|
Το
κόστος των πακέτων
κινείται περίπου από
0,60 έως 0,80
ευρώ τον μήνα,
προσφέροντας, ανάλογα με
την τράπεζα και το
προϊόν, δωρεάν ή
μειωμένες χρεώσεις για
εμβάσματα, πληρωμές,
πάγιες εντολές, κάρτες
και άλλες ηλεκτρονικές
υπηρεσίες.
Για
έναν πελάτη που
πραγματοποιεί συχνά
ψηφιακές συναλλαγές, η
συνδρομή μπορεί να
αποδειχθεί συμφέρουσα.
Για κάποιον που
χρησιμοποιεί ελάχιστα
τον λογαριασμό του, το
όφελος είναι σαφώς
μικρότερο.
Οι
δικαστικές αποφάσεις
αλλάζουν τους κανόνες
Η
νέα πρακτική των
τραπεζών έχει ήδη βρεθεί
στο επίκεντρο δικαστικών
αποφάσεων. Οι αποφάσεις
του Πολυμελούς
Πρωτοδικείου Αθηνών για
τα πακέτα της Εθνικής
Τράπεζας και της Alpha
Bank δεν αμφισβητούν τη
δυνατότητα των τραπεζών
να προσφέρουν
συνδρομητικές υπηρεσίες.
Θέτουν όμως αυστηρότερες
απαιτήσεις ως προς
την ενημέρωση
του πελάτη πριν από την
ένταξή του σε ένα τέτοιο
πρόγραμμα.
Ο
καταναλωτής θα πρέπει να
γνωρίζει με σαφήνεια
ποιες υπηρεσίες
παρέχονται ήδη δωρεάν
βάσει της νομοθεσίας,
ποιες είναι πρόσθετες
και ποιο είναι το
πραγματικό οικονομικό
όφελος από την καταβολή
της μηνιαίας συνδρομής.
Μετά τις αποφάσεις
αυτές, τόσο η Εθνική όσο
και η Alpha Bank έχουν
προχωρήσει σε αλλαγές
στον τρόπο με τον οποίο
παρουσιάζουν τα
συγκεκριμένα προϊόντα
στους πελάτες τους.
Τι
προσφέρουν τα πακέτα
Η
Εθνική Τράπεζα,
μέσω του «Λογαριασμού
Προνομίων», χρεώνει
0,80 ευρώ τον
μήνα και
προσφέρει έως 50
εξερχόμενα και 50
εισερχόμενα διατραπεζικά
εμβάσματα τον μήνα μέσω
digital banking, δωρεάν
φόρτιση προπληρωμένης
κάρτας, δωρεάν πληρωμές
και πάγιες εντολές προς
όλους τους οργανισμούς,
καθώς και ορισμένες
πρόσθετες υπηρεσίες.
Η
τράπεζα επισημαίνει ότι,
με βάση το ισχύον
πλαίσιο, τα ψηφιακά
διατραπεζικά εμβάσματα
έως 5.000 ευρώ κοστίζουν
0,50 ευρώ ανά συναλλαγή.
Επομένως, δύο τέτοιες
συναλλαγές τον μήνα
αρκούν θεωρητικά για να
αντισταθμίσουν τη
συνδρομή.
Η
Alpha Bank,
μέσω του myAlpha Benefit
Base, χρεώνει επίσης
0,80 ευρώ τον
μήνα. Το πακέτο
περιλαμβάνει μία δωρεάν
εξερχόμενη και μία
εισερχόμενη διατραπεζική
μεταφορά έως 5.000 ευρώ
κάθε μήνα, μία δωρεάν
πληρωμή πιστωτικής
κάρτας άλλης τράπεζας,
δωρεάν ανανέωση
χρεωστικής ή
προπληρωμένης κάρτας και
απεριόριστες πληρωμές
προς εταιρείες και
οργανισμούς μέσω digital
banking ή πάγιας
εντολής.
Η
τράπεζα υποστηρίζει ότι,
ανάλογα με τη χρήση, το
συγκεκριμένο πακέτο
μπορεί να περιορίσει
σημαντικά το μηνιαίο
κόστος συναλλαγών.
Παράλληλα, προβλέπονται
εξαιρέσεις για
συγκεκριμένες κατηγορίες
πελατών, όπως όσοι
λαμβάνουν μισθοδοσία ή
σύνταξη στην τράπεζα.
Στη
Eurobank,
το My Blue Advantage
έχει χαμηλότερη χρέωση,
0,60 ευρώ τον
μήνα, και
περιλαμβάνει μεταξύ
άλλων δωρεάν έκδοση και
ανανέωση χρεωστικής
κάρτας, δωρεάν
επανέκδοση σε περίπτωση
απώλειας ή κλοπής,
προπληρωμένες κάρτες και
απεριόριστες πάγιες
εντολές.
Και
εδώ υπάρχουν εξαιρέσεις,
μεταξύ άλλων για πελάτες
με υψηλότερα υπόλοιπα σε
καταθετικά, ασφαλιστικά
και επενδυτικά προϊόντα,
για όσους λαμβάνουν
μισθοδοσία ή σύνταξη στη
Eurobank και για
συγκεκριμένες κατηγορίες
πελατών.
Το
στοίχημα των τραπεζών
μετά τις μειώσεις
προμηθειών
Πίσω από την εξάπλωση
των συνδρομητικών
μοντέλων βρίσκεται και
ένα σημαντικό ζήτημα για
τα τραπεζικά έσοδα.
Τα
τελευταία χρόνια η
κυβέρνηση έχει
προχωρήσει σε
παρεμβάσεις που
περιόρισαν σημαντικά τις
χρεώσεις σε καθημερινές
συναλλαγές. Από τις
αρχές του 2025
επιβλήθηκε ανώτατη
προμήθεια 0,50
ευρώ για
διατραπεζικά εμβάσματα
έως 5.000 ευρώ μέσω
ψηφιακών καναλιών, ενώ
μηδενίστηκαν προμήθειες
για συγκεκριμένες
πληρωμές προς το
Δημόσιο, ασφαλιστικά
ταμεία και επιχειρήσεις
κοινής ωφέλειας.
Ακολούθησαν νέες
παρεμβάσεις στις
χρεώσεις για αναλήψεις
μετρητών από ΑΤΜ.
Το
αποτέλεσμα ήταν η
συρρίκνωση μέρους των
προμηθειακών εσόδων. Η
Εθνική, για παράδειγμα,
κατέγραψε το 2025
μείωση 21%
στα σχετικά έσοδα, ενώ η
Πειραιώς υπολόγισε την
επίπτωση περίπου στα
50 εκατ. ευρώ.
Οι
τράπεζες, επομένως,
αναζητούν νέους τρόπους
να δημιουργήσουν
επαναλαμβανόμενα έσοδα
από την πελατειακή τους
βάση. Και εδώ τα 60 ή 80
λεπτά τον μήνα αποκτούν
ιδιαίτερη σημασία.
Με
δεδομένο ότι στην Ελλάδα
υπάρχουν δεκάδες
εκατομμύρια λογαριασμοί
και αρκετοί πελάτες
διατηρούν σχέσεις με
περισσότερες από μία
τράπεζες, ακόμη και μια
μικρή μηνιαία χρέωση
μπορεί να μετατραπεί σε
σημαντική συνολική πηγή
εσόδων.
Το
κόστος της ψηφιακής
τραπεζικής
Υπάρχει, βέβαια, και η
άλλη πλευρά της
εξίσωσης.
Η
μετάβαση από το
κατάστημα στο κινητό
τηλέφωνο δεν σημαίνει
ότι οι ηλεκτρονικές
συναλλαγές είναι χωρίς
κόστος για τις τράπεζες.
Αντίθετα, απαιτούν
συνεχή επένδυση και
υψηλό λειτουργικό
κόστος.
Mobile και internet
banking, συστήματα
άμεσων πληρωμών,
υποδομές
κυβερνοασφάλειας,
μηχανισμοί πρόληψης
απάτης, συστήματα
καταπολέμησης του
ξεπλύματος χρήματος,
cloud υποδομές και data
centers πρέπει να
λειτουργούν συνεχώς και
να μπορούν να
υποστηρίζουν εκατομμύρια
συναλλαγές.
Σύμφωνα με στελέχη της
αγοράς, το ετήσιο
λειτουργικό κόστος για
τη διατήρηση αυτού του
τεχνολογικού
οικοσυστήματος σε μια
μεγάλη συστημική τράπεζα
μπορεί να φθάνει τα
70-100 εκατ.
ευρώ, χωρίς να
υπολογίζονται νέες
επενδύσεις και μεγάλα
έργα.
Το
κόστος, μάλιστα,
συνεχίζει να αυξάνεται,
καθώς οι ανάγκες σε
τεχνολογικό εξοπλισμό,
cloud και εξειδικευμένα
πληροφοριακά συστήματα
διευρύνονται.
Λιγότερα καταστήματα,
λιγότερο προσωπικό
Ο
ψηφιακός μετασχηματισμός
έχει, ωστόσο,
δημιουργήσει και
σημαντικές
εξοικονομήσεις.
Η
δραστική μείωση των
καταστημάτων και του
προσωπικού αποτελεί μία
από τις σημαντικότερες
αλλαγές στο ελληνικό
τραπεζικό σύστημα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της Τράπεζας της
Ελλάδος, ο αριθμός των
τραπεζοϋπαλλήλων
μειώθηκε κατά περίπου
17.700 άτομα
μέσα σε μία δεκαετία,
από περίπου 46.000 το
2015 σε 28.380 στα τέλη
του 2025.
Την
ίδια περίοδο, τα
τραπεζικά καταστήματα
μειώθηκαν από
2.547 σε 1.352.
Έτσι, οι τράπεζες
βρίσκονται σήμερα σε μια
νέα ισορροπία: από τη
μία πλευρά μειώνουν
δραστικά το κόστος του
παραδοσιακού δικτύου και
από την άλλη αυξάνουν
τις δαπάνες για
τεχνολογία,
κυβερνοασφάλεια και
ψηφιακές υποδομές.
Οι
συνδρομητικοί
λογαριασμοί αποτελούν,
ουσιαστικά, το
νέο μοντέλο χρέωσης που
επιχειρεί να γεφυρώσει
αυτή τη μετάβαση.
Για τον πελάτη, το
ζητούμενο είναι να
γνωρίζει εάν πραγματικά
χρησιμοποιεί αρκετές από
τις υπηρεσίες του
πακέτου ώστε η μηνιαία
συνδρομή να αξίζει το
κόστος της. Για τις
τράπεζες, το στοίχημα
είναι διαφορετικό: να
αντικαταστήσουν μέρος
των προμηθειών που
χάθηκαν από τις
νομοθετικές παρεμβάσεις
με σταθερά,
επαναλαμβανόμενα έσοδα,
χωρίς όμως να
δημιουργήσουν νέα
προβλήματα στην
εμπιστοσύνη των πελατών.
|