|
Οι
υπηρεσίες οδηγούν τον
πληθωρισμό
Η ανάλυση του
Εναρμονισμένου Δείκτη
Τιμών Καταναλωτή δείχνει
ότι οι υπηρεσίες
αποτελούν τον βασικό
παράγοντα διαμόρφωσης
του πληθωρισμού στην
Ελλάδα.
Τον Αύγουστο, οι
υπηρεσίες συνεισέφεραν
2,2 ποσοστιαίες μονάδες
στον πληθωρισμό, ενώ
ακολούθησαν η ενέργεια
με 1,2 μονάδες, τα μη
ενεργειακά βιομηχανικά
αγαθά με 0,2 μονάδες και
τα μη επεξεργασμένα
τρόφιμα με 0,1 μονάδα.
Η επιτάχυνση σε σχέση με
τον Ιούλιο προήλθε
κυρίως από τις υπηρεσίες
που συνδέονται με
οργανωμένα ταξίδια και
διαμονή, ενώ μικρότερη
ήταν η συμβολή της
ενέργειας.
Η εικόνα των τιμών σε
σχέση με την προ
πανδημίας περίοδο
παραμένει ιδιαίτερα
έντονη. Τα μη
επεξεργασμένα τρόφιμα
καταγράφουν σωρευτική
αύξηση 47,6%, η ενέργεια
34,7%, τα επεξεργασμένα
τρόφιμα 24,3%, οι
υπηρεσίες 21,1% και τα
μη ενεργειακά
βιομηχανικά αγαθά 14,3%.
Στην ενέργεια, η
σωρευτική αύξηση
ανέρχεται σε 45,8% για
ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό
αέριο, στερεά καύσιμα
και θέρμανση, ενώ στα
υγρά καύσιμα και τα
καύσιμα κίνησης φθάνει
το 29,4%.
Υψηλότερος πληθωρισμός
και το 2026
Σύμφωνα με την τελευταία
έκδοση του
Inflation
Monitor
της Τράπεζας της
Ελλάδος, ο μέσος ετήσιος
πληθωρισμός στην Ελλάδα
εκτιμάται στο 3,5% το
2026, έναντι 3,0% στην
Ευρωζώνη.
Για το 2027 προβλέπεται
αποκλιμάκωση στο 2,7%
και περαιτέρω υποχώρηση
στο 2,2% το 2028. Στην
Ευρωζώνη οι αντίστοιχες
προβλέψεις είναι 2,5%
και 2,1%.
Ωστόσο, οι νέες
ενεργειακές πιέσεις
δημιουργούν έναν
σημαντικό παράγοντα
αβεβαιότητας για αυτές
τις εκτιμήσεις. Η
παραμονή των τιμών
ενέργειας σε υψηλά
επίπεδα θα μπορούσε να
μεταφερθεί όχι μόνο
απευθείας στις τιμές των
ενεργειακών προϊόντων
αλλά και στο κόστος
παραγωγής, μεταφορών και
υπηρεσιών.
Μέχρι στιγμής αντέχει η
κατανάλωση
Παρά την επιτάχυνση του
πληθωρισμού, τα στοιχεία
του β’ τριμήνου δεν
δείχνουν μέχρι στιγμής
σημαντική επιβάρυνση της
οικονομικής
δραστηριότητας.
Η ιδιωτική κατανάλωση
αυξήθηκε κατά 0,9% σε
τριμηνιαία βάση και 1,7%
σε ετήσια βάση, έναντι
πτώσης 0,3% στο πρώτο
τρίμηνο και αύξησης
μόλις 0,2% σε ετήσια
βάση.
Αντίστοιχα, οι εξαγωγές
αγαθών αυξήθηκαν κατά
2,9% σε τριμηνιαία και
6,6% σε ετήσια βάση.
Αντίθετα, οι εξαγωγές
υπηρεσιών υποχώρησαν
κατά 1,4% στο τρίμηνο
και 1,7% σε ετήσια βάση,
παρά τη θετική πορεία
των ταξιδιωτικών εσόδων.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει
ότι η ελληνική οικονομία
διατήρησε σημαντικό
μέρος της δυναμικής της
παρά τις εξωτερικές
πιέσεις.
Θετικοί οι δείκτες
οικονομικής συγκυρίας
Οι δείκτες οικονομικού
κλίματος εξακολουθούν να
καταγράφουν σχετικά
θετική εικόνα. Ο δείκτης
οικονομικού κλίματος
υποχώρησε τον Αύγουστο
στις 106,9 μονάδες, από
107,5 τον Ιούλιο και
108,1 τον Ιούνιο,
παραμένοντας όμως
αισθητά πάνω από τον
μακροχρόνιο μέσο όρο των
100 μονάδων και
υψηλότερα από την
αντίστοιχη επίδοση της
Ευρωζώνης στις 98,4
μονάδες.
Ακόμη πιο θετική ήταν η
εξέλιξη της
καταναλωτικής
εμπιστοσύνης, η οποία
βελτιώθηκε για δεύτερο
συνεχόμενο μήνα και
ανήλθε σε υψηλό 15
μηνών, στις -43,6
μονάδες.
Στη μεταποίηση, ο
δείκτης PMI
ενισχύθηκε στις 54,4
μονάδες, το υψηλότερο
επίπεδο πέντε μηνών και
αρκετά πάνω από το όριο
των 50 μονάδων που
σηματοδοτεί βελτίωση των
επιχειρηματικών
συνθηκών. Η άνοδος
συνδέεται κυρίως με την
αύξηση των νέων
παραγγελιών και της
απασχόλησης.
Ανεργία κάτω από 8%
Η αγορά εργασίας
εξακολουθεί να αποτελεί
ένα από τα πιο ανθεκτικά
σημεία της οικονομίας.
Τον Ιούλιο, η απασχόληση
αυξήθηκε κατά 1% σε
ετήσια βάση, από 0,9%
τον Ιούνιο, ενώ το
ποσοστό ανεργίας
υποχώρησε στο 7,9%, από
8,1% τον Ιούνιο και 8,9%
τον Ιούλιο του 2025.
Η εξέλιξη αυτή
λειτουργεί ως αντίβαρο
στις πιέσεις που
προκαλεί το αυξημένο
κόστος ζωής, στηρίζοντας
το διαθέσιμο εισόδημα
και την κατανάλωση.
Τουρισμός: Λιγότεροι
επισκέπτες, περισσότερα
έσοδα
Θετική παραμένει και η
συμβολή του τουρισμού.
Οι ταξιδιωτικές
εισπράξεις αυξήθηκαν
κατά 7,2% σε ετήσια βάση
σε τρέχουσες τιμές, παρά
τη μείωση των αφίξεων
κατά 3,1%.
Η εξέλιξη αυτή
αποδίδεται στην αύξηση
της μέσης δαπάνης ανά
ταξιδιώτη κατά περίπου
10%, γεγονός που
επιτρέπει στον τουρισμό
να διατηρεί σημαντική
συνεισφορά στην
οικονομική δραστηριότητα
ακόμη και με χαμηλότερο
αριθμό αφίξεων.
Αδύναμη βιομηχανία και
διεύρυνση του εμπορικού
ελλείμματος
Στον αντίποδα, πιο
αδύναμη εμφανίζεται η
εικόνα στη βιομηχανία. Η
βιομηχανική παραγωγή
μειώθηκε κατά 1,7% σε
μηνιαία βάση τον Ιούλιο,
μετά την πτώση 0,3% τον
Ιούνιο, ενώ σε ετήσια
βάση υποχώρησε κατά
0,9%, έναντι αύξησης
1,1% τον προηγούμενο
μήνα.
Παράλληλα, οι
πραγματικές εξαγωγές
αγαθών αυξήθηκαν μόλις
κατά 0,5% τον Ιούλιο,
ενώ οι εισαγωγές
ενισχύθηκαν κατά 4,6%,
οδηγώντας σε διεύρυνση
του εμπορικού
ελλείμματος.
Εξαιρουμένων των
καυσίμων, η εικόνα ήταν
πιο ισορροπημένη, καθώς
οι πραγματικές εξαγωγές
αυξήθηκαν κατά 1,2%, ενώ
οι εισαγωγές παρέμειναν
ουσιαστικά αμετάβλητες.
Το
κρίσιμο στοίχημα του β’
εξαμήνου
Τα μέχρι τώρα διαθέσιμα
στοιχεία σκιαγραφούν μια
οικονομία με σημαντικές
αντοχές. Αγορά εργασίας,
τουρισμός, κατανάλωση
και μεταποίηση
εξακολουθούν να
προσφέρουν στηρίγματα,
ενώ η καταναλωτική
εμπιστοσύνη παρουσιάζει
βελτίωση.
Το μεγάλο ερωτηματικό
αφορά πλέον την επίδραση
της νέας ανόδου των
τιμών ενέργειας. Τα
περισσότερα στοιχεία
οικονομικής συγκυρίας
που έχουν δημοσιευθεί
μέχρι σήμερα δεν
ενσωματώνουν ακόμη
πλήρως τις εξελίξεις του
Σεπτεμβρίου.
Εάν οι τιμές πετρελαίου
και φυσικού αερίου
παραμείνουν σε υψηλά
επίπεδα, η ελληνική
οικονομία θα βρεθεί
αντιμέτωπη με ένα διπλό
πλήγμα: υψηλότερο
πληθωρισμό και
ταυτόχρονη πίεση στο
πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα των
νοικοκυριών.
Αυτό σημαίνει ότι οι
επόμενοι μήνες θα είναι
ιδιαίτερα κρίσιμοι.
Μέχρι στιγμής, η
ελληνική οικονομία
δείχνει να αντέχει. Το
ζητούμενο είναι εάν θα
μπορέσει να διατηρήσει
αυτή την ανθεκτικότητα
σε ένα περιβάλλον όπου η
ενεργειακή κρίση
επανέρχεται ως ο
σημαντικότερος
εξωτερικός κίνδυνος.
|