|
Τα φωτοβολταϊκά και τα
αιολικά έχουν
πολλαπλασιαστεί, η
αποθήκευση ενέργειας
έχει γίνει απαραίτητη
για την ομαλή λειτουργία
του συστήματος, ενώ οι
στόχοι του Εθνικού
Σχεδίου για την Ενέργεια
και το Κλίμα απαιτούν
ακόμη μεγαλύτερη
διείσδυση των ΑΠΕ.
Το ΕΣΕΚ προβλέπει για το
2030 συμμετοχή των ΑΠΕ
τουλάχιστον κατά
43% στην ακαθάριστη
τελική κατανάλωση
ενέργειας και
κατά 75,7% στην
ακαθάριστη τελική
κατανάλωση ηλεκτρικής
ενέργειας.
Το νέο πλαίσιο επιχειρεί
επομένως να περάσει από
την περίοδο της
ταχύτατης ανάπτυξης των
ΑΠΕ σε μια φάση
οργανωμένης χωροθέτησης,
όπου θα είναι εξαρχής
γνωστό πού επιτρέπονται
έργα και πού υπάρχουν
σαφείς απαγορεύσεις.
«Κόκκινη γραμμή» το 1,5%
για τα φωτοβολταϊκά
Μία από τις
σημαντικότερες αλλαγές
αφορά τα φωτοβολταϊκά,
καθώς θεσπίζεται για
πρώτη φορά ένα ενιαίο
πλαίσιο περιορισμών σε
πανελλαδικό επίπεδο.
Νέοι φωτοβολταϊκοί
σταθμοί αποκλείονται από
μια σειρά περιοχών
υψηλής περιβαλλοντικής ή
πολιτιστικής αξίας,
μεταξύ των οποίων οι
προστατευόμενες περιοχές
Natura
2000, τα δάση και οι
δασικές εκτάσεις, οι
υγρότοποι Ραμσάρ και οι
μικροί νησιωτικοί
υγρότοποι, οι εθνικοί
δρυμοί, τα αισθητικά
δάση και τα Τοπία
Ιδιαίτερου Φυσικού
Κάλλους.
Στους περιορισμούς
περιλαμβάνονται επίσης
προστατευόμενες περιοχές
πολιτιστικής
κληρονομιάς, Περιοχές
Άνευ Δρόμων και ακτές
κολύμβησης.
Μετά τη δημόσια
διαβούλευση προστέθηκαν
ακόμη ιστορικοί τόποι,
αρχαία και άλλα
προστατευόμενα μνημεία,
αλλά και περιοχές στις
οποίες βρίσκονται πηγές
υδροληψίας νερού
ανθρώπινης κατανάλωσης.
Για τα πλωτά
φωτοβολταϊκά
προβλέπονται επιπλέον
περιορισμοί, με
συνεκτίμηση καταδυτικών
πάρκων, νεότερων
ναυαγίων, περιοχών
αγκυροβολίας και
τεχνητών υποβρύχιων
αξιοθέατων.
Η σημαντικότερη ίσως
παρέμβαση, όμως, είναι η
θέσπιση ανώτατου ορίου
στη συνολική κάλυψη γης.
Η φέρουσα ικανότητα για
νέα φωτοβολταϊκά
υπολογίζεται πλέον σε
επίπεδο Περιφερειακής
Ενότητας και δεν μπορεί
να ξεπερνά το
1,5% της συνολικής
έκτασής της.
Ο περιορισμός αυτός έχει
ιδιαίτερη σημασία για
περιοχές στις οποίες τα
προηγούμενα χρόνια
σημειώθηκε μεγάλη
συγκέντρωση
φωτοβολταϊκών και
αυξήθηκαν οι αντιδράσεις
για την απώλεια
αγροτικής γης και την
αλλοίωση του τοπίου.
Αυστηρότεροι κανόνες και
για τα αιολικά
Αντίστοιχη λογική
ακολουθείται και για τα
αιολικά πάρκα.
Μεταξύ των περιοχών όπου
αποκλείεται η
εγκατάσταση νέων
αιολικών σταθμών
περιλαμβάνονται η
Αττική και η
Μητροπολιτική Περιοχή
Θεσσαλονίκης,
περιοχές με υψόμετρο άνω
των 1.200 μέτρων,
υγρότοποι Ραμσάρ, μικροί
νησιωτικοί υγρότοποι,
Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού
Κάλλους και πυρήνες
εθνικών δρυμών.
Περιορισμοί ισχύουν
επίσης για νησιά
μικρότερα των 300
τετραγωνικών
χιλιομέτρων, με
συγκεκριμένες
εξαιρέσεις, αλλά και για
εκτός σχεδίου περιοχές
στις οποίες προβλέπονται
τουριστικές και
ψυχαγωγικές χρήσεις.
Στο νέο πλαίσιο
περιλαμβάνονται ακόμη οι
Περιοχές Άνευ Δρόμων και
οι ακτές κολύμβησης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
δίνεται στις Ζώνες
Ειδικής Προστασίας
Natura
2000 που σχετίζονται με
την ορνιθοπανίδα. Εκεί η
εγκατάσταση αιολικών
επιτρέπεται μόνο κατ’
εξαίρεση, εφόσον
προβλέπεται στην
εγκεκριμένη Ειδική
Περιβαλλοντική Μελέτη
και το αιολικό δυναμικό
υπερβαίνει τα
7,5 μέτρα ανά
δευτερόλεπτο.
Παράλληλα, μετά τη
διαβούλευση ενισχύθηκε η
σύνδεση του χωροταξικού
των ΑΠΕ με το Ειδικό
Χωροταξικό για τον
Τουρισμό, καθώς
προβλέπεται απαγόρευση
νέων αιολικών στις
περιοχές των κατηγοριών
Α και Β του σχετικού
πλαισίου.
Ειδικό καθεστώς για τα
νησιά
Τα νησιά αποκτούν
ξεχωριστή αντιμετώπιση,
λόγω της ιδιαίτερης
φυσιογνωμίας και της
υψηλής τουριστικής και
περιβαλλοντικής τους
αξίας.
Για την ανάπτυξη νέων
αιολικών σταθμών
απαιτείται ειδική μελέτη
τοπίου κατά το στάδιο
της περιβαλλοντικής
αδειοδότησης. Θα
εξετάζονται το μέγεθος
του έργου, τα
μορφολογικά
χαρακτηριστικά της
περιοχής, ο χαρακτήρας
του τοπίου και οι
επιπτώσεις στις θέες.
Στις ορεινές περιοχές
των νησιών η αξιολόγηση
θα γίνεται κατά
περίπτωση, ενώ το
ανώτατο ποσοστό κάλυψης
εδάφους από αιολικούς
σταθμούς διατηρείται στο
4% ανά Δημοτική
Ενότητα.
Υπάρχει, ωστόσο, και
ειδική πρόβλεψη για
περιοχές με χαμηλό μέσο
αιολικό δυναμικό. Σε
Δημοτικές Ενότητες όπου
ο μέσος άνεμος είναι
μικρότερος από 4
m/s
μπορεί, υπό
προϋποθέσεις, να
εγκριθεί αιολικό έργο
εφόσον στη συγκεκριμένη
θέση καταγράφεται
δυναμικό άνω των 7,5
m/s.
Στην περίπτωση αυτή η
εγκατάσταση δεν μπορεί
να ξεπερνά το 1% της
φέρουσας ικανότητας της
Δημοτικής Ενότητας.
Η αποθήκευση γίνεται
πλέον κεντρικός πυλώνας
Το νέο χωροταξικό δεν
περιορίζεται στα
φωτοβολταϊκά και τα
αιολικά. Ενσωματώνει
στον σχεδιασμό
τεχνολογίες όπως το
βιοαέριο, το βιομεθάνιο,
η βιομάζα, η γεωθερμία
και τα μικρά
υδροηλεκτρικά.
Κυρίως όμως αναγνωρίζει
τον κομβικό ρόλο της
αποθήκευσης
ενέργειας.
Η μαζική ανάπτυξη
φωτοβολταϊκών και
αιολικών δημιουργεί ένα
βασικό πρόβλημα: η
παραγωγή τους δεν
συμπίπτει πάντα χρονικά
με τη ζήτηση. Η
αποθήκευση μπορεί να
απορροφά την πλεονάζουσα
πράσινη ενέργεια και να
την επιστρέφει στο
δίκτυο όταν υπάρχει
ανάγκη.
Με τον τρόπο αυτό
περιορίζονται οι
απορρίψεις παραγωγής ΑΠΕ
και δημιουργούνται
προϋποθέσεις για
χαμηλότερες τιμές στις
ώρες κατά τις οποίες η
παραγωγή από ανανεώσιμες
πηγές είναι
περιορισμένη.
Παράλληλα, το νέο
πλαίσιο ανοίγει τον
δρόμο για την ανάπτυξη
νέων μορφών παραγωγής,
συμπεριλαμβανομένων των
υπεράκτιων αιολικών, σε
συνδυασμό με τον
θαλάσσιο χωροταξικό
σχεδιασμό.
Το δύσκολο στοίχημα της
κοινωνικής αποδοχής
Η μεγαλύτερη πρόκληση
για τη νέα ενεργειακή
πολιτική δεν είναι πλέον
μόνο το πόσα έργα ΑΠΕ θα
κατασκευαστούν, αλλά
πού θα
κατασκευαστούν.
Η ταχύτατη ανάπτυξη των
προηγούμενων ετών
δημιούργησε σε αρκετές
περιοχές αντιδράσεις για
την αγροτική γη, το
φυσικό τοπίο, τον
τουρισμό και την
προστασία της
βιοποικιλότητας.
Ταυτόχρονα, η έλλειψη
σαφών κανόνων
δημιούργησε αβεβαιότητα
και για τους ίδιους τους
επενδυτές.
Το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ επιχειρεί
να αντιμετωπίσει και τις
δύο πλευρές του
προβλήματος,
δημιουργώντας έναν πιο
προβλέψιμο χάρτη για τις
επενδύσεις και παράλληλα
σαφείς ζώνες προστασίας.
Τα Περιφερειακά και
Θαλάσσια Χωροταξικά
Πλαίσια θα μπορούν να
εξειδικεύουν τις
περιοχές όπου μπορούν να
αναπτυχθούν έργα, δεν θα
μπορούν όμως να αναιρούν
τις περιοχές αποκλεισμού
που προβλέπει το
ΕΧΠ-ΑΠΕ.
Η αλλαγή φιλοσοφίας
είναι επομένως σαφής: η
Ελλάδα δεν εγκαταλείπει
τον στόχο της ταχείας
ανάπτυξης των ΑΠΕ, αλλά
επιχειρεί να περάσει από
την ποσοτική
επέκταση στην οργανωμένη
ανάπτυξη.
Το ζητούμενο είναι πλέον
διπλό: περισσότερη
εγχώρια πράσινη ενέργεια
για να μειωθεί η
ενεργειακή εξάρτηση και
να περιοριστεί το κόστος
για νοικοκυριά και
επιχειρήσεις, αλλά
ταυτόχρονα αυστηρότεροι
κανόνες ώστε η
ενεργειακή μετάβαση να
μην υπονομεύσει το
φυσικό κεφάλαιο πάνω στο
οποίο στηρίζεται ένα
σημαντικό μέρος της
ελληνικής οικονομίας.
Με άλλα λόγια, το νέο
χωροταξικό επιχειρεί να
απαντήσει στο πιο
δύσκολο ερώτημα της
επόμενης φάσης της
πράσινης μετάβασης:
όχι πλέον μόνο
πόση πράσινη ενέργεια
μπορεί να παράγει η
Ελλάδα, αλλά πόση μπορεί
να παράγει χωρίς να
εξαντλήσει τον διαθέσιμο
χώρο και να υποβαθμίσει
το περιβάλλον.
|