|
Ανατιμήσεις σε Ασία,
Μέση Ανατολή και Αφρική
Η ανοδική πίεση στις
τιμές των βασικών αγαθών
εξαπλώνεται σε
διαφορετικές περιοχές
του κόσμου,
επιβαρύνοντας ιδιαίτερα
τα νοικοκυριά με
χαμηλότερα εισοδήματα.
Στην Ινδονησία, η αγορά
ρυζιού βρίσκεται
αντιμέτωπη με
τιμές-ρεκόρ, καθώς οι
ανησυχίες για την
καθυστέρηση των
βροχοπτώσεων δημιουργούν
αβεβαιότητα για τη
μελλοντική προσφορά.
Στην Αίγυπτο, το μη
επιδοτούμενο ψωμί έχει
ακριβύνει κατά περίπου
25% από τον Ιούλιο, ενώ
στα Ηνωμένα Αραβικά
Εμιράτα οι τιμές του
μαγειρικού λαδιού έχουν
αυξηθεί κατά περίπου
40%.
Στην Ινδία, οι τιμές της
ζάχαρης, των κρεμμυδιών
και των οσπρίων
κατέγραψαν άνοδο άνω του
10% τον Σεπτέμβριο σε
σύγκριση με τον
προηγούμενο μήνα. Η
εξασθένηση των μουσώνων,
στη χειρότερη επίδοση
των τελευταίων δέκα και
πλέον ετών, έχει
περιορίσει την αγροτική
παραγωγή και εντείνει
τις πιέσεις στην εγχώρια
αγορά.
Την ίδια στιγμή, ο
δείκτης τιμών τροφίμων
του FAO,
ο οποίος παρακολουθεί
τις μηνιαίες μεταβολές
στις διεθνείς τιμές ενός
καλαθιού εμπορεύσιμων
αγροτικών προϊόντων,
διαμορφώθηκε τον
Σεπτέμβριο στις 136
μονάδες, στο υψηλότερο
επίπεδο από τον Νοέμβριο
του 2022.
Ανησυχητική είναι και η
εικόνα που καταγράφει η
Παγκόσμια Τράπεζα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της, οι τιμές των
τροφίμων αυξήθηκαν
ταχύτερα από τον γενικό
πληθωρισμό στο 22% των
150 χωρών που
εξετάστηκαν, έναντι 14%
το προηγούμενο τρίμηνο.
Η εξέλιξη αυτή
αναδεικνύει το μέγεθος
της πίεσης που δέχονται
οι καταναλωτές,
ιδιαίτερα στις
αναπτυσσόμενες
οικονομίες. Τα φτωχότερα
νοικοκυριά είναι
περισσότερο εκτεθειμένα,
καθώς δαπανούν
μεγαλύτερο μέρος του
εισοδήματός τους για την
αγορά τροφίμων και
διαθέτουν περιορισμένα
περιθώρια για να
απορροφήσουν νέες
ανατιμήσεις.
Πόλεμοι και διαταραχές
στις εφοδιαστικές
αλυσίδες
Οι πιέσεις στην
παγκόσμια αγορά
αγροτικών προϊόντων δεν
οφείλονται αποκλειστικά
στις καιρικές συνθήκες.
Οι πολεμικές συγκρούσεις
και οι περιορισμοί στις
θαλάσσιες μεταφορές
αυξάνουν το κόστος
εφοδιασμού και
δυσχεραίνουν την
πρόσβαση σε βασικές
πρώτες ύλες.
Οι συγκρούσεις στην
περιοχή της Μαύρης
Θάλασσας έχουν
διαταράξει τις εξαγωγές
σιτηρών, ενώ η
ανασφάλεια στην Ερυθρά
Θάλασσα αναγκάζει πλοία
να ακολουθούν
μεγαλύτερες και
ακριβότερες διαδρομές
γύρω από την Αφρική. Ως
αποτέλεσμα, μεγάλοι
εισαγωγείς, όπως η
Αίγυπτος και η
Ινδονησία, αναζητούν
εναλλακτικές πηγές
προμήθειας.
Παράλληλα, ο πόλεμος
ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν
έχει οδηγήσει σε
υψηλότερες τιμές
καυσίμων και έχει
διαταράξει τις εξαγωγές
λιπασμάτων μέσω των
Στενών του Ορμούζ. Η
αύξηση του ενεργειακού
κόστους, των ναύλων και
των γεωργικών εισροών
επιβαρύνει τους
παραγωγούς, την ώρα που
η ξηρασία σε περιοχές
της Ασίας περιορίζει τις
αποδόσεις των
καλλιεργειών.
Οι τιμές του σιταριού
έχουν αυξηθεί πάνω από
30% μέσα στο 2026, ενώ
το ρύζι σε βασικές
ασιατικές εξαγωγικές
χώρες έχει ανατιμηθεί
κατά 10% έως 13%, παρά
τα σημαντικά διαθέσιμα
αποθέματα. Επιπλέον, τα
ναύλα σε ορισμένες
κρίσιμες εμπορικές
διαδρομές, όπως εκείνη
από τη Μαύρη Θάλασσα
προς τη Νοτιοανατολική
Ασία, έχουν αυξηθεί
περίπου κατά 50%.
Ο συνδυασμός αυτών των
παραγόντων δημιουργεί
ένα περιβάλλον αυξημένου
κόστους για ολόκληρη την
αλυσίδα παραγωγής και
διανομής τροφίμων. Από
τον αγρότη και τον
εισαγωγέα έως τη
βιομηχανία επεξεργασίας
και το τελικό σημείο
πώλησης, οι επιβαρύνσεις
συσσωρεύονται και
αυξάνουν τον κίνδυνο
νέων ανατιμήσεων για
τους καταναλωτές.
Τα
αποθέματα σιτηρών χάνουν
μέρος της προστατευτικής
τους δύναμης
Τα υψηλά αποθέματα και
οι ικανοποιητικές
σοδειές προηγούμενων
περιόδων είχαν
λειτουργήσει ως ανάχωμα
απέναντι στις διαταραχές
της διεθνούς αγοράς.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον
Μάξιμο Τορέρο, το
περιθώριο ασφαλείας
αρχίζει πλέον να
περιορίζεται.
Ορισμένες χώρες είχαν
αναβάλει ή περιορίσει
τις αγορές τους από τη
διεθνή αγορά,
στηριζόμενες στις καλές
εγχώριες συγκομιδές και
στα διαθέσιμα αποθέματά
τους. Εάν επιστρέψουν
ταυτόχρονα στις
εισαγωγές για να
καλύψουν τις ανάγκες
τους, η ζήτηση ενδέχεται
να αυξηθεί απότομα,
ασκώντας νέες πιέσεις
στις τιμές.
Ο οικονομολόγος του
Διεθνούς Συμβουλίου
Σιτηρών, Αλεξάντερ
Καραβιτσάεφ, εκτιμά ότι
μέσα στους επόμενους
μήνες μπορεί να
εκδηλωθεί νέο κύμα
αγορών από χώρες που
εισάγουν μεγάλες
ποσότητες δημητριακών.
Εάν αυτό συμπέσει με
περιορισμένη προσφορά, η
αγορά θα μπορούσε να
βρεθεί αντιμέτωπη με
ακόμη μεγαλύτερες
ανατιμήσεις.
Οι πιέσεις μεταφέρονται
σταδιακά και στις
βιομηχανίες τροφίμων. Οι
επιχειρήσεις που
ανανεώνουν συμβόλαια
προμήθειας πρώτων υλών
διάρκειας τριών έως έξι
μηνών καλούνται να
αντιμετωπίσουν
υψηλότερες τιμές αγοράς.
Επιπλέον, η υποχώρηση
νομισμάτων όπως η ρουπία
αυξάνει το κόστος των
εισαγωγών, επιβαρύνοντας
περαιτέρω τις τοπικές
αγορές.
Το πρόβλημα είναι ότι τα
αποθέματα, ακόμη και
όταν παραμένουν σε
σχετικά υψηλά επίπεδα,
δεν μπορούν να
αντισταθμίσουν
απεριόριστα τις
διαδοχικές διαταραχές
στην παραγωγή, στις
μεταφορές και στο κόστος
των εισροών.
Ο
κίνδυνος κοινωνικών
αναταραχών και νέων
περιορισμών στις
εξαγωγές
Η ακρίβεια στα τρόφιμα
έχει και σημαντικές
κοινωνικές προεκτάσεις.
Όταν βασικά αγαθά, όπως
το ψωμί, το ρύζι και τα
φυτικά έλαια, γίνονται
δυσκολότερα προσιτά,
ενισχύεται η δυσαρέσκεια
των πολιτών και
αυξάνεται ο κίνδυνος
κοινωνικών αναταραχών.
Παράλληλα, η άνοδος των
τιμών μπορεί να οδηγήσει
κυβερνήσεις χωρών που
αποτελούν σημαντικούς
εξαγωγείς αγροτικών
προϊόντων στην επιβολή
περιορισμών στις
εξαγωγές, προκειμένου να
προστατεύσουν την
εγχώρια αγορά και να
συγκρατήσουν το κόστος
για τους καταναλωτές
τους.
Μια τέτοια εξέλιξη,
ωστόσο, θα μπορούσε να
επιδεινώσει τις
ελλείψεις σε άλλες χώρες
και να ενισχύσει
περαιτέρω την ανοδική
πίεση στις διεθνείς
τιμές. Οι περιορισμοί
στις εξαγωγές μειώνουν
τη διαθέσιμη προσφορά
στην παγκόσμια αγορά,
εντείνοντας τον
ανταγωνισμό μεταξύ των
εισαγωγέων.
Η πορεία των τιμών τους
επόμενους μήνες θα
εξαρτηθεί από τη
διάρκεια των πολεμικών
διαταραχών, τις
εξελίξεις στις θαλάσσιες
μεταφορές, την ένταση
των καιρικών φαινομένων
και τις επόμενες
συγκομιδές.
Προς το παρόν, πάντως,
οι ενδείξεις δείχνουν
ότι τα αποθέματα
προσφέρουν μικρότερη
προστασία σε σχέση με το
παρελθόν. Με τις πιέσεις
στην προσφορά να
συνδυάζονται με
υψηλότερο κόστος
ενέργειας, μεταφοράς και
παραγωγής, ο κίνδυνος
παρατεταμένων
ανατιμήσεων στα τρόφιμα
παραμένει ισχυρός, με
τις μεγαλύτερες
επιπτώσεις να
αναμένονται στις
οικονομικά ασθενέστερες
χώρες και στα χαμηλότερα
εισοδηματικά στρώματα.
|