|
«Το πρόβλημα είναι
τεράστιο και γίνεται
εντονότερο με την πάροδο
του χρόνου», σημειώνει ο
Sebastien
Betermier,
εκτελεστικός διευθυντής
του International
Centre
for
Pension
Management.
Όπως επισημαίνει,
ορισμένα ταμεία έχουν
πλέον συνταξιούχους
ηλικίας 107 ή 108 ετών,
οι οποίοι λαμβάνουν
παροχές επί σχεδόν μισό
αιώνα.
Όσο αυξάνεται το
προσδόκιμο ζωής, τόσο
περισσότερα χρόνια
πρέπει να καλύπτουν τα
συνταξιοδοτικά ταμεία,
γεγονός που δημιουργεί
πρόσθετες υποχρεώσεις
και μεταφέρει μεγαλύτερο
οικονομικό βάρος στις
επόμενες γενιές.
Τα δημογραφικά στοιχεία
αποκαλύπτουν το μέγεθος
του προβλήματος
Η έκθεση του Παγκόσμιου
Δείκτη Συντάξεων του
Ινστιτούτου CFA
και της Mercer
για το 2026 (MCGPI)
αποτυπώνει την έκταση
της δημογραφικής
πρόκλησης.
Από τα 55 συνταξιοδοτικά
συστήματα που
εξετάζονται, τα 43
εμφανίζουν δείκτη
γονιμότητας χαμηλότερο
από το επίπεδο
αναπλήρωσης του
πληθυσμού, που
υπολογίζεται σε περίπου
2,1 παιδιά ανά γυναίκα.
Σε 23 συστήματα, ο
δείκτης βρίσκεται κάτω
από το 1,5.
Παράλληλα, το προσδόκιμο
ζωής στην ηλικία των 65
ετών στις περισσότερο
ανεπτυγμένες περιοχές
έχει αυξηθεί κατά 50,9%
από το 1950, φθάνοντας
περίπου τα 20 επιπλέον
χρόνια ζωής μετά τη
συνταξιοδότηση.
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει
ότι οι συνταξιοδοτικές
παροχές πρέπει να
καταβάλλονται για
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα, ενώ η μείωση
του πληθυσμού σε ηλικία
εργασίας περιορίζει τον
αριθμό των εργαζομένων
που συνεισφέρουν στα
συστήματα.
Η έκθεση προειδοποιεί
ότι η χρηματοδότηση των
μελλοντικών συντάξεων
και της φροντίδας των
ηλικιωμένων γίνεται
ολοένα πιο κρίσιμη,
καθώς η αναλογία
εργαζομένων προς
συνταξιούχους μειώνεται.
Με βάση τις σημερινές
τους δομές, πολλά
συστήματα δεν διαθέτουν
επαρκείς δικλίδες
ασφαλείας απέναντι στις
δημογραφικές μεταβολές.
Γιατί τα διανεμητικά
συστήματα είναι πιο
ευάλωτα
Ιδιαίτερα εκτεθειμένα
είναι τα διανεμητικά
συνταξιοδοτικά
συστήματα, στα οποία οι
εισφορές των σημερινών
εργαζομένων
χρηματοδοτούν σε μεγάλο
βαθμό τις συντάξεις των
σημερινών συνταξιούχων.
Όταν μειώνεται ο αριθμός
των εργαζομένων και
αυξάνεται ο αριθμός των
συνταξιούχων, η
ισορροπία του συστήματος
επιβαρύνεται. Για να
καλυφθεί το κενό, μπορεί
να απαιτηθούν υψηλότερες
εισφορές, πρόσθετη
κρατική χρηματοδότηση ή
αλλαγές στους όρους
συνταξιοδότησης και στο
ύψος των παροχών.
Οι πιέσεις είναι ήδη
ορατές στις ΗΠΑ. Σύμφωνα
με την τελευταία έκθεση
των διαχειριστών του
αμερικανικού Ταμείου
Ασφάλισης Γήρατος και
Επιζώντων, το οποίο
χρηματοδοτεί
συνταξιοδοτικές παροχές
και συντάξεις επιζώντων
για δεκάδες εκατομμύρια
πολίτες, τα αποθεματικά
του προβλέπεται να
εξαντληθούν το τέταρτο
τρίμηνο του 2032.
Η εξάντληση των
αποθεματικών δεν
σημαίνει αυτομάτως ότι
θα σταματήσουν όλες οι
πληρωμές, καθώς το
σύστημα συνεχίζει να
εισπράττει εισφορές.
Αναδεικνύει, ωστόσο, την
ανάγκη για παρεμβάσεις
προκειμένου να καλυφθεί
η διαφορά ανάμεσα στα
διαθέσιμα έσοδα και στις
προβλεπόμενες
υποχρεώσεις.
Πιέσεις και στα πλήρως
χρηματοδοτούμενα ταμεία
Η δημογραφική κρίση δεν
αφορά μόνο τα
διανεμητικά συστήματα.
Τα πλήρως
χρηματοδοτούμενα
προγράμματα, τα οποία
επενδύουν εισφορές
εργαζομένων και
εργοδοτών για την κάλυψη
μελλοντικών παροχών,
αντιμετωπίζουν επίσης
αυξανόμενες προκλήσεις.
Καθώς περισσότερα μέλη
συνταξιοδοτούνται, οι
πληρωμές προς τους
δικαιούχους ενδέχεται να
υπερβούν τις νέες
εισφορές. Σε αυτή την
περίπτωση, τα ταμεία
πρέπει να βασίζονται
περισσότερο στις
αποδόσεις των επενδύσεών
τους και στα ήδη
συσσωρευμένα περιουσιακά
στοιχεία, ενώ παράλληλα
οφείλουν να διασφαλίζουν
ότι διαθέτουν επαρκή
ρευστότητα για την
καταβολή των συντάξεων.
Η έκθεση MCGPI
προειδοποιεί ότι η
διαφορά μεταξύ εισροών
και εκροών αναμένεται να
διευρυνθεί σε αρκετά
συστήματα, καθιστώντας
αναγκαία την επανεξέταση
τόσο των επενδυτικών
στρατηγικών όσο και της
διαχείρισης των
υποχρεώσεων.
Χαρακτηριστική είναι η
περίπτωση της
Αυστραλίας, όπου περίπου
το ένα τρίτο των
συνταξιοδοτικών ταμείων
κατέγραψε αρνητικές
ταμειακές ροές από τα
περιουσιακά του στοιχεία
σε περίοδο τριών ετών.
Σύμφωνα με έκθεση του
2025 της Αυστραλιανής
Αρχής Προληπτικής
Ρύθμισης, οι πληρωμές
παροχών στα συγκεκριμένα
ταμεία υπερέβησαν τις
εισφορές που εισέπραξαν.
Η αναζήτηση υψηλότερων
αποδόσεων αυξάνει τον
επενδυτικό κίνδυνο
Η ανάγκη κάλυψης των
αυξανόμενων υποχρεώσεων
ωθεί ορισμένα
συνταξιοδοτικά ταμεία
προς πιο σύνθετες και
υψηλότερου κινδύνου
επενδύσεις, όπως τα
ιδιωτικά κεφάλαια (private
equity),
οι υποδομές και οι
ιδιωτικές πιστώσεις (private
credit).
Ο Jean-Pierre
Aubry,
αναπληρωτής διευθυντής
έρευνας για τις
συντάξεις πολιτειών και
τοπικών κυβερνήσεων στο
Center
for
Retirement
Research
του Boston
College,
επισημαίνει ότι τα
συνταξιοδοτικά ταμεία
στρέφονται ολοένα
περισσότερο σε
επενδύσεις υψηλότερου
κινδύνου, αν και η
έκταση της μεταβολής
διαφέρει σημαντικά από
αγορά σε αγορά.
Στις ΗΠΑ, τα
συνταξιοδοτικά ταμεία
πολιτειών και τοπικών
κυβερνήσεων διατηρούν
μόλις περίπου το 20% των
περιουσιακών τους
στοιχείων σε ομόλογα,
ενώ το μεγαλύτερο μέρος
του χαρτοφυλακίου τους
είναι τοποθετημένο σε
μετοχές και ιδιωτικά
περιουσιακά στοιχεία.
Αυτή η κατανομή τα
καθιστά περισσότερο
εκτεθειμένα στις
διακυμάνσεις των αγορών
σε σύγκριση με
αντίστοιχα ταμεία στην
Ευρώπη και τον Καναδά,
σύμφωνα με τον
Aubry.
Η αναζήτηση υψηλότερων
αποδόσεων, ωστόσο, δεν
αποτελεί χωρίς κόστος
λύση. Οι επενδύσεις σε
μη εισηγμένα περιουσιακά
στοιχεία μπορεί να
προσφέρουν διαφορετικές
πηγές απόδοσης και
διαφοροποίηση, αλλά
συνοδεύονται από
κινδύνους αποτίμησης,
περιορισμένη ρευστότητα
και μεγαλύτερη
πολυπλοκότητα. Εάν οι
αποδόσεις δεν
επιβεβαιωθούν ή οι
αγορές υποχωρήσουν, οι
απώλειες μπορούν να
επιβαρύνουν τη
χρηματοοικονομική θέση
των ταμείων.
Η διαφοροποίηση και ο
ρόλος των κυβερνήσεων
Ο David
Elia,
διευθύνων σύμβουλος του
αυστραλιανού
συνταξιοδοτικού ταμείου
Hostplus,
υπογραμμίζει ότι οι
δημογραφικές αλλαγές
αποτελούν έναν από τους
πολλούς παράγοντες που
επηρεάζουν τις
επενδυτικές αποφάσεις.
Όπως επισημαίνει,
κρίσιμη προϋπόθεση είναι
η διατήρηση ενός
διαφοροποιημένου
χαρτοφυλακίου σε
διαφορετικές κατηγορίες
περιουσιακών στοιχείων,
γεωγραφικές περιοχές και
κλάδους, με τρόπο που να
διασφαλίζει ότι οι
προσδοκώμενες αποδόσεις
δικαιολογούν τους
κινδύνους που
αναλαμβάνονται.
Παράλληλα, οι
κυβερνήσεις μπορούν να
περιορίσουν μέρος των
δημογραφικών πιέσεων
μέσω πολιτικών που
ενισχύουν το εργατικό
δυναμικό, όπως η
μετανάστευση, αλλά και
μέσω της αξιοποίησης της
τεχνολογίας για την
αύξηση της
παραγωγικότητας.
Οι ίδιες οι δημογραφικές
αλλαγές ενδέχεται,
επίσης, να δημιουργήσουν
νέες επενδυτικές
ευκαιρίες, καθώς η
αυξανόμενη ζήτηση για
υπηρεσίες υγείας,
φροντίδα ηλικιωμένων και
σχετικές υποδομές
μεταβάλλει τις ανάγκες
της οικονομίας.
Το βασικό συμπέρασμα
είναι ότι η δημογραφική
κρίση δεν αποτελεί μόνο
πρόβλημα χρηματοδότησης
των συντάξεων, αλλά και
παράγοντα που αλλάζει τη
λειτουργία των
επενδυτικών αγορών. Η
πρόκληση για τα
συνταξιοδοτικά ταμεία
είναι να εξασφαλίσουν
επαρκείς αποδόσεις χωρίς
να αναλάβουν
υπερβολικούς κινδύνους,
την ώρα που οι
υποχρεώσεις τους
αυξάνονται και η
παραδοσιακή βάση
χρηματοδότησής τους
συρρικνώνεται.
|