|
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
στον εντοπισμό
αγοραπωλησιών που δεν
δηλώθηκαν σωστά στις
φορολογικές δηλώσεις. Οι
ελεγκτικές υπηρεσίες θα
εξετάσουν υποθέσεις από
το 2020 και έπειτα,
αναζητώντας περιπτώσεις
όπου η αγορά ακινήτου
δεν εμφανίστηκε στο
έντυπο Ε1 ή δεν δηλώθηκε
στο Ε9, παρά το γεγονός
ότι είχε καταβληθεί
φόρος μεταβίβασης ή είχε
χορηγηθεί απαλλαγή.
Ήδη από τους ελέγχους
του 2025 προέκυψαν
εκατοντάδες περιπτώσεις
φορολογουμένων με
παραλείψεις στις
δηλώσεις τους. Μετά από
διασταυρώσεις στοιχείων
και ειδοποιήσεις της
ΑΑΔΕ, εκατοντάδες
πολίτες προχώρησαν σε
τροποποιητικές δηλώσεις,
αποκαλύπτοντας σημαντικά
ποσά δαπανών αγοράς
ακινήτων που δεν είχαν
δηλωθεί αρχικά.
Οι έλεγχοι επεκτείνονται
και στο «πόθεν έσχες»
των αγοραστών, ώστε να
διαπιστωθεί αν τα
δηλωθέντα εισοδήματα
δικαιολογούν την
απόκτηση των ακινήτων.
Παράλληλα, στο στόχαστρο
βρίσκονται και όσοι
παρέλειψαν να
καταχωρίσουν ακίνητα στο
έντυπο Ε9. Η ΑΑΔΕ έχει
ήδη εντοπίσει
εκατοντάδες φυσικά και
νομικά πρόσωπα που δεν
δήλωσαν εμπράγματα
δικαιώματα επί ακινήτων,
με αποτέλεσμα να
προκύπτουν διαφορές στον
υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ.
Ξεχωριστό βάρος δίνεται
πλέον στις περιπτώσεις
όπου το πραγματικό
τίμημα αγοράς ενδέχεται
να είναι υψηλότερο από
αυτό που εμφανίζεται στα
συμβόλαια. Μέσω ελέγχων
τραπεζικών λογαριασμών
αγοραστών και πωλητών,
οι φορολογικές αρχές
επιχειρούν να εντοπίσουν
αποκλίσεις ανάμεσα στις
δηλωμένες αξίες και στα
πραγματικά ποσά που
διακινήθηκαν.
Αν από τους ελέγχους
διαπιστωθεί ότι το
τίμημα ήταν μεγαλύτερο
από αυτό που δηλώθηκε,
τότε επανυπολογίζεται ο
φόρος μεταβίβασης,
επιβάλλονται πρόστιμα
και επανεξετάζονται τόσο
τα τεκμήρια όσο και η
προέλευση των χρημάτων
που χρησιμοποιήθηκαν για
την αγορά.
Στο επίκεντρο βρίσκονται
επίσης οι φορολογούμενοι
με υψηλή ακίνητη
περιουσία. Η ΑΑΔΕ θα
ελέγξει πρόσωπα των
οποίων η συνολική αξία
ακινήτων ξεπερνούσε έστω
και για ένα έτος το 1
εκατ. ευρώ μέσα στην
τελευταία δεκαετία.
Παράλληλα, θα εξεταστούν
υποθέσεις απαλλαγών
πρώτης κατοικίας, ώστε
να διαπιστωθεί αν
πληρούνταν οι νόμιμες
προϋποθέσεις, καθώς και
δωρεές και γονικές
παροχές ακινήτων για να
διαπιστωθεί αν τηρήθηκαν
τα αφορολόγητα όρια και
οι προβλεπόμενες
διαδικασίες.
Σημαντικό κομμάτι των
ελέγχων αφορά και τη
χρήση μετρητών στις
συναλλαγές ακινήτων,
καθώς η φορολογική
διοίκηση εξετάζει αν τα
ποσά καταβλήθηκαν μέσω
τραπεζικού συστήματος,
όπως προβλέπει η
νομοθεσία.
Παράλληλα, εντείνονται
οι διασταυρώσεις για τα
εισοδήματα από ενοίκια
και βραχυχρόνιες
μισθώσεις. Μέσω
στοιχείων από πλατφόρμες
όπως Airbnb,
Booking.com
και Vrbo,
η ΑΑΔΕ συγκρίνει τα
δηλωμένα ποσά με τα
πραγματικά έσοδα των
ιδιοκτητών, ενώ
πραγματοποιούνται και
διασταυρώσεις με τις
δηλώσεις των
ενοικιαστών.
Με τη νέα αυτή
στρατηγική, η φορολογική
διοίκηση επιχειρεί να
ενισχύσει τον έλεγχο
στην αγορά ακινήτων και
να περιορίσει τα
φαινόμενα φοροδιαφυγής
σε έναν κλάδο όπου οι
συναλλαγές και οι αξίες
έχουν αυξηθεί σημαντικά
τα τελευταία χρόνια.
|