|
Δεν αλλάζει το όριο
συνταξιοδότησης
Η διάκριση αυτή είναι
σημαντική.
Στον ιδιωτικό τομέα ένας
ασφαλισμένος που έχει
συμπληρώσει τα 67
μπορεί, υπό
προϋποθέσεις, να
συνεχίσει να εργάζεται.
Στο Δημόσιο, αντίθετα,
το ηλικιακό όριο των 67
λειτουργεί σήμερα και ως
υποχρεωτικό όριο
αποχώρησης από την
υπηρεσία.
Επομένως, το υπό εξέταση
μέτρο δεν θα σήμαινε ότι
το Δημόσιο θα υποχρεώνει
τους εργαζομένους να
συνταξιοδοτούνται στα
68. Θα τους έδινε τη
δυνατότητα να
παραμείνουν στην ενεργό
υπηρεσία για έναν ακόμη
χρόνο, εφόσον
το επιθυμούν.
Κατά τη διάρκεια αυτού
του επιπλέον έτους θα
εξακολουθούν να
λαμβάνουν τον μισθό
τους, ενώ παράλληλα θα
συνεχίζουν να
καταβάλλουν εισφορές και
να ενισχύουν τα
συνταξιοδοτικά τους
δικαιώματα.
Η υπέρβαση των 67 έχει
ήδη ξεκινήσει
Η αύξηση του ορίου δεν
θα αποτελούσε εντελώς
νέα πρακτική για το
Δημόσιο.
Τα προηγούμενα χρόνια
έχουν θεσπιστεί, κατά
περίπτωση, ειδικές
ρυθμίσεις που επιτρέπουν
σε εργαζομένους
συγκεκριμένων υπηρεσιών
να παραμένουν στην
ενεργό υπηρεσία πέρα από
το γενικό όριο των 67
ετών, κυρίως όταν
υπήρχαν σημαντικές
ελλείψεις προσωπικού σε
κρίσιμες κρατικές δομές.
Παράλληλα,
χαρακτηριστική είναι η
περίπτωση των
προγραμμάτων της
ΔΥΠΑ για ανέργους άνω
των 55 ετών,
όπου η απασχόληση σε
φορείς του Δημοσίου
μπορεί, υπό τις
προβλεπόμενες
προϋποθέσεις, να
επεκταθεί ακόμη και σε
ηλικίες έως τα 74 έτη.
Η διαφορά είναι ότι τώρα
εξετάζεται ένα
οριζόντιο και μόνιμο
πλαίσιο, το
οποίο θα αφορά το σύνολο
των δημοσίων υπαλλήλων.
Η μεγάλη έξοδος που
πλησιάζει
Ένας από τους βασικούς
λόγους που οδηγούν το
οικονομικό επιτελείο να
εξετάζει το συγκεκριμένο
σενάριο είναι η
γήρανση του ανθρώπινου
δυναμικού του Δημοσίου.
Η μαζική συνταξιοδοτική
έξοδος των προηγούμενων
ετών έχει ήδη αφήσει
σημαντικά κενά στις
κρατικές υπηρεσίες, ενώ
μια νέα μεγάλη έξοδος
αναμένεται τα επόμενα
χρόνια, καθώς ολοένα
περισσότερα στελέχη της
γενιάς που εισήλθε στη
δημόσια διοίκηση κατά
τις προηγούμενες
δεκαετίες φτάνουν στην
ηλικία συνταξιοδότησης.
Το πρόβλημα δεν είναι
μόνο αριθμητικό.
Η αποχώρηση ενός
υπαλλήλου με πολυετή
εμπειρία σημαίνει ότι το
Δημόσιο χάνει ταυτόχρονα
τεχνογνωσία,
εμπειρία και θεσμική
μνήμη. Η
αντικατάστασή του από
έναν νεότερο υπάλληλο
μπορεί να καλύψει τη
θέση αριθμητικά, δεν
σημαίνει όμως ότι
καλύπτει άμεσα και το
ποιοτικό κενό.
Η παραμονή έμπειρων
στελεχών για ακόμη ένα ή
δύο χρόνια θα μπορούσε
επομένως να λειτουργήσει
ως γέφυρα μέχρι
να ολοκληρωθούν οι
απαραίτητες προσλήψεις
και να εκπαιδευτεί το
νέο προσωπικό.
Το δημοσιονομικό κίνητρο
Υπάρχει όμως και μια
καθαρά δημοσιονομική
διάσταση.
Η παραμονή ενός δημοσίου
υπαλλήλου στην υπηρεσία
για ακόμη έναν χρόνο
σημαίνει ότι το Δημόσιο
μεταθέτει
χρονικά τη
συνταξιοδοτική δαπάνη
που θα προέκυπτε από την
αποχώρησή του.
Σε περίπτωση
συνταξιοδότησης, το
κράτος θα πρέπει να
καταβάλει τις
προβλεπόμενες
συνταξιοδοτικές παροχές,
ενώ παράλληλα, εφόσον η
θέση καλυφθεί, θα πρέπει
να πραγματοποιηθεί νέα
πρόσληψη.
Με την παράταση της
ενεργού υπηρεσίας:
δεν καταβάλλεται ακόμη η
σύνταξη του υπαλλήλου,
μετατίθεται η καταβολή
εφάπαξ και λοιπών
συνταξιοδοτικών παροχών,
δεν απαιτείται άμεσα η
αντικατάσταση της θέσης,
συνεχίζονται οι
ασφαλιστικές εισφορές
του εργαζομένου,
και το Δημόσιο διατηρεί
έναν έμπειρο εργαζόμενο
στην παραγωγική
διαδικασία.
Το δημοσιονομικό όφελος
δεν σημαίνει ότι ο
μισθός του συγκεκριμένου
υπαλλήλου εξαφανίζεται —
αντίθετα, συνεχίζει να
καταβάλλεται. Ωστόσο,
μετατίθεται
χρονικά μια σειρά από
πρόσθετες
συνταξιοδοτικές και
μισθολογικές
επιβαρύνσεις
που θα προέκυπταν από
την αποχώρηση και την
αντικατάστασή του.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα
έρχεται μετά το 2027
Η συγκεκριμένη συζήτηση
αποκτά μεγαλύτερη
σημασία λόγω των
προβλέψεων για την
πορεία της
συνταξιοδοτικής δαπάνης
τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τις προβολές
που επικαλούνται οι
ίδιες πηγές, οι πιέσεις
αναμένεται να ενταθούν
μετά το 2027,
με την κατάσταση στους
φορείς κοινωνικής
ασφάλισης να γίνεται
δυσκολότερη από το 2029
και ιδιαίτερα το 2030.
Οι νέες μεσοπρόθεσμες
προβολές του υπουργείου
Οικονομικών κάνουν λόγο
για πιθανό δημοσιονομικό
κενό που μπορεί να
ξεπεράσει το 1,3
δισ. ευρώ.
Εδώ βρίσκεται και ο
πυρήνας του
προβληματισμού: η Ελλάδα
βρίσκεται μπροστά σε μια
περίοδο κατά την οποία ο
αριθμός των συνταξιούχων
και η συνταξιοδοτική
δαπάνη αυξάνονται, ενώ η
δυνατότητα περαιτέρω
ενίσχυσης των εσόδων
μέσω των ασφαλιστικών
εισφορών έχει όρια.
Ταυτόχρονα, μια άμεση
μείωση συντάξεων
αποτελεί πολιτικά και
κοινωνικά εξαιρετικά
δύσκολη επιλογή.
Ως αποτέλεσμα, η
παράταση του εργασιακού
βίου εξετάζεται
ολοένα περισσότερο ως
ένας από τους τρόπους
περιορισμού των πιέσεων.
Οι 300.000 εργαζόμενοι
συνταξιούχοι αλλάζουν τα
δεδομένα
Σημαντικό ρόλο στη
συζήτηση διαδραματίζει
και η μεγάλη αύξηση των
εργαζόμενων
συνταξιούχων.
Μετά την κατάργηση της
προηγούμενης περικοπής
10% στην απασχόληση των
συνταξιούχων, ο αριθμός
όσων συνεχίζουν να
εργάζονται μετά τη
συνταξιοδότησή τους έχει
αυξηθεί σημαντικά,
αγγίζοντας σύμφωνα με
τις σχετικές εκτιμήσεις
περίπου 300.000
άτομα, ή
περίπου 15% των
δικαιούχων κύριας
σύνταξης.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι η αγορά εργασίας και
οι ίδιοι οι εργαζόμενοι
είναι ήδη σε μεγάλο
βαθμό έτοιμοι να
αποδεχθούν έναν
μακρύτερο εργασιακό βίο,
ιδιαίτερα όταν αυτό
συνοδεύεται από
οικονομικό κίνητρο.
Για το Δημόσιο, η
διαφορά είναι ότι η
παραμονή θα μπορούσε να
γίνει πριν από
την υποχρεωτική
συνταξιοδότηση,
αντί ο εργαζόμενος να
συνταξιοδοτείται στα 67
και στη συνέχεια να
επιστρέφει στην αγορά
εργασίας.
Το επόμενο βήμα μπορεί
να αφορά ολόκληρη την
αγορά εργασίας
Το ενδιαφέρον στοιχείο
είναι ότι η συζήτηση δεν
σταματά κατ' ανάγκη στο
Δημόσιο.
Ορισμένα στελέχη του
οικονομικού επιτελείου
θεωρούν ότι μια
εθελοντική παράταση της
εργασίας στο Δημόσιο θα
μπορούσε να αποτελέσει
το πρώτο βήμα πριν από
μια ευρύτερη
αναπροσαρμογή των
ηλικιακών ορίων
συνταξιοδότησης.
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα
μπορούσε να εξεταστεί
από το 2028 ή, το
αργότερο, το 2029,
εφόσον οι δημοσιονομικές
πιέσεις επιβεβαιωθούν.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η
αύξηση των ορίων θα
μπορούσε να συνοδευτεί
από υψηλότερο
ποσοστό αναπλήρωσης για
όσους παραμένουν στην
εργασία μετά τα 40 έτη
ασφάλισης, ώστε
η παράταση του
εργασιακού βίου να
συνοδεύεται από ένα
σαφές οικονομικό
κίνητρο.
Το κρίσιμο ερώτημα
Η συζήτηση για τα 68 δεν
είναι επομένως απλώς μια
τεχνική αλλαγή στο όριο
αποχώρησης των δημοσίων
υπαλλήλων.
Αποτελεί μέρος μιας πολύ
μεγαλύτερης δημογραφικής
και δημοσιονομικής
εξίσωσης:
λιγότεροι εργαζόμενοι,
περισσότερες
συνταξιοδοτικές ανάγκες
και μεγαλύτερη πίεση
στους προϋπολογισμούς τα
επόμενα χρόνια.
Η επιλογή να επιτραπεί
αρχικά στους δημοσίους
υπαλλήλους να παραμένουν
έως τα 68 σε εθελοντική
βάση θα ήταν ηπιότερη
πολιτικά από μια
οριζόντια αύξηση των
ορίων για όλους.
Παράλληλα, όμως, θα
αποτελούσε και ένα
σημαντικό τεστ
για το κατά πόσο η
ελληνική κοινωνία είναι
έτοιμη να μετακινηθεί
σταδιακά προς έναν
μεγαλύτερο εργασιακό βίο.
Γιατί, εάν οι
δημογραφικές τάσεις
συνεχιστούν όπως
προβλέπεται, η συζήτηση
δεν θα είναι πλέον εάν
θα αυξηθεί το όριο από
τα 67 στα 68. Το
πραγματικό ερώτημα θα
είναι πόσο ακόμη
θα πρέπει να παραταθεί ο
εργασιακός βίος ώστε το
ασφαλιστικό σύστημα να
παραμείνει δημοσιονομικά
βιώσιμο.
|