|
Αναφερόμενος στον
ενεργειακό
μετασχηματισμό του
ομίλου, επισήμανε ότι η
εταιρεία ξεκίνησε τη
μετάβασή της ήδη από το
2018, ενώ το 2019
πραγματοποίησε τις
πρώτες επενδύσεις στην
αιολική ενέργεια.
Σήμερα, το χαρτοφυλάκιο
ανανεώσιμων πηγών
ενέργειας της εταιρείας
φτάνει περίπου τα 900
MW,
κυρίως μέσω αιολικών
πάρκων, ενώ περιλαμβάνει
επίσης επενδύσεις στην
ηλιακή ενέργεια και στην
αποθήκευση ενέργειας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο
συνολικός επενδυτικός
σχεδιασμός της
Motor
Oil
ανέρχεται σε περίπου 4
δισ. ευρώ. Από αυτά, τα
1,5 δισ. ευρώ
κατευθύνονται στη
διύλιση και τα 2,5 δισ.
ευρώ σε νέες ενεργειακές
δραστηριότητες, ενώ ήδη
έχει υλοποιηθεί περίπου
το 64% του επενδυτικού
προγράμματος.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε
στις προκλήσεις που
δημιουργεί το ρυθμιστικό
περιβάλλον, τονίζοντας
ότι η σταθερότητα των
κανόνων, οι ταχύτερες
αδειοδοτήσεις και η
μεγαλύτερη ευελιξία από
τις ρυθμιστικές αρχές
είναι απαραίτητες
προϋποθέσεις για την
υλοποίηση μεγάλων
επενδύσεων. Όπως
σημείωσε, οι
καθυστερήσεις στις
εγκρίσεις και ένα
άκαμπτο κανονιστικό
πλαίσιο αυξάνουν το
κόστος και ενισχύουν την
αβεβαιότητα για τις
επιχειρήσεις.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η
στρατηγική ανάπτυξης της
εταιρείας μετατοπίζεται
πλέον από τις εξαγορές
προς την οργανική
ανάπτυξη έργων, μια
διαδικασία που, όπως
είπε, είναι πιο σύνθετη
και απαιτητική, ενώ
παραδέχθηκε ότι η
περίοδος μετά το 2030
εξακολουθεί να αποτελεί
πρόκληση για τον
ενεργειακό σχεδιασμό.
Σχολιάζοντας τις
γεωπολιτικές εξελίξεις,
στάθηκε ιδιαίτερα στην
ανάγκη ευελιξίας στην
εφοδιαστική αλυσίδα.
Όπως εξήγησε, η εταιρεία
προχώρησε άμεσα σε
διαφοροποίηση των πηγών
τροφοδοσίας του
διυλιστηρίου της, καθώς
στο πρόσφατο παρελθόν
περίπου το 75% των ροών
εφοδιασμού περνούσε μέσω
των Στενών του Ορμούζ.
Ο κ. Τζαννετάκης
υπογράμμισε ότι η
ενεργειακή μετάβαση
απαιτεί ρεαλισμό και
ισορροπία,
επισημαίνοντας ότι οι
επενδύσεις στη διύλιση
παραμένουν κρίσιμες για
την κάλυψη της
ευρωπαϊκής ζήτησης σε
καύσιμα όπως το ντίζελ
και τα αεροπορικά
καύσιμα.
Κλείνοντας την
τοποθέτησή του, τόνισε
ότι η επιτυχία της
ενεργειακής μετάβασης
προϋποθέτει στενή
συνεργασία ανάμεσα στις
επιχειρήσεις, τις
κυβερνήσεις και τους
ευρωπαϊκούς θεσμούς,
επισημαίνοντας πως η
ευελιξία από τις
ρυθμιστικές αρχές
αποτελεί καθοριστικό
παράγοντα για τη στήριξη
των επενδύσεων και της
ανταγωνιστικότητας.
|