|
Η Σνάμπελ προειδοποίησε
ότι η καθυστέρηση της
ΕΚΤ θα μπορούσε να
αποδειχθεί πιο δαπανηρή.
Εάν οι δευτερογενείς
πληθωριστικές επιπτώσεις
έχουν ήδη εδραιωθεί όταν
η κεντρική τράπεζα
αντιδράσει, θα χρειαστεί
πιθανότατα ακόμη πιο
επιθετική αύξηση του
κόστους χρήματος.
Η αγορά προεξοφλεί
αύξηση τον Σεπτέμβριο
Το ενδιαφέρον πλέον
στρέφεται στη συνεδρίαση
του Διοικητικού
Συμβουλίου τον
Σεπτέμβριο, καθώς οι
ενδείξεις συγκλίνουν
προς μια νέα αύξηση κατά
25 μονάδες βάσης.
Μια τέτοια κίνηση θα
οδηγούσε το επιτόκιο
καταθέσεων στο
2,50%, ενώ οι
αγορές έχουν ήδη
προεξοφλήσει σε μεγάλο
βαθμό το συγκεκριμένο
σενάριο.
Οι επενδυτές βλέπουν
μάλιστα πιθανότητα για
τουλάχιστον μία ακόμη
αύξηση έως την άνοιξη
του 2027, με τον
Δεκέμβριο να αποτελεί
ένα από τα πιθανά
χρονικά σημεία.
Η Σνάμπελ δεν θέλησε να
προσδιορίσει πόσες
αυξήσεις θα χρειαστούν
συνολικά,
υπογραμμίζοντας ότι η
νομισματική πολιτική θα
πρέπει να προσαρμόζεται
ανάλογα με τα νέα
οικονομικά δεδομένα.
Ο πληθωρισμός
απομακρύνεται από το 2%
Η πίεση προς την ΕΚΤ
εντείνεται από την
τελευταία εικόνα του
πληθωρισμού.
Ο ετήσιος πληθωρισμός
στην ευρωζώνη ανήλθε στο
2,9% τον Ιούλιο,
από 2,8% τον Ιούνιο και
μόλις 2% έναν χρόνο
νωρίτερα.
Η ενέργεια αποτελεί
πλέον έναν από τους
σημαντικότερους
παράγοντες πίεσης. Οι
ενεργειακές τιμές
αυξήθηκαν κατά
10% σε ετήσια βάση,
έναντι 8,5% τον Ιούνιο,
ενώ μεγαλύτερη συμβολή
στον συνολικό δείκτη
είχαν οι υπηρεσίες.
Η ανησυχία της ΕΚΤ δεν
περιορίζεται, όμως, στην
αγορά πετρελαίου. Η
κατάσταση στο
φυσικό αέριο
θεωρείται εξίσου
κρίσιμη, καθώς τα
ευρωπαϊκά αποθέματα
βρίσκονται σε χαμηλά
επίπεδα ενόψει της
χειμερινής περιόδου.
Όσο παρατείνεται η
σύγκρουση στη Μέση
Ανατολή, τόσο αυξάνεται
ο κίνδυνος οι αρχικές
αυξήσεις στις τιμές
ενέργειας να μετατραπούν
σε ευρύτερες
πληθωριστικές πιέσεις.
Η ανθεκτικότητα της
οικονομίας δυσκολεύει
την ΕΚΤ
Ένας ακόμη παράγοντας
που ενισχύει το
επιχείρημα υπέρ
υψηλότερων επιτοκίων
είναι η πορεία της
οικονομίας.
Το ΑΕΠ της ευρωζώνης
αυξήθηκε κατά
0,4% στο δεύτερο τρίμηνο
του 2026, μετά
τη στασιμότητα του
πρώτου τριμήνου, ενώ σε
ετήσια βάση η ανάπτυξη
διαμορφώθηκε στο
1%.
Η εικόνα αυτή δείχνει
ότι η οικονομία έχει
μεγαλύτερες αντοχές από
ό,τι προβλεπόταν και δεν
βρίσκεται σε κατάσταση
που να απαιτεί άμεση
χαλάρωση της
νομισματικής πολιτικής.
Σύμφωνα με τη Σνάμπελ, η
οικονομική δραστηριότητα
στηρίζεται μεταξύ άλλων
από την επεκτατική
δημοσιονομική πολιτική,
την ενίσχυση των
αμυντικών δαπανών και
την παγκόσμια επενδυτική
έκρηξη που συνδέεται με
την τεχνητή
νοημοσύνη.
Το στοιχείο αυτό
δημιουργεί ένα σύνθετο
δίλημμα για τη
Φρανκφούρτη. Από τη μία
πλευρά, η ισχυρότερη
ανάπτυξη μειώνει τον
κίνδυνο ύφεσης από μια
αύξηση επιτοκίων. Από
την άλλη, η ισχυρή
ζήτηση διευκολύνει τις
επιχειρήσεις να
μεταφέρουν το αυξημένο
ενεργειακό κόστος στις
τελικές τιμές.
Έτσι, η ΕΚΤ βρίσκεται
αντιμέτωπη με έναν
πληθωρισμό που
αναζωπυρώνεται την ώρα
που η οικονομία
αποδεικνύεται πιο
ανθεκτική. Το αποτέλεσμα
είναι ότι το σενάριο των
υψηλότερων
επιτοκίων για μεγαλύτερο
διάστημα
επιστρέφει δυναμικά στο
προσκήνιο.
|