|
Ο ίδιος τόνισε ότι το
ενεργειακό σοκ
δημιουργεί ταυτόχρονα
ανοδικές πιέσεις στον
πληθωρισμό και
καθοδικούς κινδύνους για
την ανάπτυξη,
διαμορφώνοντας ένα
περιβάλλον
στασιμοπληθωριστικών
τάσεων. Όπως σημείωσε, η
αγορά επιτοκίων έχει ήδη
ενσωματώσει αυτό το
σενάριο, περνώντας από
προσδοκίες μηδενικών
μεταβολών σε προβλέψεις
για πολλαπλές αυξήσεις.
Κατά τον Harrold,
κρίσιμος παράγοντας για
τις αγορές ομολόγων θα
είναι η διάρκεια της
σύγκρουσης, καθώς από
αυτή θα εξαρτηθεί η
ένταση του ενεργειακού
σοκ και οι επιπτώσεις
στον πληθωρισμό.
Από την πλευρά του
OMFIF,
ο οικονομολόγος
Connor
Perry
ανέφερε ότι η ΕΚΤ έχει
διατηρήσει σταθερό το
επιτόκιο αποδοχής
καταθέσεων από τον
Ιούνιο του 2025,
προκειμένου να
διατηρήσει ευελιξία στη
νομισματική πολιτική.
Έτσι μπορεί να
αντιδράσει είτε προς τα
πάνω είτε προς τα κάτω,
ανάλογα με τα δεδομένα
της πραγματικής
οικονομίας.
Οι αγορές, όπως
σημειώνεται, έχουν ήδη
ανατιμολογήσει σημαντικά
τις προσδοκίες τους από
τα τέλη Φεβρουαρίου,
ενσωματώνοντας πλέον το
σενάριο υψηλότερων
επιτοκίων για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα.
Η Capital
Group
είχε ήδη προβλέψει πριν
από τον πόλεμο ότι η ΕΚΤ
θα ξεκινούσε ανοδικό
κύκλο επιτοκίων μέσα στο
έτος, βασιζόμενη στη
δημοσιονομική ώθηση από
τη Γερμανία και στη
σταδιακή ενίσχυση της
οικονομικής
δραστηριότητας.
Σύμφωνα με τον
Harrold,
η αυξημένη δημόσια
δαπάνη, οι ισχυρές
παραγγελίες και η πιο
«σφιχτή» αγορά εργασίας
ενίσχυαν εξαρχής το
σενάριο σύσφιξης της
νομισματικής πολιτικής.
Στις αγορές ομολόγων, η
αρχική αντίδραση μετά
την κλιμάκωση της
έντασης ήταν
ρευστοποιήσεις από
passive
funds
και ETFs,
ενώ τα μεμονωμένα
ομόλογα επέδειξαν
μεγαλύτερη
ανθεκτικότητα. Όπως
επισημαίνεται, οι
ενεργοί διαχειριστές
κεφαλαίων δεν προχωρούν
σε μαζικές πωλήσεις
τίτλων αλλά σε συνολική
διαχείριση κινδύνου,
γεγονός που περιορίζει
τις πιέσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον,
οι επενδυτές στρέφονται
σε υψηλότερης ποιότητας
τοποθετήσεις, με έμφαση
σε εταιρείες με ισχυρές
ταμειακές ροές.
Ιδιαίτερη προτίμηση
καταγράφεται σε κλάδους
όπως οι τράπεζες και οι
επιχειρήσεις κοινής
ωφέλειας, οι οποίες
θεωρούνται πιο
ανθεκτικές σε περιόδους
υψηλών επιτοκίων και
αυξημένου ενεργειακού
κόστους.
Παράλληλα, το ενδιαφέρον
μετατοπίζεται στο
σταθερό εισόδημα (carry)
των ομολόγων, αντί για
βραχυπρόθεσμα κέρδη από
κινήσεις των
spreads.
Αν και στις αρχές του
2025 τα ευρωπαϊκά
εταιρικά ομόλογα
εμφάνιζαν μικρό
μειονέκτημα έναντι των
αμερικανικών, μέσα στη
χρονιά το χάσμα έχει
ουσιαστικά εξαλειφθεί,
οδηγώντας σε υπεραπόδοση
της ευρωπαϊκής αγοράς
λόγω ισχυρών εισροών.
Οι αγοραστές προέρχονται
κυρίως από θεσμικούς
επενδυτές, όπως
συνταξιοδοτικά ταμεία,
ασφαλιστικές εταιρείες
και διεθνή κεφάλαια από
την Ασία. Ιδιαίτερη
ζήτηση καταγράφεται για
κεφάλαια προκαθορισμένης
λήξης (fixed
maturity
funds),
τα οποία προσφέρουν
υψηλότερο εισόδημα σε
σχέση με τις τραπεζικές
καταθέσεις, ενισχύοντας
περαιτέρω τη ζήτηση για
ευρωπαϊκά ομόλογα.
|