|
Οι
ουκρανικές επιθέσεις
επηρεάζουν τη ρωσική
διύλιση
Η Ουκρανία έχει εντείνει
τους τελευταίους μήνες
τα πλήγματα με
drones
σε ενεργειακές υποδομές
της Ρωσίας, στοχεύοντας
τόσο διυλιστήρια όσο και
εγκαταστάσεις εξαγωγής
πετρελαίου. Οι επιθέσεις
έχουν προκαλέσει
προβλήματα στην παραγωγή
καυσίμων και έχουν
οδηγήσει σε περιορισμό
της διυλιστικής
δραστηριότητας.
Παράλληλα, ο Διεθνής
Οργανισμός Ενέργειας (IEA)
έχει επισημάνει ότι η
ρωσική παραγωγή
πετρελαίου υποχώρησε τον
Απρίλιο, εξέλιξη που
συνδέεται εν μέρει με
τις επιπτώσεις των
επιθέσεων στις
ενεργειακές
εγκαταστάσεις της χώρας.
Οι
εξαγωγές λειτουργούν ως
«βαλβίδα αποσυμπίεσης»
Η αύξηση των εξαγωγών
επιτρέπει στη Μόσχα να
αποφύγει βαθύτερες
περικοπές στην παραγωγή
αργού, καθώς μέρος των
ποσοτήτων που δεν
μπορούν να επεξεργαστούν
τα διυλιστήρια
διοχετεύεται απευθείας
στις διεθνείς αγορές.
Ωστόσο, πηγές του κλάδου
επισημαίνουν ότι η
δυνατότητα των δυτικών
λιμένων να απορροφήσουν
επιπλέον όγκους είναι
περιορισμένη, γεγονός
που ενδέχεται να
δυσκολέψει τη διαχείριση
της παραγωγής εάν
συνεχιστούν οι διακοπές
λειτουργίας των
διυλιστηρίων.
Μέτρα για την προστασία
της εγχώριας αγοράς
καυσίμων
Η ρωσική κυβέρνηση έχει
ήδη λάβει μέτρα για τη
διασφάλιση της επάρκειας
καυσίμων στην εσωτερική
αγορά. Μεταξύ αυτών
περιλαμβάνονται η
απαγόρευση εξαγωγών
καυσίμων αεροσκαφών και
η εξέταση πρόσθετων
περιορισμών στις
εξαγωγές βενζίνης και
ντίζελ.
Σύμφωνα με διαθέσιμες
πληροφορίες, σχεδόν όλα
τα μεγάλα διυλιστήρια
της κεντρικής Ρωσίας
αναγκάστηκαν τις
τελευταίες ημέρες είτε
να διακόψουν προσωρινά
είτε να μειώσουν την
παραγωγή τους λόγω των
ουκρανικών επιθέσεων.
Συνεχίζονται τα πλήγματα
σε κρίσιμες υποδομές
Παρά την αύξηση των
εξαγωγών, οι ενεργειακές
υποδομές της Ρωσίας
εξακολουθούν να
βρίσκονται στο
στόχαστρο. Επιθέσεις με
drones
καταγράφηκαν και στο
λιμάνι του Νοβοροσίσκ,
προκαλώντας προσωρινές
διακοπές στις φορτώσεις
πετρελαίου.
Παράλληλα, η Ουκρανία
συνέχισε τις επιθέσεις
σε αγωγούς και
αντλιοστάσια της
Transneft,
εντείνοντας τις πιέσεις
στην εφοδιαστική αλυσίδα
του ρωσικού πετρελαίου
και δημιουργώντας νέες
προκλήσεις για τη
διαχείριση των εξαγωγών
και της παραγωγής.
|