|
Παράλληλα, προβλέπεται η
δυνατότητα υπαναχώρησης
από τη σύμβαση δανείου
εντός 14 ημερών από τη
σύναψή της.
Ωστόσο, τραπεζικά
στελέχη επισημαίνουν
ότι, παρότι η θέσπιση
ανώτατου ορίου στο
συνολικό κόστος
αποπληρωμής κινείται
προς τη σωστή
κατεύθυνση, η τελική
επίδραση θα εξαρτηθεί
από το εύρος εφαρμογής
της ρύθμισης. Κρίσιμο
ζήτημα αποτελεί το εάν
θα συμπεριληφθούν
κατηγορίες όπως τα
επισκευαστικά δάνεια, τα
δάνεια αυτοκινήτου ή οι
πιστωτικές κάρτες.
Σύμφωνα με τις ίδιες
πηγές, υπάρχει ορατός
κίνδυνος αύξησης των
μηνιαίων επιβαρύνσεων.
Αυτό οφείλεται στο
γεγονός ότι ο
περιορισμός του
συνολικού ποσού τόκων
οδηγεί σε μικρότερη
διάρκεια αποπληρωμής,
ώστε να τηρείται το
πλαφόν. Ως αποτέλεσμα,
οι δόσεις γίνονται
υψηλότερες.
Ενδεικτικά, ένα δάνειο
20.000 ευρώ με διάρκεια
10 ετών και επιτόκιο 10%
συνεπάγεται μηνιαία δόση
περίπου 264 ευρώ και
συνολικούς τόκους άνω
του 50% του κεφαλαίου.
Αντίθετα, για να
παραμείνει εντός του
προτεινόμενου ορίου, η
διάρκεια θα πρέπει να
περιοριστεί στα 5 έτη,
ανεβάζοντας τη μηνιαία
δόση περίπου στα 425
ευρώ, παρά τη σημαντική
μείωση των συνολικών
τόκων.
Οι τράπεζες
προειδοποιούν ότι, παρά
την πρόθεση προστασίας
των καταναλωτών, η
ρύθμιση ενδέχεται να
ασκήσει πίεση στα
οικογενειακά εισοδήματα
και να περιορίσει την
πρόσβαση στη
χρηματοδότηση. Ιδιαίτερα
ευάλωτες ενδέχεται να
είναι οι οικονομικά
ασθενέστερες ομάδες, οι
οποίες βασίζονται σε
μεγαλύτερες διάρκειες
αποπληρωμής για να
διατηρούν χαμηλές
μηνιαίες δόσεις.
Επιπλέον, υπάρχει
ανησυχία ότι το πλαφόν
μπορεί να επηρεάσει και
υφιστάμενους
δανειολήπτες, οδηγώντας
σε αναπροσαρμογές που θα
αυξήσουν τις δόσεις
τους. Σε αυτή την
περίπτωση, νοικοκυριά
που μέχρι σήμερα
εξυπηρετούν κανονικά τις
υποχρεώσεις τους
ενδέχεται να βρεθούν υπό
πίεση, όχι λόγω
αυξημένου πιστωτικού
κινδύνου, αλλά εξαιτίας
ενός πιο αυστηρού
κανονιστικού πλαισίου.
Συνολικά, η αγορά εκτιμά
ότι το νέο πλαίσιο, αν
δεν εφαρμοστεί με
ευελιξία, μπορεί να
περιορίσει τις επιλογές
των δανειοληπτών και να
αποκλείσει μέρος των
πολιτών από την πρόσβαση
σε δανεισμό.
|