|
Η μεγαλύτερη δοκιμασία
για την παγκόσμια
προσφορά
Οι αμερικανικές και
ισραηλινές επιθέσεις
κατά του Ιράν πριν από
έξι μήνες αποτέλεσαν την
αφετηρία μιας κρίσης που
εξελίχθηκε στη
σοβαρότερη διαταραχή της
προσφοράς πετρελαίου των
τελευταίων ετών, χωρίς
μέχρι σήμερα να έχει
διαμορφωθεί μια ξεκάθαρη
προοπτική ομαλοποίησης.
Την ίδια στιγμή, ο
πόλεμος στην Ουκρανία
έχει επηρεάσει τόσο την
παραγωγή όσο και τη
δυνατότητα διύλισης της
Ρωσίας, με τις συνέπειες
να επεκτείνονται και στο
Καζακστάν. Παράλληλα, η
παρατεταμένη αστάθεια
στη Λιβύη και οι
αμερικανικοί περιορισμοί
στις εξαγωγές πετρελαίου
της Βενεζουέλας έχουν
προσθέσει νέες πιέσεις.
Οι απώλειες παραγωγής
δεν εκδηλώθηκαν όλες
ταυτόχρονα ούτε είχαν
την ίδια ένταση. Το
γεγονός όμως ότι τόσο
μεγάλο μέρος των μεγάλων
παραγωγών πετρελαίου
βρίσκεται παράλληλα
εκτεθειμένο σε
στρατιωτικούς και
πολιτικούς κινδύνους
έχει περιορίσει
σημαντικά το περιθώριο
ασφαλείας της παγκόσμιας
αγοράς.
Έως 7 εκατ. βαρέλια την
ημέρα η απώλεια στον
Κόλπο
Ιδιαίτερα κρίσιμη
παραμένει η κατάσταση
στον Περσικό Κόλπο. Η
Σαουδική Αραβία έχει
προσπαθήσει να μεταφέρει
μέρος των εξαγωγών της
μέσω της Ερυθράς
Θάλασσας, ενώ και άλλοι
παραγωγοί αναζητούν
εναλλακτικούς τρόπους
μεταφοράς φορτίων ώστε
να περιορίσουν την
εξάρτησή τους από τα
Στενά του Ορμούζ.
Παρά τις προσπάθειες
αυτές, οι εκτιμήσεις
αναλυτών δείχνουν ότι η
απώλεια προσφοράς από
την περιοχή εξακολουθεί
να ανέρχεται σε περίπου
5 έως 7 εκατ. βαρέλια
ημερησίως.
Οι εναλλακτικές
διαδρομές δεν προσφέρουν
απόλυτη ασφάλεια. Οι
επιθέσεις στην Ερυθρά
Θάλασσα και στην περιοχή
γύρω από τη Διώρυγα του
Σουέζ μέσα στον Ιούλιο
έδειξαν ότι και οι
θαλάσσιες αρτηρίες που
χρησιμοποιούνται για την
παράκαμψη των
προβληματικών περιοχών
παραμένουν ευάλωτες.
Η εξέλιξη αυτή έχει
αυξήσει την εξάρτηση της
διεθνούς αγοράς από την
αμερικανική παραγωγή.
Ωστόσο, ούτε οι ΗΠΑ
είναι πλήρως
προστατευμένες από
απρόβλεπτες διαταραχές,
καθώς ακραία καιρικά
φαινόμενα έχουν κατά
διαστήματα επηρεάσει την
εγχώρια παραγωγή.
Πάνω από 10% της
παγκόσμιας διύλισης
εκτός λειτουργίας
Το πρόβλημα δεν αφορά
μόνο τη διαθέσιμη
ποσότητα αργού. Οι
επιθέσεις και οι
καταστροφές σε
ενεργειακές υποδομές
έχουν δημιουργήσει
σημαντικό πλήγμα και στη
διυλιστική ικανότητα.
Οι συγκρούσεις στη Μέση
Ανατολή και την Ουκρανία
έχουν θέσει εκτός
λειτουργίας περίπου το
10% της παγκόσμιας
δυναμικότητας διύλισης.
Αυτό εντείνει τις
πιέσεις κυρίως στην
αγορά βενζίνης και
ντίζελ, όπου η
διαθεσιμότητα έτοιμων
προϊόντων είναι πλέον
εξίσου κρίσιμη με την
προσφορά αργού.
Η Ουκρανία έχει
πραγματοποιήσει
επανειλημμένες επιθέσεις
σε ρωσικές εγκαταστάσεις
διύλισης, φτάνοντας
μέχρι και το διυλιστήριο
στο Ομσκ, σε απόσταση
περίπου 2.700
χιλιομέτρων από τις
περιοχές που ελέγχει το
Κίεβο.
Η Ρωσία έχει ήδη αρχίσει
να αντιμετωπίζει
προβλήματα στην
εσωτερική αγορά καυσίμων
και έχει περιορίσει τις
εξαγωγές βενζίνης και
ντίζελ. Με αυτόν τον
τρόπο, ποσότητες που υπό
φυσιολογικές συνθήκες θα
κατευθύνονταν στις
διεθνείς αγορές
παραμένουν εντός της
χώρας.
Το ενεργειακό κόστος
περνά στον πληθωρισμό
Η κρίση στην αγορά
πετρελαίου έχει πλέον
επιπτώσεις πολύ πέρα από
τον ενεργειακό κλάδο. Οι
υψηλότερες τιμές
καυσίμων μεταφέρονται
στο κόστος μεταφορών,
στη βιομηχανία και στις
τιμές πολλών προϊόντων
και υπηρεσιών,
ενισχύοντας τις
πληθωριστικές πιέσεις.
Η εξέλιξη αυτή
περιπλέκει το έργο των
κεντρικών τραπεζών,
καθώς η ενεργειακή
ακρίβεια μπορεί να
διατηρήσει τον
πληθωρισμό υψηλότερα για
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα και να
περιορίσει τα περιθώρια
για μειώσεις επιτοκίων.
Στις ΗΠΑ, οι τιμές του
ντίζελ έχουν ήδη κινηθεί
σε ιστορικά υψηλά
επίπεδα, παρά το γεγονός
ότι τα αμερικανικά
διυλιστήρια λειτουργούν
κοντά στη μέγιστη
δυναμικότητά τους.
Για την Ευρώπη, η
εξέλιξη έχει ιδιαίτερη
σημασία, καθώς το
ακριβότερο αργό και,
κυρίως, τα υψηλότερα
κόστη στα διυλισμένα
προϊόντα μεταφέρονται
σταδιακά σε ολόκληρη την
οικονομία.
Τα αποθέματα δεν μπορούν
πλέον να απορροφήσουν το
σοκ
Ένα μέρος των επιπτώσεων
της κρίσης έχει μέχρι
σήμερα περιοριστεί χάρη
στη χρήση στρατηγικών
αποθεμάτων. Ο Διεθνής
Οργανισμός Ενέργειας
έχει διαθέσει
πρωτοφανείς ποσότητες
από τα αποθέματα
έκτακτης ανάγκης,
επιδιώκοντας να καλύψει
μέρος των απωλειών στην
προσφορά.
Ωστόσο, αυτή η «ασπίδα»
δεν είναι ανεξάντλητη.
Οι μεγάλες παρεμβάσεις
έχουν πλέον σε μεγάλο
βαθμό ολοκληρωθεί, ενώ
την ίδια στιγμή τα
εμπορικά αποθέματα
πετρελαίου παγκοσμίως
συνεχίζουν να
μειώνονται.
Αυτό αποτελεί ίσως τον
μεγαλύτερο κίνδυνο για
την αγορά. Οι διαθέσιμες
εφεδρείες περιορίζονται
ακριβώς τη στιγμή που
ένα σημαντικό τμήμα της
παγκόσμιας παραγωγής
βρίσκεται εκτεθειμένο σε
γεωπολιτικούς κινδύνους.
Έτσι, η αγορά πετρελαίου
καλείται να
αντιμετωπίσει ταυτόχρονα
πολεμικές συγκρούσεις σε
βασικές
πετρελαιοπαραγωγικές
περιοχές, απώλειες
διυλιστικής
δυναμικότητας,
προβλήματα στις
θαλάσσιες μεταφορές και
χαμηλότερα αποθέματα.
Ένα παγκόσμιο δίκτυο
ενεργειακών κινδύνων
Έξι μήνες μετά την
έναρξη της σύγκρουσης
γύρω από το Ιράν, η
ενεργειακή κρίση έχει
πλέον ξεπεράσει κατά
πολύ το ζήτημα της
λειτουργίας των Στενών
του Ορμούζ.
Η παγκόσμια αγορά έχει
μετατραπεί σε ένα
σύνθετο δίκτυο
αλληλοσυνδεόμενων
κινδύνων. Μια νέα
διακοπή παραγωγής, ένα
σημαντικό πλήγμα σε
διυλιστήριο ή μια σοβαρή
διαταραχή σε κάποια από
τις βασικές θαλάσσιες
εμπορικές οδούς θα
μπορούσε πλέον να έχει
πολλαπλάσια επίδραση
στις τιμές και στην
παγκόσμια οικονομία.
Το γεγονός ότι πάνω από
το 43% της παγκόσμιας
παραγωγής προέρχεται από
χώρες που βρίσκονται στη
δίνη πολέμων ή
γεωπολιτικών αναταράξεων
δείχνει πόσο
περιορισμένα έχουν γίνει
τα περιθώρια ασφαλείας
της αγοράς. Και όσο τα
αποθέματα μειώνονται,
τόσο αυξάνεται η
ευαισθησία των τιμών σε
κάθε νέα διαταραχή της
προσφοράς.
|