|
Το
AML επηρεάζει πλέον τα
τραπεζικά ratings
Σύμφωνα με τη
Morningstar
DBRS,
οι αδυναμίες στη
διακυβέρνηση και στους
μηχανισμούς ελέγχου κατά
του ξεπλύματος χρήματος
μπορούν να επηρεάσουν
τέσσερις βασικούς
πυλώνες της αξιολόγησης
μιας τράπεζας.
1.
Πλήγμα στη δύναμη του
franchise
Η φήμη αποτελεί ένα από
τα σημαντικότερα άυλα
περιουσιακά στοιχεία
μιας τράπεζας.
Μια σοβαρή υπόθεση
AML
μπορεί να οδηγήσει σε:
απώλεια εμπιστοσύνης
καταθετών,
απομάκρυνση θεσμικών
πελατών,
δυσκολότερη πρόσβαση σε
διεθνή κεφάλαια,
υποβάθμιση της εικόνας
του οργανισμού στις
αγορές.
Σε ένα περιβάλλον όπου η
εμπιστοσύνη αποτελεί
βασικό ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα, η ζημιά στη
φήμη μπορεί να έχει
μακροχρόνιες επιπτώσεις.
2.
Πίεση στην κερδοφορία
Οι παραβιάσεις
AML/CFT
συνοδεύονται συνήθως από
υψηλό κόστος.
Πέρα από τα πρόστιμα, οι
τράπεζες καλούνται να
επενδύσουν σε:
νέα
πληροφοριακά συστήματα,
τεχνολογίες ανάλυσης
συναλλαγών,
εξειδικευμένο προσωπικό,
εξωτερικούς συμβούλους.
Το αποτέλεσμα είναι
μόνιμη αύξηση του
λειτουργικού κόστους και
πίεση στα περιθώρια
κερδοφορίας.
3.
Αυξημένο προφίλ κινδύνου
Οι αδυναμίες στα
εσωτερικά συστήματα
ελέγχου δείχνουν
προβλήματα εταιρικής
διακυβέρνησης και
αυξάνουν τη
μεταβλητότητα του
επιχειρηματικού
μοντέλου.
Για τους οίκους
αξιολόγησης, μια τράπεζα
με αδύναμα συστήματα
AML
θεωρείται περισσότερο
εκτεθειμένη σε
απρόβλεπτες ζημιές.
4.
Η διάσταση ESG και
εταιρικής διακυβέρνησης
Το AML
έχει ενσωματωθεί πλέον
στον πυλώνα
Governance
των ESG
αξιολογήσεων.
Υποθέσεις όπως αυτές των
Deutsche
Bank,
Swedbank,
Danske
Bank,
HSBC
και Rabobank
ανέδειξαν ότι οι
αδυναμίες στους ελέγχους
μπορούν να δημιουργήσουν
πολυετή προβλήματα.
Το
τεράστιο ευρωπαϊκό
«κενό» των 210 δισ. ευρώ
Η κλίμακα του
προβλήματος παραμένει
τεράστια.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
του Γραφείου των
Ηνωμένων Εθνών για τα
Ναρκωτικά και το Έγκλημα
(UNODC),
σε παγκόσμιο επίπεδο
ξεπλένονται κάθε χρόνο
ποσά μεταξύ 715
δισ. και 1,87 τρισ. ευρώ,
που αντιστοιχούν περίπου
στο 2%-5% του
παγκόσμιου ΑΕΠ.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι
ύποπτες
χρηματοοικονομικές ροές
που συνδέονται με το
χρηματοπιστωτικό σύστημα
υπολογίζονται μεταξύ:
117 δισ. και 210 δισ.
ευρώ ετησίως.
Το πλέον ανησυχητικό
στοιχείο είναι ότι,
σύμφωνα με την
Europol,
μόλις περίπου 1%
των εγκληματικών εσόδων
καταλήγει να κατάσχεται.
Το χάσμα αυτό αποτυπώνει
τη δυσκολία των αρχών να
εντοπίσουν και να
δεσμεύσουν παράνομα
κεφάλαια, ειδικά όταν
αυτά κινούνται μέσα από
πολύπλοκες διεθνείς
δομές.
Οι
έξι τραπεζικές
δραστηριότητες υψηλού
κινδύνου
Ορισμένοι τομείς
θεωρούνται ιδιαίτερα
ευάλωτοι σε φαινόμενα
ξεπλύματος χρήματος.
|
Τομέας
|
Κύριοι
κίνδυνοι
|
|
Correspondent
Banking
|
Περιορισμένη
εικόνα για
τελικούς
δικαιούχους και
συναλλαγές
υψηλού κινδύνου
|
|
Trade Finance
|
Εικονικά
τιμολόγια,
παραποιημένες
εμπορικές
πράξεις,
σύνθετες
αλυσίδες
προμηθευτών
|
|
Private Banking
|
Πελάτες υψηλής
καθαρής αξίας,
PEPs
και σύνθετες
offshore
δομές
|
|
Corporate
Banking
|
Εταιρείες-βιτρίνες
και απόκρυψη
πραγματικών
δικαιούχων
|
|
Payments &
Remittances
|
Τεράστιος όγκος
και ταχύτητα
ηλεκτρονικών
συναλλαγών
|
|
Digital Banking
& Crypto-assets
|
Απομακρυσμένη
ταυτοποίηση,
crypto,
εικονικά
IBANs
|
Τα
πρόστιμα που άλλαξαν την
τραπεζική εποπτεία
Η τελευταία δεκαετία
έδειξε ότι οι αποτυχίες
στα συστήματα AML
μπορούν να έχουν
τεράστιο οικονομικό
κόστος.
Χαρακτηριστικές
περιπτώσεις:
Η HSBC
το 2012 συμφώνησε σε
πρόστιμο 1,9
δισ. δολαρίων
για σοβαρές παραβιάσεις
ελέγχων AML.
Η BNP
Paribas
το 2014 αντιμετώπισε
πρόστιμο 8,9
δισ. δολαρίων.
Η ING
το 2018 κατέβαλε
πρόστιμο 775
εκατ. ευρώ για
αδυναμίες στους
μηχανισμούς ελέγχου.
Κοινά χαρακτηριστικά των
υποθέσεων ήταν:
ανεπαρκή συστήματα KYC
(Know Your Customer),
ελλιπής αξιολόγηση
κινδύνων,
αδυναμίες εταιρικής
διακυβέρνησης,
προβλήματα
παρακολούθησης
συναλλαγών.
AI,
crypto και instant
payments αλλάζουν το
πεδίο μάχης
Η τεχνολογική εξέλιξη
δημιουργεί νέες
προκλήσεις.
Οι άμεσες πληρωμές (instant
payments)
μειώνουν τον χρόνο
αντίδρασης των τραπεζών,
ενώ η τεχνητή νοημοσύνη
δημιουργεί ένα νέο πεδίο
ανταγωνισμού.
Από τη μία πλευρά,
εγκληματικά δίκτυα
μπορούν να
χρησιμοποιήσουν
AI
για πιο εξελιγμένες
απάτες και
παραπλανητικές
πρακτικές.
Από την άλλη, οι
τράπεζες αξιοποιούν
τεχνητή νοημοσύνη για:
εντοπισμό ύποπτων
μοτίβων,
ανάλυση τεράστιου όγκου
δεδομένων,
καλύτερη πρόβλεψη
κινδύνων.
Παράλληλα, τα
crypto-assets
και ιδιαίτερα τα
stablecoins
δημιουργούν νέες
δυσκολίες στην
παρακολούθηση της
προέλευσης κεφαλαίων.
Η
νέα εποχή με την
ευρωπαϊκή AMLA
Η δημιουργία της
ευρωπαϊκής αρχής
AMLA
(Anti-Money
Laundering
Authority)
αποτελεί μία από τις
σημαντικότερες αλλαγές
στο εποπτικό πλαίσιο της
ΕΕ.
Από το 2028, η
AMLA
αναμένεται να αναλάβει
άμεση εποπτεία περίπου
40
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων υψηλού
κινδύνου με
διασυνοριακή
δραστηριότητα.
Ο
στόχος είναι:
η μείωση του
κατακερματισμού μεταξύ
εθνικών εποπτικών αρχών,
η αντιμετώπιση του
κανονιστικού αρμπιτράζ,
η δημιουργία ενιαίων
ευρωπαϊκών προτύπων.
Το
AML γίνεται δείκτης
αξιοπιστίας των τραπεζών
Η ανάλυση της
Morningstar
DBRS
δείχνει ότι το
AML
έχει μετατραπεί από ένα
θέμα συμμόρφωσης σε
στρατηγικό παράγοντα για
τις τράπεζες.
Στη νέα εποχή
αυστηρότερης εποπτείας,
οι οργανισμοί που
επενδύουν σε:
τεχνολογία,
τεχνητή νοημοσύνη,
ισχυρά συστήματα KYC,
εταιρική διακυβέρνηση,
εξειδικευμένο ανθρώπινο
δυναμικό,
θα διαθέτουν σημαντικό
ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα.
Για τις τράπεζες, η μάχη
κατά του ξεπλύματος
χρήματος δεν είναι πλέον
απλώς μια κανονιστική
υποχρέωση. Είναι
ζήτημα αξιοπιστίας,
κεφαλαιακής ποιότητας
και μακροπρόθεσμης
αξίας.
|