|
Στην Ινδία, αντίθετα, οι
υπηρεσίες δημιουργούσαν
ήδη περίπου το ήμισυ του
ΑΕΠ, χάρη στις διεθνώς
ανταγωνιστικές εξαγωγές
τεχνολογίας πληροφορικής
και λογισμικού. Η
μεταποίηση, στο 18% του
ΑΕΠ, ήταν περιορισμένη
και μειωνόταν, ενώ το
ήμισυ του εργατικού
δυναμικού της χώρας
παρέμενε στη γεωργία
χαμηλής παραγωγικότητας.
Οι δημόσιες υποδομές
παρέμεναν ανεπαρκώς
χρηματοδοτούμενες και οι
μεταρρυθμίσεις
αντιμετώπιζαν έντονες
αντιδράσεις.
Και οι δύο κυβερνήσεις
ακολούθησαν συνειδητές
αναπτυξιακές στρατηγικές
κατά τη διάρκεια αυτής
της δεκαετίας. Το
πρόγραμμα «Made
in
China
2025», που ξεκίνησε το
2015, διοχέτευσε
εκατοντάδες
δισεκατομμύρια δολάρια
σε δέκα στρατηγικούς
κλάδους, προκειμένου να
διατηρηθεί το υψηλό
ποσοστό της μεταποίησης
στην κινεζική παραγωγή
και να αναβαθμιστούν οι
τεχνολογικές δυνατότητες
της οικονομίας.
Η Ινδία επιχείρησε κάτι
δυσκολότερο: να
αναβιώσει τη μεταποίηση
μέσω της εκστρατείας «Make
in
India»
το 2014 και, από το
2020, μέσω της παροχής
26 δισ. δολαρίων σε
κίνητρα παραγωγής
συνδεδεμένα με την
απόδοση (production-linked
incentives)
σε 14 κλάδους.
Μια δεκαετία αργότερα,
τα αποτελέσματα
περιπλέκουν και τις δύο
επίσημες αφηγήσεις. Η
Κίνα πράγματι
σταθεροποίησε το μερίδιο
της μεταποίησης στην
παραγωγή περίπου στο 29%
του ΑΕΠ, όμως η
αυτοματοποίηση διέκοψε
την παλιά σύνδεση μεταξύ
βιομηχανικής παραγωγής
και απασχόλησης. Καθώς
οι εργαζόμενοι που
εκτοπίστηκαν από τα
εργοστάσια μετακινήθηκαν
κυρίως προς τις
υπηρεσίες, ο τομέας
αυτός αυξήθηκε στο ήμισυ
του ΑΕΠ και περίπου στο
48% της απασχόλησης.
Ωστόσο, οι περισσότερες
νέες θέσεις εργασίας
δημιουργήθηκαν σε
υπηρεσίες χαμηλής
παραγωγικότητας, όπως το
λιανεμπόριο, η φιλοξενία
και οι προσωπικές
υπηρεσίες, και όχι σε
δραστηριότητες έντασης
γνώσης.
Παράλληλα, η
προστιθέμενη αξία ανά
εργαζόμενο
πενταπλασιάστηκε στις
θαλάσσιες μεταφορές και
περίπου τριπλασιάστηκε
στις τηλεπικοινωνίες,
όχι λόγω ευρείας
δημιουργίας θέσεων
εργασίας, αλλά λόγω
ενοποίησης με υψηλή
χρήση κεφαλαίου και
αυτοματοποίησης. Καθώς η
Κίνα πλησιάζει το
επίπεδο των οικονομιών
υψηλού εισοδήματος, το
εργατικό της δυναμικό
συγκεντρώνεται ολοένα
περισσότερο σε έναν
τομέα, ενώ η αύξηση της
παραγωγικότητας
συγκεντρώνεται σε έναν
άλλο.
Η ιστορία της Ινδίας
αντιστρέφει το πρόβλημα.
Ο εμβληματικός τομέας
των υπηρεσιών γνώσης
έχει αναπτυχθεί
εντυπωσιακά, με την
προστιθέμενη αξία ανά
εργαζόμενο στον
προγραμματισμό
ηλεκτρονικών υπολογιστών
και στις υπηρεσίες
πληροφορικής να έχει
περίπου τριπλασιαστεί,
καθώς η ενσωμάτωση του
κλάδου στις παγκόσμιες
αλυσίδες αξίας αυξήθηκε
πέντε φορές.
Όμως οι κλάδοι γνώσης
της Ινδίας μοιάζουν
ολοένα περισσότερο με
έναν απομονωμένο θύλακα,
λόγω των αδύναμων
διασυνδέσεών τους με την
υπόλοιπη εγχώρια
οικονομία. Καθώς οι
αποδόσεις κατευθύνονται
όλο και περισσότερο προς
το κεφάλαιο και όχι προς
τους εργαζόμενους, το
μερίδιο της εργασίας στη
συνολική προστιθέμενη
αξία κατέρρευσε από
περίπου 26% το 2012 σε
περίπου 11% το 2022.
Επιπλέον, ο τομέας
γνώσης της Ινδίας είναι
πολύ μικρός για να
παίξει τον ρόλο που είχε
η μεταποίηση για τις
προηγούμενες
βιομηχανικές οικονομίες.
Παρά τα κίνητρα του
Make
in
India,
το μερίδιο της
μεταποίησης στο ΑΕΠ
υποχώρησε περίπου στο
16% έως το 2022, ενώ
σχεδόν το ήμισυ των
Ινδών εργαζομένων
παρέμενε στη γεωργία.
Πέρα από την
πληροφορική, οι
υπηρεσίες της Ινδίας
παρουσιάζουν ένα έντονο
δίλημμα: οι υποκλάδοι
που μπορούν να
απορροφήσουν μεγάλο
αριθμό εργαζομένων έχουν
περιορισμένες
δυνατότητες αύξησης
παραγωγικότητας, ενώ οι
υποκλάδοι με το
μεγαλύτερο δυναμικό
παραγωγικότητας είναι
πολύ μικροί για να
απορροφήσουν
εργαζομένους σε μεγάλη
κλίμακα.
Το βαθύτερο δίδαγμα
είναι ότι κανένας από
τους δύο δρόμους δεν
είναι πλέον διαθέσιμος
στις σημερινές
αναπτυσσόμενες χώρες. Η
άνοδος της Κίνας μέσω
της μεταποίησης
βασίστηκε στη μετακίνηση
εκατοντάδων εκατομμυρίων
εργαζομένων από τις
αγροτικές περιοχές σε
εργοστάσια έντασης
εργασίας με εξαγωγικό
προσανατολισμό. Όμως η
ρομποτική και η τεχνητή
νοημοσύνη διαβρώνουν
σταδιακά αυτόν τον
μηχανισμό.
Η άνοδος της Ινδίας μέσω
των υπηρεσιών βασίστηκε
σε έναν σε μεγάλο βαθμό
μη επαναλήψιμο συνδυασμό
αγγλόφωνης εκπαίδευσης,
δικτύων διασποράς και
πλεονεκτημάτων πρώτης
εισόδου στον κλάδο του
λογισμικού.
Αντί για ένα σχέδιο προς
αντιγραφή, οι πορείες
της Κίνας και της Ινδίας
προσφέρουν μόνο
προειδοποιήσεις. Οι
κυβερνήσεις που
προσελκύονται από τον
δρόμο της μεταποίησης
πρέπει να είναι
προσεκτικές. Δεδομένου
ότι η παραγωγή και η
απασχόληση μπορούν να
αποσυνδεθούν πλήρως, μια
βιομηχανική πολιτική που
αξιολογείται μόνο από το
μερίδιο της παραγωγής
μπορεί να υπερεκτιμήσει
τη δημιουργία θέσεων
εργασίας.
Και οι εργαζόμενοι που
εκτοπίζονται τείνουν να
καταλήγουν σε θέσεις
χαμηλής παραγωγικότητας
—όπως η «παγίδα των
τοπικών υπηρεσιών» της
Κίνας— και όχι σε θέσεις
εργασίας γνώσης, εκτός
εάν υπάρχουν πολιτικές
για την ανάπτυξη
δεξιοτήτων και την
υπέρβαση γεωγραφικών
περιορισμών.
Επιπλέον, η διατήρηση
ενός υψηλού μεριδίου
μεταποίησης συνήθως
απαιτεί κρατικά
κατευθυνόμενη κατανομή
κεφαλαίων, η οποία με τη
σειρά της δημιουργεί
σοβαρές στρεβλώσεις και
σπατάλες — έναν
σημαντικό κίνδυνο για
χώρες που δεν διαθέτουν
τη δημοσιονομική ισχύ
της Κίνας.
Τέλος, δεδομένου ότι η
ανταγωνιστικότητα στη
μεταποίηση εξαρτάται
τελικά από
υποστηρικτικές υπηρεσίες
—logistics,
χρηματοδότηση,
τηλεπικοινωνίες— η
δημιουργία εργοστασίων
χωρίς την αναβάθμιση
άλλων δυνατοτήτων μπορεί
να εγκλωβίσει μια
οικονομία σε
δραστηριότητες
συναρμολόγησης χαμηλής
προστιθέμενης αξίας.
Οι κυβερνήσεις που
επιλέγουν τον δρόμο της
ανάπτυξης μέσω υπηρεσιών
αντιμετωπίζουν
διαφορετικούς αλλά
εξίσου απαιτητικούς
περιορισμούς. Πρώτον, η
εξάρτηση από κλάδους που
μπορούν να απορροφήσουν
εργαζομένους σε μεγάλη
κλίμακα —τοπικό
λιανεμπόριο, φιλοξενία
και προσωπικές
υπηρεσίες— ενέχει τον
κίνδυνο μιας παγίδας
χαμηλής παραγωγικότητας.
Επιπλέον, επειδή ένας
«επιτυχημένος» τομέας
υπηρεσιών μπορεί να
διοχετεύει τα κέρδη
παραγωγικότητας κυρίως
στους μετόχους μέσω
οικονομιών κλίμακας,
αυτοματοποίησης και
αυξανόμενων αποδόσεων
του κεφαλαίου, το
εισοδηματικό μερίδιο της
εργασίας μπορεί να
αποσυνδεθεί από την
παραγωγικότητα.
Χωρίς συνειδητές
πολιτικές για τη
δημιουργία διασυνδέσεων,
οι κλάδοι υψηλής
παραγωγικότητας μπορούν
να εξελιχθούν σε θύλακες
που δημιουργούν
εντυπωσιακές εξαγωγές
αλλά περιορισμένες
επιδράσεις διάχυσης στην
υπόλοιπη οικονομία —
όπως δείχνει ολοένα
περισσότερο η έκρηξη της
πληροφορικής στην Ινδία.
Επειδή η παραγωγικότητα
παρουσιάζει σχετικά
μικρές διαφορές μεταξύ
των υποκλάδων της
μεταποίησης αλλά πολύ
μεγαλύτερες διαφορές
στις υπηρεσίες, η
ανακατανομή εργαζομένων
αυξάνει τη συνολική
παραγωγικότητα μόνο εάν
οι εργαζόμενοι
μετακινούνται στους
σωστούς τομείς· και οι
σωστοί τομείς είναι
συνήθως αυτοί που έχουν
τη μικρότερη ικανότητα
απορρόφησης εργατικού
δυναμικού.
Ένα κοινό δίδαγμα από
τις εμπειρίες της Κίνας
και της Ινδίας είναι
ότι, ανεξάρτητα από τα
αρχικά πλεονεκτήματα,
ούτε η ανάπτυξη μέσω
μεταποίησης ούτε η
ανάπτυξη μέσω υπηρεσιών
μπορεί να επιτύχει χωρίς
πολιτικές που
αντιμετωπίζουν τις
αποτυχίες συντονισμού
της αγοράς.
Οι δεξιότητες, οι
υποδομές, οι θεσμοί και
η στήριξη συγκεκριμένων
κλάδων πρέπει να
ευθυγραμμιστούν. Αυτά τα
στοιχεία
αλληλοενισχύονται και
δημιουργούν ανισορροπίες
όταν μόνο ορισμένα από
αυτά υπάρχουν.
Η αποτυχία της Κίνας
είναι η παγίδα των
τοπικών υπηρεσιών. Η
αποτυχία της Ινδίας
είναι οι απομονωμένες
υπηρεσίες υψηλής αξίας.
Και τα δύο προβλήματα
μπορούν να αποφευχθούν,
αλλά μόνο εάν οι
κυβερνήσεις τα
προβλέψουν και
σχεδιάσουν ανάλογα.
Hinh
T.
Dinh,
πρώην επικεφαλής
οικονομολόγος στο
Γραφείο του Ανώτερου
Αντιπροέδρου και
επικεφαλής οικονομολόγου
της Παγκόσμιας Τράπεζας,
είναι ανώτερος
συνεργάτης στο
Policy
Center
for
the
New
South.
Karim
El
Aynaoui,
Εκτελεστικός Πρόεδρος
του Policy
Center
for
the
New
South,
είναι Εκτελεστικός
Αντιπρόεδρος του
Mohammed
VI
Polytechnic
University
και κοσμήτορας του
Cluster
Ανθρωπιστικών,
Οικονομικών και
Κοινωνικών Επιστημών.
Πηγή: Project Syndicate
|