|
Η στεγαστική αγορά
γυρίζει σελίδα
Το σημαντικότερο
στοιχείο, ωστόσο, δεν
βρίσκεται μόνο στο ύψος
των νέων δανείων αλλά
στη μεταβολή της
συνολικής πιστωτικής
εικόνας.
Για πρώτη φορά μετά από
περίπου 16 χρόνια, τα
στεγαστικά δάνεια
πέρασαν σε
καθαρή πιστωτική
επέκταση. Με
άλλα λόγια, οι νέες
χορηγήσεις είναι πλέον
περισσότερες από τα ποσά
που αποπληρώνονται στα
υφιστάμενα στεγαστικά
χαρτοφυλάκια.
Η αγορά έφτασε αρχικά σε
μηδενική μεταβολή τον
Οκτώβριο του 2025 και
πέρασε οριακά σε θετικό
έδαφος τον Νοέμβριο. Από
τον Φεβρουάριο του 2026
και μετά, η πιστωτική
επέκταση διατηρείται
σταθερά σε ετήσιο ρυθμό
περίπου 1,2%.
Στο επτάμηνο
Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026,
η καθαρή ροή στεγαστικής
χρηματοδότησης
διαμορφώθηκε περίπου στα
80 εκατ. ευρώ,
έναντι αρνητικής ροής 50
εκατ. ευρώ το αντίστοιχο
διάστημα του 2025 και
περίπου 500 εκατ. ευρώ
το 2024.
Πρόκειται για μια
ουσιαστική αλλαγή τάσης,
η οποία δείχνει ότι τα
στεγαστικά δάνεια
αρχίζουν και πάλι να
αποκτούν μεγαλύτερη
σημασία για την ελληνική
τραπεζική αγορά.
Καθοριστική η συμβολή
του «Σπίτι μου»
Σημαντικό μέρος της
φετινής δυναμικής
συνδέεται με τον δεύτερο
κύκλο του προγράμματος
«Σπίτι μου»,
ο οποίος έδωσε σημαντική
ώθηση στη ζήτηση για
χρηματοδότηση πρώτης
κατοικίας.
Παρά το γεγονός ότι η
προθεσμία για την
υπογραφή συμβάσεων με
πόρους του Ταμείου
Ανάκαμψης έληξε στις
αρχές Ιουνίου, τα
διαθέσιμα κονδύλια
μεταφέρθηκαν στην
Ελληνική Αναπτυξιακή
Τράπεζα, επιτρέποντας
στους ήδη ενταγμένους
δικαιούχους να
ολοκληρώσουν τη
διαδικασία.
Ενδεικτικό της επίδρασης
του προγράμματος είναι
ότι, σύμφωνα με
τραπεζικές εκτιμήσεις,
περίπου ένα στα
πέντε στεγαστικά δάνεια
που χορηγήθηκαν στο
πρώτο εξάμηνο του 2026
συνδέεται με το «Σπίτι
μου».
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι υπάρχει πραγματική
ζήτηση για στεγαστική
χρηματοδότηση, η οποία
μπορεί να ενισχυθεί
περαιτέρω εφόσον
δημιουργηθούν σταθεροί
μηχανισμοί στήριξης.
Στόχος τα 3 δισ. ευρώ
και στη συνέχεια
υψηλότερα
Με βάση τα σημερινά
δεδομένα, οι συνολικές
εκταμιεύσεις στεγαστικών
δανείων αναμένεται να
κινηθούν το 2026 κοντά
στα 3 δισ. ευρώ.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα
είναι η προοπτική για τα
επόμενα χρόνια.
Τραπεζικά στελέχη
θεωρούν ότι η αγορά
μπορεί σταδιακά να
κινηθεί προς επίπεδα της
τάξης των 4 δισ.
ευρώ ετησίως έως το 2030,
καθώς η στεγαστική πίστη
αναμένεται να
επανακτήσει μεγαλύτερο
ρόλο στις συναλλαγές της
αγοράς ακινήτων.
Το περιθώριο ανάπτυξης
παραμένει μεγάλο.
Σήμερα, σύμφωνα με
τραπεζικές εκτιμήσεις,
λιγότερο από μία
στις δέκα αγοραπωλησίες
κατοικιών
χρηματοδοτείται μέσω
τραπεζικού δανείου.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη
και μια σταδιακή αύξηση
της συμμετοχής των
τραπεζών στη
χρηματοδότηση των
αγοραπωλησιών θα
μπορούσε να δημιουργήσει
σημαντική πρόσθετη
ζήτηση για στεγαστικά
προϊόντα.
Η τάση αυτή έχει ήδη
ενσωματωθεί στα
επιχειρησιακά σχέδια των
συστημικών τραπεζών, οι
οποίες βλέπουν τη
λιανική τραπεζική να
αποκτά εκ νέου
μεγαλύτερη συνεισφορά
στην οργανική τους
κερδοφορία. Η αύξηση των
υπολοίπων σε στεγαστικά
και καταναλωτικά δάνεια
αποτελεί πλέον βασικό
μέρος αυτής της
στρατηγικής.
Το νέο μοντέλο
στεγαστικής πολιτικής
Καθοριστικό ρόλο στην
περαιτέρω πορεία της
αγοράς μπορεί να
διαδραματίσει και η νέα
στεγαστική πολιτική που
προετοιμάζει η
κυβέρνηση.
Με βάση τον μέχρι σήμερα
σχεδιασμό, δεν φαίνεται
να προκρίνεται ένας
τρίτος κύκλος του «Σπίτι
μου» με απευθείας
κρατική επιδότηση, αλλά
ένα διαφορετικό μοντέλο.
Η βασική ιδέα είναι οι
τράπεζες να προσφέρουν
χαμηλότοκα
στεγαστικά δάνεια σε
συγκεκριμένες κατηγορίες
δανειοληπτών,
όπως νέοι που αγοράζουν
πρώτη κατοικία, και ως
αντάλλαγμα να λαμβάνουν
φορολογικά κίνητρα.
Ένα τέτοιο μοντέλο έχει
το πλεονέκτημα ότι
μπορεί να λειτουργήσει
ως μόνιμος
μηχανισμός,
χωρίς να εξαρτάται από
την ύπαρξη ενός
συγκεκριμένου
δημοσιονομικού
κονδυλίου.
Παράλληλα, δεν θα
υπάρχει απαραίτητα ένας
αυστηρός χρονικός
περιορισμός για την
υποβολή αιτήσεων. Αυτό
θα μπορούσε να επιτρέψει
στις τράπεζες να
διαχειρίζονται ομαλότερα
τη ζήτηση, χωρίς τις
μεγάλες αυξομειώσεις που
προκαλούν τα προγράμματα
με συγκεκριμένες
ημερομηνίες έναρξης και
λήξης.
Ένα ακόμη πλεονέκτημα
είναι ότι η
χρηματοδότηση δεν θα
συνδέεται υποχρεωτικά με
τόσο περιοριστικά
κριτήρια για το είδος ή
την αξία των ακινήτων.
Έτσι, περιορίζεται ο
κίνδυνος να
δημιουργούνται τεχνητές
στρεβλώσεις στην αγορά,
με αποτέλεσμα να
αυξάνονται οι τιμές
συγκεκριμένων κατηγοριών
κατοικιών που πληρούν τα
κριτήρια ενός κρατικού
προγράμματος.
Το μεγάλο στοίχημα για
τράπεζες και αγορά
ακινήτων
Η επιστροφή της
στεγαστικής πίστης σε
θετικούς ρυθμούς
αποτελεί μία από τις
σημαντικότερες αλλαγές
για την ελληνική αγορά
ακινήτων.
Για τις τράπεζες,
σημαίνει ότι ένα προϊόν
το οποίο επί χρόνια
συρρικνωνόταν μπορεί
πλέον να εξελιχθεί ξανά
σε σημαντική πηγή
οργανικής ανάπτυξης. Για
την κτηματαγορά, από την
άλλη πλευρά, η
μεγαλύτερη διαθεσιμότητα
χρηματοδότησης μπορεί να
αυξήσει τη ζήτηση για
κατοικίες.
Το ζητούμενο είναι πλέον
η πιστωτική επέκταση να
εξελιχθεί με
βιώσιμο τρόπο,
χωρίς να οδηγήσει σε νέα
υπερθέρμανση των τιμών.
Με δεδομένο ότι η
προσφορά κατοικιών
παραμένει περιορισμένη,
η αύξηση της
χρηματοδότησης θα πρέπει
να συνοδευτεί από
αντίστοιχη ενίσχυση του
οικιστικού αποθέματος.
Σε κάθε περίπτωση, μετά
από μια μακρά περίοδο
απομόχλευσης, τα
στοιχεία του 2026
δείχνουν ότι τα
στεγαστικά δάνεια
επιστρέφουν σταδιακά στο
επίκεντρο της ελληνικής
τραπεζικής αγοράς.
|