|
Στο πλαίσιο της νέας
μακροπρόθεσμης
συνεργασίας ΟΟΣΑ–Ελλάδας
για την περίοδο
2028–2034, το λεγόμενο
«Σχέδιο Πισσαρίδη 2»,
στόχος είναι ο
εντοπισμός των δομικών
εμποδίων που περιορίζουν
την παραγωγική δυναμική
της χώρας και η χάραξη
ενός ολοκληρωμένου
οδικού χάρτη
μεταρρυθμίσεων.
Κεντρικό πρόβλημα
θεωρείται η χαμηλή
παραγωγικότητα, η οποία
παραμένει σημαντικά κάτω
από τον μέσο όρο του
ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με τον
Κόρμαν, η αδυναμία
διάχυσης τεχνολογίας και
καινοτομίας στις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις αποτελεί
τον βασικό ανασταλτικό
παράγοντα για την
ανάπτυξη.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
σε τέσσερις άξονες:
πρόσβαση επιχειρήσεων σε
χρηματοδότηση και
ενίσχυση της καινοτομίας
επιτάχυνση δικαιοσύνης
και απλοποίηση
αδειοδοτήσεων
αναβάθμιση δεξιοτήτων
και αγοράς εργασίας
επιτάχυνση της
ενεργειακής μετάβασης
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η
Ελλάδα έχει ήδη
βελτιώσει σημαντικά τις
επιδόσεις της, ωστόσο η
ανάπτυξη παραμένει
εύθραυστη αν δεν
ενισχυθεί η
παραγωγικότητα και η
επενδυτική βάση σε άυλα
περιουσιακά στοιχεία,
όπως η τεχνολογία και το
ανθρώπινο κεφάλαιο.
Παράλληλα, το διεθνές
περιβάλλον
χαρακτηρίζεται από
αυξημένη αβεβαιότητα
λόγω γεωπολιτικών
εντάσεων και ενεργειακών
σοκ, γεγονός που καθιστά
τις μεταρρυθμίσεις ακόμη
πιο κρίσιμες. Ο Κόρμαν
εκτιμά ότι η παγκόσμια
οικονομία μπορεί να
συνεχίσει να
αναπτύσσεται, αλλά με
χαμηλότερους ρυθμούς και
υψηλότερο πληθωριστικό
ρίσκο.
Για την Ελλάδα, η
πρόκληση είναι διπλή:
αφενός να διατηρήσει τη
δημοσιονομική της
σταθερότητα και αφετέρου
να επιταχύνει τις
διαρθρωτικές αλλαγές που
θα επιτρέψουν τη βιώσιμη
σύγκλιση με τις πιο
ανεπτυγμένες οικονομίες
της Ευρώπης.
Συνολικά, ο ΟΟΣΑ βλέπει
την επόμενη δεκαετία ως
καθοριστική: όχι για τη
σταθεροποίηση της
ανάκαμψης, αλλά για τη
μετάβαση σε ένα νέο
αναπτυξιακό πρότυπο που
θα στηρίζεται στην
παραγωγικότητα, την
καινοτομία και τη
μακροπρόθεσμη
ανθεκτικότητα.
|