|
Αυτό είναι το βασικό
συμπέρασμα της
Eurobank
στο εβδομαδιαίο δελτίο
«7 Ημέρες
Οικονομία»,
όπου επισημαίνεται ότι η
άνοδος των ταξιδιωτικών
εισπράξεων εξακολουθεί
να προέρχεται κυρίως από
την αύξηση του αριθμού
των επισκεπτών και
λιγότερο από την αύξηση
της μέσης δαπάνης ανά
ταξίδι.
Στα 11,2 δισ. ευρώ το
ταξιδιωτικό πλεόνασμα
Η εικόνα παραμένει
ιδιαίτερα θετική ακόμη
και αν συνυπολογιστούν
οι αυξημένες δαπάνες των
Ελλήνων για ταξίδια στο
εξωτερικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της Τράπεζας της
Ελλάδος, οι ταξιδιωτικές
πληρωμές των κατοίκων
αυξήθηκαν κατά
14,7% στο
επτάμηνο και έφτασαν τα
2,3 δισ. ευρώ.
Παρά την αύξηση αυτή, το
καθαρό ταξιδιωτικό
ισοζύγιο διευρύνθηκε
κατά 11,5%,
στα 11,2 δισ.
ευρώ.
Το μέγεθος αυτό
αποτυπώνει τη μεγάλη
καθαρή εισροή πόρων που
δημιουργεί ο τουρισμός
και τον ρόλο της στην
κάλυψη των εξωτερικών
χρηματοδοτικών αναγκών
της χώρας.
Ο τουρισμός καλύπτει
πλέον τα δύο τρίτα του
ελλείμματος αγαθών
Η σημασία του τουρισμού
γίνεται ακόμη πιο
εμφανής σε μια
μακροχρόνια σύγκριση.
Σε κυλιόμενο δωδεκάμηνο
έως τον Ιούλιο του 2026,
το ταξιδιωτικό πλεόνασμα
αντιστοιχούσε στο
91,4% του
συνολικού πλεονάσματος
του ισοζυγίου υπηρεσιών.
Πριν από την κρίση
χρέους, την πενταετία
2003-2008, το αντίστοιχο
ποσοστό ήταν κατά μέσο
όρο 61,9%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η
διαφορά σε σχέση με το
ισοζύγιο αγαθών. Το
ταξιδιωτικό πλεόνασμα
αντιστάθμιζε τον Ιούλιο
του 2026 το
66,8% του ελλείμματος
στο ισοζύγιο αγαθών,
έναντι μόλις
26,1% κατά μέσο
όρο την περίοδο Ιουλίου
2003-Ιουλίου 2008.
Με απλά λόγια, τα καθαρά
έσοδα από τον τουρισμό
καλύπτουν σήμερα περίπου
τα δύο τρίτα της
διαφοράς μεταξύ
εισαγωγών και εξαγωγών
αγαθών.
Η μεταβολή αυτή δεν
οφείλεται μόνο στην
ενίσχυση του τουριστικού
πλεονάσματος. Έχει
συμβάλει και η
συρρίκνωση του
ελλείμματος αγαθών σε
σχέση με τα προ κρίσης
επίπεδα, καθώς κατά τη
διάρκεια της οικονομικής
κρίσης η εγχώρια ζήτηση
και οι εισαγωγές
υποχώρησαν σημαντικά.
Η μεγάλη εξάρτηση από
τον τουρισμό
Η αυξανόμενη βαρύτητα
του τουρισμού, ωστόσο,
έχει και μια άλλη
πλευρά.
Καθώς μεγαλύτερο μέρος
του πλεονάσματος
υπηρεσιών προέρχεται από
τον τουρισμό και
μικρότερο από άλλες
δραστηριότητες, το
εξωτερικό ισοζύγιο της
Ελλάδας γίνεται
περισσότερο ευάλωτο σε
διαταραχές που πλήττουν
ειδικά τον κλάδο.
Η πανδημία αποτέλεσε
χαρακτηριστικό
παράδειγμα του κινδύνου
αυτού, όταν οι
ταξιδιωτικοί περιορισμοί
προκάλεσαν απότομη πτώση
της τουριστικής
δραστηριότητας και των
σχετικών εισπράξεων.
Για τη Eurobank,
συνεπώς, η διαφοροποίηση
των εξαγωγών υπηρεσιών
αποτελεί σημαντική
παράμετρο για την
ενίσχυση της
ανθεκτικότητας της
ελληνικής οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό,
ιδιαίτερη σημασία μπορεί
να έχει η περαιτέρω
ανάπτυξη των
μεταφορών και των
διεθνώς εμπορεύσιμων
υπηρεσιών, με
αξιοποίηση της
γεωγραφικής θέσης της
Ελλάδας και της ισχυρής
παρουσίας της ελληνικής
ναυτιλίας.
Περισσότεροι τουρίστες,
αλλά μικρότερη αύξηση
της δαπάνης
Τα στοιχεία του
επταμήνου δείχνουν ότι ο
βασικός κινητήρας της
αύξησης των τουριστικών
εσόδων παραμένει η
άνοδος του αριθμού των
επισκεπτών.
Οι εισερχόμενοι
ταξιδιώτες έφτασαν τα
20 εκατ.,
αυξημένοι κατά
8,6% σε σχέση
με πέρυσι.
Την ίδια περίοδο, η μέση
δαπάνη ανά ταξίδι
αυξήθηκε κατά
2,9%, στα
642,5 ευρώ.
Η εικόνα αυτή σημαίνει
ότι η αύξηση των εσόδων
προέρχεται σε μεγαλύτερο
βαθμό από την αύξηση της
τουριστικής κίνησης και
σε μικρότερο από την
υψηλότερη δαπάνη ανά
επισκέπτη.
Την ίδια στιγμή, οι
τιμές στην κατηγορία
ξενοδοχεία, καφέ και
εστιατόρια αυξήθηκαν
κατά 5,4%,
σύμφωνα με τον
Εναρμονισμένο Δείκτη
Τιμών Καταναλωτή. Η
σύγκριση υποδεικνύει ότι
η πραγματική αύξηση της
μέσης τουριστικής
δαπάνης είναι πιθανό να
είναι πιο περιορισμένη.
Η Eurobank
επισημαίνει, πάντως, ότι
ο συγκεκριμένος δείκτης
τιμών δεν καλύπτει το
σύνολο των αγαθών και
υπηρεσιών που
περιλαμβάνει η
τουριστική δαπάνη. Ως εκ
τούτου, δεν μπορεί να
αποτυπώσει με ακρίβεια
τη μεταβολή της
πραγματικής δαπάνης των
ταξιδιωτών.
Ο Ιούλιος δείχνει τη νέα
τάση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζουν τα στοιχεία
του Ιουλίου.
Οι ταξιδιωτικές
εισπράξεις αυξήθηκαν
κατά 7,2%,
στα 4,7 δισ.
ευρώ, παρά το
γεγονός ότι ο αριθμός
των επισκεπτών μειώθηκε
κατά 3,1%,
στα 6,6 εκατ.
ταξιδιώτες.
Η διαφορά καλύφθηκε από
την αύξηση της μέσης
δαπάνης ανά ταξίδι, η
οποία ενισχύθηκε κατά
10%,
στα 685,4 ευρώ.
Το στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
ο Ιούλιος αντιστοιχούσε
το 2025 στο
18,7% των συνολικών
ετήσιων ταξιδιωτικών
εισπράξεων,
καταλαμβάνοντας τη
δεύτερη θέση μετά τον
Αύγουστο.
Για τη συνέχεια,
επομένως, το ζητούμενο
δεν είναι μόνο η
διατήρηση της υψηλής
τουριστικής κίνησης,
αλλά και η ενίσχυση της
δαπάνης ανά
επισκέπτη σε
πραγματικούς όρους.
Η αύξηση της τουριστικής
δαπάνης, σε συνδυασμό με
την ανάπτυξη
περισσότερων εξαγωγικών
υπηρεσιών πέρα από τον
τουρισμό, θα μπορούσε να
δημιουργήσει μια πιο
διαφοροποιημένη και
ανθεκτική βάση για τον
εξωτερικό τομέα της
ελληνικής οικονομίας.
|