δεν
ανέκοψε τη μακροχρόνια
υποχώρηση των πωλήσεων
του έντυπου Τύπου.
Το 2013, πριν από την
εφαρμογή της σχετικής
«εργαλειοθήκης», οι
πωλήσεις εφημερίδων σε
πανελλαδικό επίπεδο
ανέρχονταν σε 104,7
εκατ. φύλλα ετησίως, ενώ
οι πωλήσεις περιοδικών
έφταναν τα 39,6 εκατ.
τεύχη.
Το 2025, οι αντίστοιχοι
αριθμοί είχαν
περιοριστεί σε μόλις
28,2 εκατ. φύλλα
εφημερίδων και 12,4
εκατ. τεύχη περιοδικών,
σύμφωνα με τα στοιχεία
της ΕΛΣΤΑΤ.
Η εικόνα αποτυπώνει τη
μεγάλη συρρίκνωση της
αγοράς του έντυπου
Τύπου, παρά την είσοδο
πρόσθετων σημείων
πώλησης. Η διεύρυνση της
διανομής δεν αποδείχθηκε
αρκετή για να
αντιστρέψει την καθοδική
πορεία της ζήτησης.
Ανοιχτά καταστήματα τις
Κυριακές: Περισσότερες
επιλογές, αλλά και
μεγαλύτερο χάσμα
Η λειτουργία των
εμπορικών καταστημάτων
τις Κυριακές υπήρξε
διαχρονικά ένα από τα
πλέον αμφιλεγόμενα
ζητήματα για το
λιανεμπόριο, προκαλώντας
αντιπαραθέσεις μεταξύ
μικρομεσαίων εμπόρων και
μεγάλων αλυσίδων.
Η πλήρης απελευθέρωση
του ωραρίου δεν
εφαρμόστηκε τελικά.
Αντίθετα, διαμορφώθηκε
ένα σύστημα με
συγκεκριμένες ημέρες και
γεωγραφικές εξαιρέσεις.
Σε πανελλαδικό επίπεδο,
όλα τα καταστήματα
μπορούν να λειτουργούν
οκτώ συγκεκριμένες
Κυριακές τον χρόνο,
μεταξύ άλλων σε
περιόδους αυξημένης
εμπορικής κίνησης πριν
από τα Χριστούγεννα και
το Πάσχα. Παράλληλα, σε
ορισμένες περιοχές
επιτρέπεται η
κυριακάτικη λειτουργία
καθ' όλη την περίοδο από
τον Μάιο έως τον
Οκτώβριο.
Στην πράξη, τη
δυνατότητα αυτή
αξιοποιούν κυρίως οι
μεγάλες αλυσίδες
λιανικής, οι οποίες
έχουν περισσότερα μέσα
για να καλύψουν το
πρόσθετο κόστος
λειτουργίας. Οι
μικρότερες επιχειρήσεις
δυσκολεύονται
περισσότερο να
ανταποκριθούν στις ίδιες
απαιτήσεις, με
αποτέλεσμα να
διευρύνεται η απόσταση
μεταξύ των δύο
κατηγοριών επιχειρήσεων.
Η συγκεκριμένη
μεταρρύθμιση είναι ίσως
μία από τις λίγες που
προσέφεραν σαφώς
περισσότερες επιλογές
στους καταναλωτές ως
προς τον χρόνο των
αγορών τους. Ωστόσο, το
όφελος αυτό συνοδεύτηκε
από ενίσχυση των
πλεονεκτημάτων των
μεγάλων αλυσίδων έναντι
των μικρότερων
ανταγωνιστών τους.
Το αποτύπωμα των
μεταρρυθμίσεων
Η εμπειρία της
τελευταίας δεκαετίας
αναδεικνύει τα όρια των
θεσμικών παρεμβάσεων
όταν αυτές δεν
συνοδεύονται από
ουσιαστικές αλλαγές στη
λειτουργία της αγοράς. Η
δυνατότητα διάθεσης ενός
προϊόντος από
περισσότερα κανάλια δεν
αρκεί από μόνη της για
να μειώσει τις τιμές,
εάν οι προμηθευτές δεν
αξιοποιούν το νέο
πλαίσιο ή εάν άλλοι
παράγοντες εξακολουθούν
να περιορίζουν τον
ανταγωνισμό.
Στην περίπτωση του
βρεφικού γάλακτος και
των συμπληρωμάτων
διατροφής, η
απελευθέρωση δεν οδήγησε
σε ουσιαστική ανατροπή
των καθιερωμένων δικτύων
διανομής. Στο φρέσκο
γάλα, η αλλαγή στη
διάρκεια ζωής του
προϊόντος δεν
συνοδεύτηκε από την
αναμενόμενη αποκλιμάκωση
των τιμών. Στον έντυπο
Τύπο, η διεύρυνση των
σημείων πώλησης δεν
μπόρεσε να αντισταθμίσει
τη μεγάλη πτώση της
ζήτησης.
Αντίθετα, η κυριακάτικη
λειτουργία των
καταστημάτων επηρέασε
περισσότερο την
καθημερινότητα του
λιανεμπορίου,
προσφέροντας πρόσθετες
επιλογές στους
καταναλωτές, αλλά
ενισχύοντας παράλληλα τη
θέση των μεγαλύτερων
επιχειρήσεων.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η θεσμική
απελευθέρωση δεν
εγγυάται αυτομάτως ούτε
χαμηλότερες τιμές ούτε
ισχυρότερο ανταγωνισμό.
Τα αποτελέσματα
εξαρτώνται από τη δομή
κάθε αγοράς, τη
συμπεριφορά των
επιχειρήσεων, το μέγεθος
της εγχώριας ζήτησης και
τους όρους εφαρμογής των
νέων κανόνων. Και σε
αρκετές από τις
μεταρρυθμίσεις της
μνημονιακής περιόδου, οι
προσδοκίες αποδείχθηκαν
μεγαλύτερες από τα
πραγματικά οφέλη για τον
καταναλωτή.
|