|
Η αποχώρηση των ΗΑΕ
έπειτα από σχεδόν έξι
δεκαετίες από τον πυρήνα
των αραβικών κρατών του
ΟΠΕΚ υποδηλώνει την
έναρξη εκτεταμένων
δομικών γεωπολιτικών και
γεωοικονομικών μεταβολών
στην ευρύτερη Μέση
Ανατολή που πυροδοτεί ο
Γ΄ Πόλεμος του Κόλπου. Η
απόφαση και η εκτέλεση
της αποχώρησης ήταν πολύ
καλά σκηνοθετημένες και
το ότι ανακοινώθηκαν την
ώρα που βρισκόταν σε
εξέλιξη η πρώτη μετά την
έναρξη του πολέμου
σύγκλιση του ΣΣΚ
(Συμβουλίου Συνεργασία
του Κόλπου) σηματοδοτεί
τον γεωπολιτικό τόνο
μιας εξελικτικής ρήξης
των Εμιράτων με το
σύνολο των περιφερειακών
(ΣΣΚ) και διεθνών
διαραβικών (Arab
League)
και διισλαμικών
σχηματισμών (Οργανισμός
Ισλαμικής Διάσκεψης) που
συγκροτήθηκαν
μεταπολεμικά υπό την
ηγεσία της Σαουδικής
Αραβίας.
Αν και υπάρχουν πολλές
ενδείξεις ότι το Αμπου
Ντάμπι σκέφτεται να
αποχωρήσει ή έχει ήδη
δρομολογήσει την
αποχώρησή του από όλα τα
προαναφερθέντα σχήματα
διεθνούς και
περιφερειακής
συνεργασίας,
αποστασιοποιούμενο από
κάθε συνασπισμό
ενδο-αραβικής
αλληλεγγύης, η φυγή του
από τον ΟΠΕΚ αποτελεί το
πρώτο σαφές δείγμα
ενεργητικής αμφισβήτησης
της σαουδαραβικής
ηγεσίας που τα ΗΑΕ
αντιλαμβάνονται πλέον ως
απόπειρα επιβολής
ηγεμονίας, όπως ακριβώς
τα ίδια μαζί με τη
Σαουδική Αραβία
επιχείρησαν ανεπιτυχώς
να κάνουν κατά του Κατάρ
με το διεθνές εμπάργκο
που του επέβαλαν μεταξύ
2017-2021. Σε αυτό το
πλαίσιο η αποχώρηση των
Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ
αποτελεί το επιστέγασμα
μιας γεωπολιτικής
αντιπαλότητας που μετά
το 2021 επιτάθηκε λόγω
της διαφωνίας των
Εμιράτων γύρω από μια
σειρά κρίσιμων θεμάτων,
όπως η επαναπροσέγγιση
Σαουδικής Αραβίας – Ιράν
το 2023 και κλιμακώθηκε
–φτάνοντας στα τέλη του
2025– στα όρια της
ανοικτής σύγκρουσης γύρω
από τη στάση των
Εμιράτων στην Υεμένη και
το Σουδάν.
Η σταγόνα ωστόσο που
ξεχείλισε το ποτήρι ήταν
η διαφωνία των ΗΑΕ και
της Σαουδικής Αραβίας ως
προς την αντιμετώπιση
των ιρανικών πληγμάτων
κατά των πετρελαϊκών
υποδομών τους. Τα ΗΑΕ
που δέχθηκαν το
μεγαλύτερο μέρος των
ιρανικών επιθέσεων με
πάνω από 2.000
drones
και βαλλιστικούς
πυραύλους αξίωναν μια
πιο επιθετική
αντιμετώπιση του Ιράν
από τους Αραβες
συμμάχους τους και είχαν
φτάσει κοντά στο σημείο
της
ενεργητικής συμμετοχής
στην αμερικανοϊσραηλινή
εκστρατεία παρακινούμενα
και από το ιδιαίτερο
συμφέρον της ανάκτησης
των νησιών Abu
Musa
και του Μικρού και
Μεγάλου Tunbs
που είχαν καταλάβει οι
δυνάμεις του σάχη το
1970. Η Σαουδική Αραβία
ακολούθησε μια πολύ πιο
συντηρητική προσέγγιση
προς την ακριβώς
αντίθετη κατεύθυνση,
επιχειρώντας την
αποκλιμάκωση μέσω της
διπλωματίας και δεν
φαίνεται να έχει καμία
διάθεση προσέγγισης με
το Ισραήλ έως ότου λυθεί
το παλαιστινιακό ζήτημα
την ώρα που τα ΗΑΕ
παραμένουν αταλάντευτα
στην επιλογή συμμετοχής
τους στο σύστημα των
συμμαχιών του Αβραάμ και
τη στρατηγική εμβάθυνση
των σχέσεών τους με το
Ισράλ.
Το ανωτέρω γεωπολιτικό
χάσμα ωστόσο δεν είναι
αρκετό για να εξηγήσει
την εμιρατινή απόφαση
αποχώρησης από τον ΟΠΕΚ,
εάν λάβει κανείς υπ’
όψιν ότι τα μέλη του
ΟΠΕΚ –και μάλιστα τα
ιδρυτικά μέλη του ΟΠΕΚ–
έχουν ξαναπολεμήσει
μεταξύ τους κατά τον
πόλεμο Ιράν-ιράκ
(1980-1988) και κατά τον
Α΄ Πόλεμο του Κόλπου
(1990-1991).
Το γεγονός ωστόσο ότι τα
ΗΑΕ λόγω –μερικής έστω
τήρησης των κανόνων
ποσόστωσης του καρτέλ–
είχαν φτάσει τον
Φεβρουάριο του 2026 να
παράγουν (3,64
εκατομμύρια βαρέλια/
ημέρα) λίγο λιγότερο
αργό πετρέλαιο από τη
χώρα που τους
βομβάρδιζε, φάνηκε ότι
εξόργισε το Αμπου
Ντάμπι. Το γεγονός
μάλιστα ότι το Ιράν με
τη σύμφωνη γνώμη του
καρτέλ εξαιρείτο από την
υποχρέωση τήρησης των
ποσοστώσεων παραγωγής
λόγω των διεθνών
κυρώσεων που
αντιμετώπιζε, κατέστησε
την εμιρατινή οργή
ανεξέλεγκτη, μολονότι η
ίδια πολιτική
εφαρμόστηκε στο παρελθόν
και στην περίπτωση του
Ιράκ και εξακολουθεί να
ισχύει για τη Βενεζουέλα
και τη Λιβύη.
Τα ΗΑΕ ουδέποτε
αισθάνονταν άνετα με την
de
facto
συμμετοχή της Ρωσίας
στον ΟΠΕΚ ως παρατηρητή
από το 2016 και τη
σημαντική συνδρομή της
στην πάγια πολιτική της
Σαουδικής Αραβίας να
περικόπτει την παραγωγή
του καρτέλ για να
συντηρεί υψηλά τις
τιμές. Κάτι τέτοιο
άλλωστε συνέφερε
πρωτίστως την ίδια που
κατείχε και το
μεγαλύτερο μαζί με τη
Ρωσία παγκόσμια μερίδιο
της αγοράς. Η κατάσταση
αυτή άρχισε να
ανατρέπεται συνεπεία της
αμερικανικής
σχιστολιθικής
επανάστασης που
κατέστησε τις ΗΠΑ τον
μεγαλύτερο παραγωγό
αργού στον πλανήτη μετά
το 2014. Τα Εμιράτα αν
και πολύ πλούσια σε
αποθέματα πετρελαίου
(περί τα 113 δισ.
βαρέλια) είναι μόλις τα
πέμπτα μεγαλύτερα από
άποψη αποθεμάτων εντός
του ΟΠΕΚ και έχουν
δυνατότητα
πλεονασματικής παραγωγής
έως 4,3-4,5 εκβ/η, ενώ
έως το 2030 είχαν θέσει
στόχο να αυξήσουν την
παραγωγική του ικανότητα
στα 5 εκβ/η. Μετά την
έξοδό τους από το
καρτέλ, τώρα επιδιώκουν
να φτάσουν τα 5 εκβ/η
έως τα τέλη του 2027,
κάτι τεχνικά αμφίβολο
εάν θα το επιτύχουν. Η
αυτονόμησή τους θα τους
δώσει ελευθερία
κινήσεων, αλλά δεν θα
αποτελέσουν μεγάλη
απειλή για το καρτέλ
μέσα σε αυτή τη δεκαετία
και ίσως πληρώσουν
ακριβά την εκτίμησή τους
ότι η ταχύτητα της
ενεργειακής μετάβασης θα
είναι τέτοια που θα
συνηγορούσε υπέρ μιας
πιο επιθετικής αύξησης
της παραγωγής τους προς
επίτευξη μεσοπρόθεσμων
κερδών μέσα στα επόμενα
5-10 έτη.
*Ο δρ Θεόδωρος Τσακίρης
είναι διευθυντής Διεθνών
Σχέσεων του ΑΔΜΗΕ και
καθηγητής Γεωπολιτικής
του Πανεπιστημίου
Λευκωσίας.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε
αρχικά στην Καθημερινή
της Κυριακής.
|