|
Όταν, όμως, η συζήτηση
μεταφέρεται από τον
εργαζόμενο στην
επιχείρηση, η εικόνα
γίνεται πολύ λιγότερο
εντυπωσιακή.
Η ατομική παραγωγικότητα
δεν αρκεί
Στην ίδια έρευνα της
McKinsey,
μόλις 37% των
στελεχών
δήλωσαν ότι μπορούν να
συνδέσουν τη χρήση της
AI
με κάποια επίδραση στα
λειτουργικά κέρδη (EBIT)
της επιχείρησής τους. Το
ποσοστό παραμένει
ουσιαστικά αμετάβλητο σε
σχέση με έναν χρόνο
νωρίτερα.
Το στοιχείο αυτό είναι
ιδιαίτερα σημαντικό,
καθώς δείχνει ότι η
διάδοση της τεχνητής
νοημοσύνης δεν σημαίνει
αυτομάτως και αντίστοιχη
βελτίωση των οικονομικών
αποτελεσμάτων.
Η αντίφαση αποτυπώνεται
και σε άλλα στοιχεία.
Παρά το γεγονός ότι
μεγάλο ποσοστό
επιχειρήσεων έχει ήδη
υιοθετήσει εργαλεία
AI,
η πλειονότητα των
στελεχών δεν έχει ακόμη
διαπιστώσει σαφή
επίδραση στην
παραγωγικότητα της
συνολικής επιχείρησης.
Αντίστοιχα, στην
Global
CEO
Survey
2026 της PwC,
περισσότεροι από τους
μισούς διευθύνοντες
συμβούλους δήλωσαν ότι η
AI
δεν είχε οδηγήσει κατά
το προηγούμενο έτος ούτε
σε αύξηση των εσόδων
ούτε σε μείωση του
κόστους.
Με άλλα λόγια, ο
εργαζόμενος μπορεί να
ολοκληρώνει τη δουλειά
του σε λιγότερο χρόνο,
χωρίς αυτό να σημαίνει
ότι η εταιρεία παράγει
περισσότερη αξία.
Και εδώ βρίσκεται το
πραγματικό στοίχημα της
επόμενης φάσης της
AI.
Από το εργαλείο στον
επανασχεδιασμό της
επιχείρησης
Πολλές επιχειρήσεις
αντιμετωπίζουν την
τεχνητή νοημοσύνη ως ένα
ακόμη εργαλείο που
προστίθεται στην
υπάρχουσα παραγωγική
διαδικασία.
Ο εργαζόμενος γράφει
γρηγορότερα ένα
email,
δημιουργεί μια
παρουσίαση σε λιγότερο
χρόνο, αναλύει
μεγαλύτερο όγκο
δεδομένων ή παράγει
κώδικα πολύ ταχύτερα.
Η παραγωγικότητα του
συγκεκριμένου
εργαζομένου αυξάνεται.
Όμως η συνολική
διαδικασία μπορεί να
παραμένει ακριβώς η
ίδια.
Αυτό είναι και το βασικό
μάθημα από την
προηγούμενη μεγάλη
τεχνολογική μετάβαση,
την ηλεκτροδότηση της
βιομηχανίας.
Η εισαγωγή των
ηλεκτρικών κινητήρων στα
εργοστάσια δεν
δημιούργησε αμέσως τη
μεγάλη παραγωγική
επανάσταση που
ακολούθησε. Για ένα
διάστημα, οι
επιχειρήσεις απλώς
αντικαθιστούσαν ή
πρόσθεταν κινητήρες στις
υπάρχουσες
εγκαταστάσεις.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε
όταν ολόκληρο το
εργοστάσιο άρχισε να
σχεδιάζεται με βάση τις
δυνατότητες που
προσέφερε η ηλεκτρική
ενέργεια.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί
και με την AI.
Η πραγματική
παραγωγικότητα δεν θα
προκύψει μόνο από το
πόσο γρήγορα ένας
εργαζόμενος μπορεί να
κάνει μια συγκεκριμένη
δουλειά, αλλά από το αν
ολόκληρη η ροή
εργασίας μπορεί να
επανασχεδιαστεί γύρω από
τις δυνατότητες της
τεχνολογίας.
Το μεγάλο όφελος μπορεί
να μην είναι η
εξοικονόμηση
Μέχρι σήμερα, το βασικό
ερώτημα για πολλές
επιχειρήσεις είναι πού
μπορεί η AI
να μειώσει το κόστος ή
να εξοικονομήσει χρόνο.
Είναι μια λογική
αφετηρία, αλλά ενδέχεται
να μην είναι εκεί το
μεγαλύτερο οικονομικό
όφελος.
Σύμφωνα με την έρευνα
State
of
AI
in
the
Enterprise
2026 της Deloitte,
το 66% των στελεχών
ανέφερε βελτίωση στην
αποδοτικότητα και την
παραγωγικότητα. Ωστόσο,
μόλις 20% δήλωσε
ότι η
AI
βοηθά την επιχείρηση να
βελτιώσει προϊόντα και
υπηρεσίες ή να
καινοτομήσει.
Η διαφορά αυτή είναι
κρίσιμη.
Η μεγαλύτερη αξία της
τεχνητής νοημοσύνης
μπορεί να μην προκύψει
από το να κάνει
φθηνότερα όσα ήδη κάνουν
οι επιχειρήσεις, αλλά
από το να κάνει
οικονομικά εφικτά
πράγματα που μέχρι
σήμερα ήταν υπερβολικά
ακριβά, χρονοβόρα ή
πολύπλοκα.
Projects
που εγκαταλείφθηκαν
επειδή απαιτούσαν μεγάλο
ανθρώπινο δυναμικό
μπορούν πλέον να
επανέλθουν στο τραπέζι.
Νέα προϊόντα μπορούν να
αναπτυχθούν με πολύ
μικρότερο κόστος.
Εξειδικευμένες υπηρεσίες
μπορούν να γίνουν
βιώσιμες ακόμη και για
μικρότερες αγορές.
Και νέες επιχειρηματικές
δραστηριότητες μπορούν
να αποκτήσουν οικονομική
υπόσταση που
προηγουμένως δεν είχαν.
Το ερώτημα, επομένως,
δεν είναι μόνο
«τι κόστος μπορεί να
μειώσει η
AI;»,
αλλά κυρίως «τι
μπορούμε πλέον να
κάνουμε που προηγουμένως
δεν μπορούσαμε;»
Η νέα πρόκληση: η
συσσώρευση αξίας
Υπάρχει, όμως, και ένα
δεύτερο πρόβλημα.
Η AI
έχει κάνει τόσο φθηνή
και γρήγορη τη
δημιουργία νέου
περιεχομένου, κώδικα,
αναλύσεων και
παρουσιάσεων, ώστε
υπάρχει ο κίνδυνος οι
εργαζόμενοι να
δημιουργούν συνεχώς νέο
υλικό χωρίς αυτό να
συσσωρεύει αξία μέσα
στην επιχείρηση.
Ένα νέο κείμενο
δημιουργείται σήμερα,
χρησιμοποιείται μία φορά
και στη συνέχεια
εγκαταλείπεται.
Το ίδιο μπορεί να
συμβαίνει με έναν
κώδικα, μια ανάλυση
αγοράς ή μια παρουσίαση.
Έτσι, η επιχείρηση
αποκτά τεράστια
παραγωγική δυνατότητα,
αλλά όχι απαραίτητα
αντίστοιχη συσσώρευση
γνώσης και υποδομής.
Η λύση είναι η
δημιουργία
επαναχρησιμοποιήσιμων
στοιχείων.
Templates,
δεδομένα, έρευνες,
κώδικας, εγκεκριμένο
περιεχόμενο και άλλα
ψηφιακά στοιχεία μπορούν
να οργανώνονται σε
κοινές βιβλιοθήκες, ώστε
η επόμενη εργασία να μη
ξεκινά από το μηδέν.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
Unilever,
η οποία έχει
δημιουργήσει ψηφιακά
αντίγραφα προϊόντων της,
συγκεντρώνοντας σε
ενιαία ψηφιακά αρχεία
διαφορετικές εκδοχές
προϊόντων, συσκευασιών,
ετικετών και γλωσσών.
Η λογική είναι απλή:
κάτι δημιουργείται μία
φορά και στη συνέχεια
μπορεί να
χρησιμοποιείται ξανά και
ξανά.
Αυτό είναι πολύ
διαφορετικό από την απλή
χρήση ενός
chatbot
για να παραχθεί λίγο
ταχύτερα ένα ακόμη
κείμενο.
Όταν η AI
μετακινεί το
bottleneck
Υπάρχει και μια ακόμη
παράμετρος που συχνά
υποτιμάται.
Η AI
μπορεί να επιταχύνει
δραματικά ένα στάδιο της
παραγωγικής διαδικασίας,
χωρίς να αυξάνει
αντίστοιχα τη
δυναμικότητα των
επόμενων σταδίων.
Αν, για παράδειγμα, μια
ομάδα μπορεί πλέον να
παράγει διπλάσιο κώδικα,
τότε κάποιος θα πρέπει
να τον ελέγξει, να τον
δοκιμάσει, να τον
εγκρίνει και να τον
ενσωματώσει στο τελικό
προϊόν.
Το αποτέλεσμα είναι ότι
το πρόβλημα δεν
εξαφανίζεται.
Μετακινείται.
Η εμπειρία από τα
εργαλεία AI
στην ανάπτυξη λογισμικού
είναι χαρακτηριστική. Η
ταχύτητα παραγωγής
κώδικα αυξάνεται, αλλά
παράλληλα μπορεί να
αυξηθεί και ο χρόνος που
απαιτείται για έλεγχο
και επανεπεξεργασία.
Το ίδιο μοτίβο μπορεί να
εμφανιστεί σε σχεδόν
οποιονδήποτε κλάδο.
Περισσότερες αναλύσεις
δημιουργούν μεγαλύτερη
ανάγκη για έλεγχο.
Περισσότερο περιεχόμενο
δημιουργεί μεγαλύτερη
ανάγκη για επιμέλεια.
Περισσότερες προτάσεις
δημιουργούν μεγαλύτερη
ανάγκη για αξιολόγηση.
Περισσότερος κώδικας
δημιουργεί μεγαλύτερη
ανάγκη για δοκιμές.
Άρα η AI
μπορεί να δημιουργεί
περισσότερη
εργασία από αυτή που
μπορεί να απορροφήσει το
επόμενο στάδιο της
διαδικασίας.
Η πρόκληση για τις
επιχειρήσεις είναι να
εντοπίσουν εγκαίρως πού
βρίσκεται πλέον το νέο
σημείο συμφόρησης και να
μεταφέρουν εκεί τους
πόρους τους.
Τέσσερις αλλαγές που
μπορούν να κάνουν οι
επιχειρήσεις
Η μετάβαση από την
ατομική παραγωγικότητα
στην πραγματική
επιχειρηματική ανάπτυξη
απαιτεί, επομένως,
αλλαγή προσέγγισης.
1. Επανεξέταση
projects
που είχαν εγκαταλειφθεί
Παλαιότερα
projects
που θεωρήθηκαν πολύ
ακριβά ή απαιτούσαν
υπερβολικό ανθρώπινο
δυναμικό μπορεί πλέον να
έχουν διαφορετική
οικονομική εξίσωση.
Η AI
μειώνει δραστικά το
κόστος ορισμένων
εργασιών και μπορεί να
καταστήσει βιώσιμες
επενδύσεις που μέχρι
πρόσφατα δεν ήταν.
2. Δημιουργία
βιβλιοθηκών
επαναχρησιμοποιήσιμων
στοιχείων
Οι επιχειρήσεις
χρειάζεται να
δημιουργήσουν υποδομές
γνώσης.
Έρευνες, πρότυπα,
κώδικας, δεδομένα,
διαδικασίες και
εγκεκριμένο περιεχόμενο
δεν πρέπει να
δημιουργούνται εκ νέου
κάθε φορά.
Η βασική αρχή είναι
απλή: πριν
δημιουργηθεί κάτι από
την αρχή, πρέπει να
εξετάζεται αν υπάρχει
ήδη κάτι που μπορεί να
επαναχρησιμοποιηθεί.
3. Εντοπισμός του νέου
σημείου συμφόρησης
Η επιχείρηση πρέπει να
εξετάζει ολόκληρη τη
διαδικασία και όχι μόνο
το σημείο όπου
χρησιμοποιείται η
AI.
Αν η τεχνητή νοημοσύνη
αυξήσει την παραγωγή
κατά 50%, αλλά ο έλεγχος
μπορεί να αυξηθεί μόνο
κατά 10%, το πραγματικό
πρόβλημα βρίσκεται πλέον
στον έλεγχο.
Εκεί πρέπει να
κατευθυνθούν οι νέοι
πόροι.
4. Νέα μέτρα για την
παραγωγικότητα
Η επιτυχία δεν μπορεί να
μετριέται μόνο με το
πόσες εργατοώρες
εξοικονομήθηκαν.
Οι επιχειρήσεις θα
πρέπει να εξετάζουν πόσα
νέα προϊόντα
δημιουργήθηκαν, πόσα
projects
έγιναν βιώσιμα, σε πόσες
νέες αγορές μπορούν να
δραστηριοποιηθούν και
ποιες νέες υπηρεσίες
μπορούν πλέον να
προσφέρουν.
Το πραγματικό
ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα θα είναι το
σύστημα
Η AI
βρίσκεται πιθανότατα σε
ένα στάδιο αντίστοιχο με
εκείνο στο οποίο
βρισκόταν η ηλεκτρική
ενέργεια στις πρώτες
δεκαετίες της
βιομηχανικής της
εφαρμογής.
Η τεχνολογία υπάρχει.
Τα οφέλη σε ατομικό
επίπεδο είναι ήδη
μετρήσιμα.
Αυτό που δεν έχει ακόμη
ολοκληρωθεί είναι ο
επανασχεδιασμός
των επιχειρήσεων γύρω
από τη νέα τεχνολογία.
Και
αυτό μπορεί να είναι το
επόμενο μεγάλο κύμα της
AI.
Οι
επιχειρήσεις που απλώς
προσθέτουν εργαλεία
τεχνητής νοημοσύνης
στους υπάρχοντες τρόπους
εργασίας πιθανότατα θα
περιοριστούν σε κέρδη
παραγωγικότητας σε
επίπεδο εργαζομένου.
Εκείνες όμως που θα
επανασχεδιάσουν τις
διαδικασίες, θα
δημιουργήσουν
επαναχρησιμοποιήσιμες
υποδομές, θα μεταφέρουν
δυναμικότητα στα νέα
σημεία συμφόρησης και θα
αξιοποιήσουν την AI για
να δημιουργήσουν νέα
προϊόντα και αγορές
μπορούν να περάσουν σε
ένα διαφορετικό επίπεδο.
Το
μεγάλο στοίχημα,
επομένως, δεν είναι
πλέον αν η AI μπορεί να
κάνει έναν εργαζόμενο
πιο παραγωγικό.
Αυτό έχει ήδη
αρχίσει να
αποδεικνύεται.
Το
κρίσιμο ερώτημα είναι αν
μπορεί να κάνει
ολόκληρη την επιχείρηση
πιο παραγωγική, πιο
καινοτόμα και τελικά πιο
κερδοφόρα.
Και
η απάντηση δεν θα δοθεί
μόνο από τα μοντέλα AI,
αλλά από τον τρόπο με
τον οποίο οι
επιχειρήσεις θα
ξανασχεδιάσουν τα ίδια
τα συστήματα λειτουργίας
τους.
|