|
Η αγορά περνά σε πιο
ώριμη φάση
Η επενδυτική
δραστηριότητα του 2026
δείχνει ότι η ελληνική
αγορά ξενοδοχείων έχει
πλέον περάσει σε μια
περισσότερο
ώριμη και επιλεκτική
φάση.
Τα κεφάλαια δεν
κατευθύνονται απλώς στην
αγορά μεμονωμένων
ξενοδοχειακών ακινήτων.
Αντίθετα, αυξάνεται το
ενδιαφέρον για
στρατηγικές συμπράξεις,
εξαγορές λειτουργικών
πλατφορμών,
sale
& leaseback
συμφωνίες και επενδύσεις
σε υφιστάμενες μονάδες
με δυνατότητα
αναβάθμισης.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
συμφωνία της
Premia
Properties
με τον όμιλο
Akti
Hotels
& Resorts.
Η συνολική επένδυση
αναμένεται να ξεπεράσει
τα 250 εκατ.
ευρώ,
συμπεριλαμβανομένου του
προγράμματος
εκσυγχρονισμού των
μονάδων έως το 2028. Η
Premia
αποκτά συμμετοχή σε τρία
παραθαλάσσια ξενοδοχεία
σε Ρόδο και Κω —
Akti
Imperial,
Akti
Beach
Club
και Akti
Palace
— συνολικής
δυναμικότητας
1.316 δωματίων,
ενώ η λειτουργία τους
παραμένει στον
ξενοδοχειακό όμιλο.
Το μοντέλο αυτό
αποτυπώνει μια ευρύτερη
τάση: ο
επενδυτής παρέχει τα
κεφάλαια και αναλαμβάνει
την ιδιοκτησία ή τη
χρηματοδότηση, ενώ ο
εξειδικευμένος
operator
συνεχίζει να
διαχειρίζεται το
ξενοδοχειακό προϊόν.
Οι επενδύσεις στα νησιά
παραμένουν στο επίκεντρο
Ισχυρή ήταν και η
κινητικότητα στους
μεγάλους νησιωτικούς
προορισμούς.
Στην Κρήτη, η
Hotel
Investment
Partners
(HIP),
με τη στήριξη των
διεθνών επενδυτικών
κεφαλαίων
Blackstone
και GIC,
απέκτησε το πεντάστερο
Phāea
Cretan
Malia
Park,
δυναμικότητας 204
δωματίων, από τον όμιλο
PHĀEA.
Ο τελευταίος διατήρησε
τη μακροχρόνια
διαχείριση της μονάδας,
ενώ παράλληλα
δρομολογήθηκε πρόγραμμα
αναβάθμισης.
Στο ίδιο πλαίσιο, η
Domes
Resorts
ενίσχυσε την παρουσία
της στην αγορά μέσω της
εξαγοράς της πλατφόρμας
Casa
Collective,
στην οποία
περιλαμβάνονται τα
brands
Cook’s
Club
και Casa
Cook,
από επενδυτικά κεφάλαια
που συνδέονται με τη
Goldman
Sachs.
Στη Σαντορίνη, το
Radisson
Blu
Zaffron
Resort,
με 103 δωμάτια, πέρασε
από τη Fais
Holdings
σε γαλλικό επενδυτικό
σχήμα αποτελούμενο από
τις
Extendam
και Redcliffe
Capital,
έναντι 28,3
εκατ. ευρώ.
Οι συγκεκριμένες
συναλλαγές δείχνουν ότι
τα διεθνή κεφάλαια
εξακολουθούν να θεωρούν
τα ελληνικά
resorts
υψηλής ποιότητας ως
στρατηγικά assets,
υπό την προϋπόθεση
βέβαια ότι διαθέτουν
ισχυρή θέση,
αναγνωρίσιμο
brand
και δυνατότητα περαιτέρω
βελτίωσης των αποδόσεών
τους.
Η Αθήνα προσελκύει
ολοένα περισσότερα
κεφάλαια
Το επενδυτικό ενδιαφέρον
δεν περιορίστηκε στα
νησιά.
Στην Αθήνα, η
Cretan
Investment
Group
(CIG)
απέκτησε το
Hilton
Garden
Inn
Athens
στη λεωφόρο Συγγρού
έναντι 45 εκατ.
ευρώ, μέσω
συμφωνίας sale
& leaseback.
Παράλληλα, ο ισραηλινός
Fattal
Hotel
Group,
μέσω της Leonardo
Hotels,
απέκτησε το
Great
Athens
Hotel
στην Ομόνοια, σε
επένδυση που προσεγγίζει
τα 20 εκατ. ευρώ.
Ο όμιλος είχε
προηγουμένως ενισχύσει
την παρουσία του στην
ελληνική αγορά με την
απόκτηση του
Cora
Resort
& Spa
στη Χαλκιδική.
Το ενδιαφέρον
επεκτείνεται όμως και σε
λιγότερο παραδοσιακούς
προορισμούς.
Η
Hellenic
Properties
επένδυσε στον ορεινό
τουρισμό μέσω της
εξαγοράς του
Aristi
Mountain
Resort
& Villas
στο Ζαγόρι,
επιβεβαιώνοντας ότι η
επενδυτική ζήτηση δεν
αφορά αποκλειστικά τα
μεγάλα παραθαλάσσια
resorts.
Στο μέτωπο των νέων
κατασκευών, ιδιαίτερη
σημασία έχει η ανάθεση
της δεύτερης φάσης του
Infinity
– Six
Senses
Porto
Heli
στην ΕΚΤΕΡ, με σύμβαση
ύψους 101 εκατ.
ευρώ.
Πάνω από 500 εκατ. ευρώ
οι επενδύσεις
Συνολικά, η αξία των
συμφωνιών, εξαγορών και
δεσμευμένων κεφαλαίων
για ανακατασκευές και
αναπτύξεις κατά το πρώτο
εξάμηνο του 2026
υπολογίζεται μεταξύ
500 και 550
εκατ. ευρώ.
Το μέγεθος αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
καταγράφεται σε ένα
περιβάλλον αυξημένης
αβεβαιότητας για την
παγκόσμια οικονομία και
ενώ οι τουριστικές
αγορές προέλευσης
εμφανίζουν μεγαλύτερη
ευαισθησία στις τιμές.
Το μήνυμα των επενδυτών,
επομένως, δεν είναι ότι
«όλα τα
ξενοδοχεία αξίζουν
περισσότερο».
Είναι μάλλον ότι
τα σωστά ξενοδοχεία
εξακολουθούν να αξίζουν
περισσότερο.
Από το «όσο περισσότερα
δωμάτια» στο «όσο
καλύτερο asset»
Αυτό είναι ίσως και το
σημαντικότερο στοιχείο
της νέας επενδυτικής
πραγματικότητας.
Οι επενδυτές
εμφανίζονται πλέον
περισσότερο επιλεκτικοί.
Προτιμούν
prime
ξενοδοχεία σε αστικά
κέντρα και
διαφοροποιημένα
resorts,
τα οποία διαθέτουν:
ισχυρή αναγνωρισιμότητα,
πρόσβαση σε αεροπορικές
συνδέσεις,
υψηλή τιμολογιακή
δύναμη,
δυνατότητα αναβάθμισης,
ισχυρό operator
ή διεθνές brand,
και κυρίως δυνατότητα
μετατροπής της αύξησης
των τιμών σε
βιώσιμη λειτουργική
κερδοφορία.
Η τελευταία παράμετρος
είναι κρίσιμη.
Η αύξηση των τιμών των
δωματίων από μόνη της
δεν αρκεί. Οι επενδυτές
ενδιαφέρονται πλέον
περισσότερο για το κατά
πόσο ένα ξενοδοχείο
μπορεί να μετατρέψει την
υψηλότερη μέση τιμή
διαμονής σε
υψηλότερο
EBITDA,
ισχυρές ταμειακές ροές
και σταθερή απόδοση
κεφαλαίου.
Το νέο επενδυτικό
story
του ελληνικού τουρισμού
Η εικόνα του πρώτου
εξαμήνου δείχνει
επομένως ότι η ελληνική
ξενοδοχειακή αγορά δεν
περνά σε φάση
υποχώρησης, αλλά σε φάση
εξορθολογισμού
και ποιοτικής
αναβάθμισης.
Τα εύκολα assets,
οι υπερβολικές
αποτιμήσεις και τα
ξενοδοχεία χωρίς σαφή
στρατηγική φαίνεται να
δυσκολεύονται
περισσότερο να
προσελκύσουν κεφάλαια.
Αντίθετα, τα ακίνητα που
μπορούν να συνδυάσουν
τοποθεσία,
brand,
τουριστική ζήτηση,
αεροπορική πρόσβαση και
λειτουργική κερδοφορία
εξακολουθούν να
βρίσκονται στο επίκεντρο
των επενδυτών.
Και αυτό εξηγεί γιατί,
παρά τις αυξημένες
γεωπολιτικές και
οικονομικές
αβεβαιότητες,
περισσότερα από
500 εκατ. ευρώ
κατευθύνθηκαν στον
ελληνικό ξενοδοχειακό
κλάδο μόλις στο πρώτο
εξάμηνο του 2026.
Το ελληνικό τουριστικό
real
estate
δεν εγκαταλείπεται από
τα κεφάλαια. Αντίθετα,
τα κεφάλαια γίνονται πιο
απαιτητικά ως προς το
πού ακριβώς
τοποθετούνται.
|