|
Αυτό ακριβώς αποτελεί το
βασικό στοίχημα των ΗΠΑ:
να πιέσουν οικονομικά
την Τεχεράνη ώστε να
υποχωρήσει στις
διαπραγματεύσεις για το
πυρηνικό της πρόγραμμα
και τη συνολική
γεωπολιτική
αντιπαράθεση, χωρίς να
χρειαστεί άμεση
στρατιωτική σύγκρουση
μεγάλης κλίμακας.
Το βασικό πρόβλημα,
ωστόσο, είναι ότι κανείς
δεν γνωρίζει με ακρίβεια
πόσο κοντά βρίσκεται το
Ιράν στο όριο της
ασφυξίας.
Οι εκτιμήσεις για την
πληρότητα των
αποθηκευτικών
εγκαταστάσεων διαφέρουν
σημαντικά. Ορισμένοι
αναλυτές υπολογίζουν ότι
οι δεξαμενές είναι
γεμάτες περίπου κατά
57%, ενώ άλλοι θεωρούν
ότι η πληρότητα αγγίζει
ακόμη και το 90%. Η
διαφορά αυτή είναι
καθοριστική, καθώς στην
πρώτη περίπτωση το Ιράν
θα μπορούσε να συνεχίσει
για εβδομάδες, ενώ στη
δεύτερη ίσως να
αντιμετωπίσει κρίσιμο
πρόβλημα μέσα σε λίγες
ημέρες.
Η αβεβαιότητα
αναδεικνύει τη μεγάλη
αδιαφάνεια που
χαρακτηρίζει το ιρανικό
πετρελαϊκό σύστημα.
Πολλές εκτιμήσεις
βασίζονται σε
δορυφορικές εικόνες και
στην ανάλυση των σκιών
που δημιουργούν οι
πλωτές οροφές των
δεξαμενών. Ωστόσο,
αρκετές εγκαταστάσεις
διαθέτουν σταθερές
οροφές, άλλες είναι
στρατιωτικές ή
ιδιωτικές, ενώ κάποιες
έχουν υποστεί ζημιές και
δεν μπορούν να
αξιολογηθούν αξιόπιστα.
Παρά τις διαφωνίες στις
εκτιμήσεις, όλοι
συγκλίνουν σε ένα βασικό
συμπέρασμα: το Ιράν δεν
έχει ακόμη εξαντλήσει
τον διαθέσιμο χώρο
αποθήκευσης, όμως ήδη
αναγκάζεται να αναζητά
συνεχώς νέους τρόπους
για να διαχειριστεί τα
αδιάθετα αποθέματα
πετρελαίου.
Μία από τις βασικές
λύσεις που εφαρμόζει
είναι η χρήση
δεξαμενόπλοιων ως
προσωρινών πλωτών
αποθηκών. Σύμφωνα με
στοιχεία της S&P
Global
Energy,
τουλάχιστον 14
δεξαμενόπλοια που
μετέφεραν ιρανικό αργό
από το 2025 παραμένουν
αγκυροβολημένα εντός της
ζώνης αποκλεισμού,
λειτουργώντας ουσιαστικά
ως κινητές δεξαμενές.
Ταυτόχρονα, η Τεχεράνη
μειώνει σταδιακά την
παραγωγή πετρελαίου ώστε
να αποφύγει ένα βίαιο
και πλήρες
shutdown
των κοιτασμάτων. Η
ελεγχόμενη επιβράδυνση
της παραγωγής θεωρείται
πολύ ασφαλέστερη
επιλογή, καθώς μια
συνολική διακοπή
λειτουργίας μπορεί να
απαιτήσει μήνες για την
επανεκκίνηση και
τεράστιες επενδύσεις
αποκατάστασης.
Παράλληλα, το Ιράν
αυξάνει τη διύλιση
πετρελαίου στο εσωτερικό
της χώρας και προσπαθεί
να διατηρήσει
περιορισμένες εξαγωγές
μέσω χερσαίων οδών,
σιδηροδρομικών μεταφορών
και της Κασπίας
Θάλασσας. Η
Eurasia
Group
εκτιμά ότι ακόμη και υπό
συνθήκες αποκλεισμού η
χώρα εξακολουθεί να
εξάγει περίπου 200.000
βαρέλια ημερησίως.
Παρόλα αυτά, η απώλεια
των θαλάσσιων εξαγωγών
αποτελεί τεράστιο πλήγμα
για την ιρανική
οικονομία. Πριν από την
κρίση, το Ιράν εξήγαγε
περίπου 1,8 εκατομμύρια
βαρέλια ημερησίως,
κυρίως προς την Κίνα.
Σήμερα οι θαλάσσιες
εξαγωγές έχουν σχεδόν
μηδενιστεί.
Τα έσοδα από πετρέλαιο
και πετρελαϊκά προϊόντα
αντιπροσωπεύουν περίπου
το 40% των συνολικών
εξαγωγικών εσόδων της
χώρας, γεγονός που
σημαίνει ότι κάθε
εβδομάδα αποκλεισμού
στερεί δισεκατομμύρια
δολάρια από τα κρατικά
ταμεία και περιορίζει
σημαντικά τη δυνατότητα
χρηματοδότησης
κοινωνικών παροχών αλλά
και στρατιωτικών
επιχειρήσεων.
Ο Ιρανός πρόεδρος
Μασούντ Πεζεσκιάν έχει
ήδη προειδοποιήσει ότι
όσο συνεχίζεται η κρίση,
η χώρα θα βρεθεί
αντιμέτωπη με αυξανόμενο
πληθωρισμό, υψηλότερες
τιμές και σοβαρές
οικονομικές πιέσεις.
Ωστόσο, το κόστος δεν
περιορίζεται μόνο στο
Ιράν. Η κρίση στον
Περσικό Κόλπο έχει
προκαλέσει νέα άνοδο
στις διεθνείς τιμές της
ενέργειας, εντείνοντας
τις πληθωριστικές
πιέσεις τόσο στις ΗΠΑ
όσο και στην Ευρώπη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες,
οι αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων κρατικών
ομολόγων εκτινάχθηκαν
στα υψηλότερα επίπεδα
δεκαετιών, καθώς οι
αγορές φοβούνται ότι ένα
νέο ενεργειακό σοκ
μπορεί να αναγκάσει τη
Federal
Reserve
να διατηρήσει τα
επιτόκια υψηλά για
μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα.
Έτσι, η σύγκρουση
εξελίσσεται πλέον σε
έναν παρατεταμένο
οικονομικό πόλεμο
αντοχών. Η Ουάσιγκτον
επιχειρεί να πιέσει την
Τεχεράνη μέσω
ενεργειακής ασφυξίας,
ενώ το Ιράν προσπαθεί να
αποδείξει ότι μπορεί να
αντέξει περισσότερο απ’
όσο υπολογίζουν οι
αντίπαλοί του.
Οι αναλυτές παραμένουν
διχασμένοι ως προς το
αποτέλεσμα αυτής της
στρατηγικής. Ορισμένοι
θεωρούν ότι η πίεση δεν
μπορεί να διατηρηθεί για
πολύ χωρίς σοβαρές
συνέπειες για το Ιράν.
Άλλοι υπενθυμίζουν ότι η
χώρα έχει ήδη επιβιώσει
από πολύ σκληρότερες
κυρώσεις στο παρελθόν.
Μετά τις κυρώσεις που
επέβαλε η κυβέρνηση
Τραμπ το 2019, οι
ιρανικές εξαγωγές
κατέρρευσαν για
περισσότερο από τρία
χρόνια και η παραγωγή
υποχώρησε κάτω από τα 2
εκατομμύρια βαρέλια
ημερησίως. Παρ’ όλα
αυτά, το Ιράν κατάφερε
να επαναφέρει την
παραγωγή του σε πολυετή
υψηλά στις αρχές του
2026.
Αυτό οδηγεί αρκετούς
ειδικούς στο συμπέρασμα
ότι η στρατηγική των ΗΠΑ
ίσως να μην αποδειχθεί
τόσο αποτελεσματική όσο
ελπίζει η Ουάσιγκτον.
Η αναλύτρια της
HSBC
Κιμ Φουστιέ εκτιμά ότι
ίσως χρειάζεται
αναθεώρηση των
προσδοκιών,
επισημαίνοντας ότι είναι
δύσκολο να θεωρηθεί πως
ένας αποκλεισμός λίγων
εβδομάδων θα καταφέρει
ό,τι δεν πέτυχαν 3,5
χρόνια κυρώσεων και
περιορισμένων εξαγωγών.
Μέχρι να ξεκαθαρίσει η
εικόνα, η παγκόσμια
αγορά πετρελαίου
παρακολουθεί με
ιδιαίτερη αγωνία τις
δεξαμενές του Ιράν να
γεμίζουν ολοένα και
περισσότερο.
|