|
Από
τον Ιανουάριο του 2025,
το επίπεδο των τιμών
στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί
κατά 0,3% σε σχέση με
την τάση που επικρατούσε
πριν από το 2025.
Πρόκειται ακριβώς για τη
σωρευτική επίδραση που
προκύπτει από ένα
μοντέλο το οποίο
κατασκευάσαμε με τους
συναδέλφους μου στο
Global Linkages Lab,
εισάγοντας σε αυτό τους
δασμούς που εφαρμόστηκαν
πράγματι στη διάρκεια
του 2025. Η ίδια εικόνα
καταγράφεται και στις
τιμές των βασικών
αγαθών, οι οποίες,
παρότι δεν επηρεάζονται
άμεσα από την κρίση στο
Ορμούζ, βρίσκονται 1,8%
υψηλότερα από το επίπεδο
του Δεκεμβρίου του 2024,
αποκλίνοντας σημαντικά
από μια τάση που
παρέμενε στάσιμη ή ήταν
πτωτική. Αυτό
μεταφράζεται σε συμβολή
0,34 ποσοστιαίων μονάδων
στο συνολικό επίπεδο των
τιμών, ελαφρώς υψηλότερη
από την πρόβλεψη του
μοντέλου μας για 0,3
ποσοστιαίες μονάδες.
Αυτό που διαφοροποιεί το
μοντέλο μας από άλλα
είναι ότι αναπαράγει τη
σταθερή αύξηση του
δομικού πληθωρισμού που
παρατηρήθηκε στην
πραγματικότητα, αντί να
εμφανίζει μια μεγάλη
αρχική ανατίμηση η οποία
υποχωρεί γρήγορα. Αυτή
ακριβώς η δεύτερη εκδοχή
τροφοδότησε την
εσφαλμένη αντίληψη περί
«εφάπαξ αύξησης των
τιμών», η οποία
επικράτησε το 2025. Στην
πραγματικότητα, από το
2021 η παγκόσμια
οικονομία έχει δεχθεί
τόσα πολλά πλήγματα στην
προσφορά, ώστε καθένα
από αυτά να αφήνει ένα
διαρκές και αυξανόμενο
αποτύπωμα με την πάροδο
του χρόνου. Επομένως,
δεν μπορεί να γίνει
λόγος για μία και
μοναδική, εφάπαξ αύξηση
των τιμών.
Η
αιτία του επίμονου
πληθωρισμού, παρά την
ανθεκτικότητα της
παγκόσμιας ανάπτυξης,
είναι διαρθρωτική: οι
στρεβλώσεις στο κόστος
που προκαλεί κάθε
διαταραχή στην προσφορά
μεταφέρονται από τον
έναν κλάδο στον άλλο και
εξαπλώνονται σε ολόκληρο
τον κόσμο. Αυτό που
αρχικά εκδηλώνεται ως
μεταβολή των σχετικών
τιμών στην ενέργεια,
στους ημιαγωγούς, στον
χάλυβα, στην εργασία ή
στο σιτάρι καταλήγει
τελικά να μετατρέπεται
σε γενικευμένο
πληθωρισμό σε πολλές
χώρες ταυτόχρονα.
Η
εξέλιξη αυτή ξεκίνησε με
την πανδημία της
COVID-19, η οποία
οδήγησε τον πληθωρισμό
πάνω από τον στόχο του
2% που είχαν θέσει οι
μεγάλες κεντρικές
τράπεζες. Από το 2022
και μετά, ο πληθωρισμός
παραμένει πάνω από αυτό
το επίπεδο. Μετά τη
ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία, η ενεργειακή
ασφυξία που ακολούθησε
αποτέλεσε την κύρια
εξήγηση για τον
πληθωρισμό του
2022-2023, ιδίως στην
Ευρώπη. Ωστόσο, όπως
δείξαμε, ο μηχανισμός
ήταν τότε ο ίδιος με
αυτόν που παρατηρούμε
σήμερα: ο πληθωρισμός
του 2021 προκλήθηκε από
τις επιπτώσεις της
πανδημίας στις
παγκόσμιες εφοδιαστικές
αλυσίδες και στις αγορές
εργασίας και στη
συνέχεια ενισχύθηκε από
το ενεργειακό σοκ που
ακολούθησε τον πόλεμο
στην Ουκρανία.
Ακόμη και αν όλες οι
κεντρικές τράπεζες
άρχισαν να αυστηροποιούν
τη νομισματική πολιτική
τους το 2022, η
σταθεροποίηση των τιμών
απαιτεί περισσότερο
χρόνο σε έναν κόσμο
προστατευτισμού, όπου οι
διαταραχές στην προσφορά
είναι συχνές. Ο
διοικητής της Fed
Κρίστοφερ Γουόλερ
διατύπωσε παρόμοια άποψη
τον Ιούλιο,
προειδοποιώντας ότι ο
δομικός πληθωρισμός
«άρχισε να αυξάνεται
πολύ πριν από το σοκ
στις τιμές του
πετρελαίου» και
επισημαίνοντας
«πρόσφατες ενδείξεις
συνεχιζόμενων πιέσεων
στις τιμές των αγαθών».
Σύμφωνα με την ανάλυσή
του, ο πληθωρισμός
τροφοδοτείται από τις
τιμές της ενέργειας,
τους δασμούς και τις
δευτερογενείς επιπτώσεις
της ζήτησης που
δημιουργεί η ανάπτυξη
των υποδομών τεχνητής
νοημοσύνης. Στην ομιλία
του στο Τζάκσον Χολ τον
Αύγουστο, ο πρόεδρος της
Fed Κέβιν Γουόρς
αναγνώρισε επίσης την
αβεβαιότητα που
περιβάλλει την πορεία
του πληθωρισμού, εν μέσω
επαναλαμβανόμενων
παγκόσμιων διαταραχών
στην προσφορά.
Στην εξίσωση προστίθεται
πλέον και η αβεβαιότητα
γύρω από την εμπορική
πολιτική. Για να
ποσοτικοποιήσει τον
αντίκτυπό της στον τρόπο
με τον οποίο οι αγορές
αποτιμούν τις μετοχές,
τα ομόλογα και τις
συναλλαγματικές
ισοτιμίες, το Global
Linkages Lab δημοσίευσε
πρόσφατα τη βάση
δεδομένων TiRADE (Tariff
Rates in Announcements,
Declarations, and
Events). Η βάση
καταγράφει κάθε δασμό
που απείλησαν να
επιβάλουν, ανακοίνωσαν ή
υπέγραψαν οι ΗΠΑ από τον
Ιανουάριο του 2025, με
ακρίβεια λεπτού,
παραθέτοντας την ακριβή
δήλωση και την πηγή της.
Περιλαμβάνει ομιλίες,
αναρτήσεις στο Truth
Social, εκτελεστικά
διατάγματα, επίσημες
διακηρύξεις και
ανακοινώσεις του Λευκού
Οίκου.
Το
πιο εντυπωσιακό εύρημα
είναι ότι περίπου το 70%
των δασμολογικών
συντελεστών που
απειλήθηκαν ή
ανακοινώθηκαν δεν
εφαρμόστηκαν ποτέ,
ωστόσο οι αγορές
αντέδρασαν σε αυτούς.
Αξιοποιήσαμε αυτόν τον
θόρυβο για να
δημιουργήσουμε έναν
δείκτη αβεβαιότητας γύρω
από την εμπορική
πολιτική, ο οποίος
εξηγεί μεγάλο μέρος των
διακυμάνσεων στις τιμές
των περιουσιακών
στοιχείων υψηλότερου
κινδύνου,
συμπεριλαμβανομένων των
αποδόσεων των ομολόγων
και της απότομης
υποχώρησης του δολαρίου
πέρυσι. Αποδεικνύεται
ότι η αβεβαιότητα
καθορίζεται από όσα
λέγονται και όχι από όσα
τελικά θεσμοθετούνται.
Βεβαίως, οι αγορές
ενδέχεται απλώς να έχουν
προσαρμοστεί σε έναν
κόσμο προστατευτισμού,
όπου οι δασμοί αποτελούν
ένα από τα ελάχιστα
εργαλεία που μπορούν να
χρησιμοποιήσουν οι ΗΠΑ
και άλλες χώρες για να
ανακόψουν την άνοδο της
Κίνας και να
προστατεύσουν τις
εγχώριες αγορές τους από
τα κινεζικά προϊόντα.
Πρόκειται, όμως, για
έναν κόσμο με υψηλότερο
πληθωρισμό και αυξημένα
επιτόκια για όλους, στον
οποίο οι επιχειρήσεις
και τα νοικοκυριά θα
πρέπει επίσης να
αναπροσαρμόσουν τις
προσδοκίες τους.
Έχοντας επικεντρωθεί στο
υψηλό δημόσιο χρέος,
στις αυξανόμενες
αποδόσεις των ομολόγων
και στις ιλιγγιώδεις
αποτιμήσεις των
εταιρειών τεχνητής
νοημοσύνης, οι επενδυτές
φαίνεται να έχουν
ξεχάσει τις διαταραχές
στην προσφορά που
διαμορφώνουν τις
υποκείμενες
πληθωριστικές πιέσεις.
Όποιος ανησυχεί για το
δημόσιο χρέος και τις
αποδόσεις των ομολόγων
πρέπει να εξετάζει
εξίσου τις αναταράξεις
που προκαλούνται στο
όνομα του
προστατευτισμού και της
αυτάρκειας. Οι αγορές
μπορεί να έχουν στρέψει
αλλού την προσοχή τους,
αλλά ο πληθωρισμός δεν
έχει υποχωρήσει από το
προσκήνιο.
Η
Şebnem Kalemli-Özcan
είναι καθηγήτρια
Οικονομικών στο
Πανεπιστήμιο Brown και
διευθύντρια του Global
Linkages Lab. Έχει
διατελέσει ανώτερη
σύμβουλος πολιτικής στο
Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο και επικεφαλής
οικονομολόγος για τη
Μέση Ανατολή και τη
Βόρεια Αφρική στην
Παγκόσμια Τράπεζα.
Πηγή: Project Syndicate
|