|
Από τις εξωπραγματικές
αποδόσεις στον πανικό
Στο επίκεντρο της
υπόθεσης βρέθηκαν
επενδυτικά κεφάλαια που
εμφάνιζαν αποδόσεις οι
οποίες προκαλούσαν
εύλογα ερωτήματα.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί το
κορυφαίο fund
της Tera
Portföy
Yönetimi,
το οποίο κατέγραψε
απόδοση άνω του
66.000% σε
διάστημα τριών ετών έως
τις 16 Σεπτεμβρίου.
Παράλληλα, η μετοχή της
μητρικής
Tera
Group
είχε καταγράψει άνοδο
περίπου 2.000%
μέσα στο 2025.
Οι αποδόσεις αυτές
προσέλκυσαν μαζικά
επενδυτές, δημιουργώντας
έναν μηχανισμό που
λειτουργούσε όσο οι
τιμές των υποκείμενων
μετοχών συνέχιζαν να
αυξάνονται. Όταν όμως
άρχισαν να εμφανίζονται
οι πρώτες αμφιβολίες και
οι εποπτικές αρχές
αυστηροποίησαν τους
κανόνες, ο μηχανισμός
άρχισε να λειτουργεί
αντίστροφα.
Οι επενδυτές ζήτησαν
μαζικά εξαγορές
μεριδίων. Τα
funds
αναγκάστηκαν να
πουλήσουν μετοχές για να
εξασφαλίσουν ρευστότητα,
πιέζοντας ακόμη
περισσότερο τις τιμές
και προκαλώντας νέο κύμα
εξαγορών.
Έτσι δημιουργήθηκε ένας
κλασικός φαύλος
κύκλος ρευστοποιήσεων.
Το «μοντέλο» των μικρών
και ρηχών μετοχών
Σύμφωνα με τις
περιγραφές των
συναλλαγών που εξετάζουν
οι αρχές, ένα βασικό
στοιχείο της υπόθεσης
ήταν η συγκέντρωση
επενδύσεων σε μετοχές με
χαμηλή
εμπορευσιμότητα και
περιορισμένο
free
float.
Σε τέτοιες μετοχές,
ακόμη και σχετικά μικρές
αγορές μπορούν να
προκαλέσουν πολύ μεγάλες
μεταβολές στις τιμές.
Η άνοδος της τιμής στη
συνέχεια αυξάνει την
αποτίμηση των
χαρτοφυλακίων,
δημιουργώντας την εικόνα
εξαιρετικών αποδόσεων.
Το ακόμη πιο κρίσιμο
στοιχείο είναι ότι οι
διογκωμένες
χρηματιστηριακές αξίες
μπορούσαν να
χρησιμοποιηθούν ως
εγγύηση για
βραχυπρόθεσμο δανεισμό.
Τα κεφάλαια αυτά
μπορούσαν στη συνέχεια
να επανεπενδυθούν στις
ίδιες ή σε συνδεδεμένες
μετοχές, ενισχύοντας
περαιτέρω τις τιμές.
Όσο οι τιμές ανέβαιναν,
η διαδικασία μπορούσε να
συνεχιστεί.
Όταν όμως οι επενδυτές
άρχισαν να ζητούν τα
χρήματά τους πίσω, ο
μηχανισμός αντιστράφηκε.
Από τις μικρές μετοχές
στα blue
chips
Η ανάγκη άντλησης
ρευστότητας δεν
περιορίστηκε στις μικρές
εταιρείες.
Τα συγκεκριμένα
funds
κατείχαν επίσης μετοχές
μεγαλύτερων εισηγμένων
επιχειρήσεων. Η ανάγκη
άμεσης ρευστοποίησης
οδήγησε σε πωλήσεις και
αυτών των τίτλων,
δημιουργώντας πιέσεις σε
μεγαλύτερο μέρος της
αγοράς.
Παράλληλα, ορισμένες από
τις εταιρείες
διαχείρισης κεφαλαίων
φέρεται να είχαν
χρηματοδοτήσει
funds
χρηματαγοράς μέσω
reverse
repo,
χρησιμοποιώντας ως
εξασφαλίσεις μετοχές των
οποίων οι τιμές είχαν
διογκωθεί.
Όταν οι τιμές
κατέρρευσαν, οι
εξασφαλίσεις έχασαν
μέρος της αξίας τους,
αυξάνοντας τις πιέσεις
στο σύστημα.
Το πρόβλημα, επομένως,
δεν ήταν απλώς μια σειρά
κακών επενδύσεων. Η
αλληλεπίδραση μεταξύ
μετοχών, δανεισμού,
εξασφαλίσεων και
εξαγορών δημιούργησε
έναν μηχανισμό μετάδοσης
της πίεσης.
213 δισ. λίρες έφυγαν
από τα funds
Το μέγεθος των εκροών
είναι ενδεικτικό της
ταχύτητας με την οποία
χάθηκε η εμπιστοσύνη.
Σύμφωνα με στοιχεία της
Fintables,
περίπου 213 δισ.
τουρκικές λίρες,
ή περίπου 4,7
δισ. δολάρια,
αποσύρθηκαν από τα
επενδυτικά κεφάλαια της
Τουρκίας μεταξύ 31
Αυγούστου και 16
Σεπτεμβρίου.
Στις 15 Σεπτεμβρίου οι
τουρκικές μετοχές
κατέγραψαν τη μεγαλύτερη
ημερήσια πτώση τους για
περισσότερο από έναν
χρόνο.
Η εικόνα ήταν ακόμη πιο
χαρακτηριστική στο
εσωτερικό της αγοράς:
παρότι ο βασικός δείκτης
Borsa
Istanbul
100
ανέκαμψε μετά τις
κυβερνητικές
παρεμβάσεις,
περισσότερες από 100
μετοχές συνέχισαν να
υποχωρούν έως το
ημερήσιο όριο του 10%.
Η παρέμβαση των αρχών
Η τουρκική Επιτροπή
Κεφαλαιαγοράς (SPK)
απαγόρευσε τη
δραστηριότητα
συγκεκριμένων παραγόντων
της αγοράς ενώ
διεξάγονταν έρευνες για
πιθανή χειραγώγηση.
Στη συνέχεια διέταξε τη
ρευστοποίηση 131
επενδυτικών κεφαλαίων,
τα οποία διαχειρίζονταν
επτά εταιρείες
διαχείρισης.
Παράλληλα, υπέβαλε
μηνύσεις και επέβαλε
διετή απαγόρευση
συναλλαγών σε ορισμένους
διαχειριστές κεφαλαίων.
Παρέμβαση πραγματοποίησε
και η Κεντρική
Τράπεζα της Τουρκίας,
αυξάνοντας τη
χρηματοδότηση μέσω των
εβδομαδιαίων δημοπρασιών
repo
και τα όρια δανεισμού
των τραπεζών στη
διατραπεζική αγορά.
Παράλληλα ξεκίνησε
απευθείας αγορές
κρατικών ομολόγων σε
λίρες, με στόχο να
περιορίσει την απότομη
άνοδο των αποδόσεων και
τη μεταβλητότητα.
Η Επιτροπή
Χρηματοπιστωτικής
Σταθερότητας, υπό την
προεδρία του Σιμσέκ,
χαρακτήρισε τα
προβλήματα
«προσωρινά και
διαχειρίσιμα»,
εστιάζοντας στην
αποτροπή μιας ευρύτερης
κρίσης ρευστότητας.
Τι θα γίνει με τους
350.000 επενδυτές
Τα 131 funds
που οδηγούνται σε
εκκαθάριση
διαχειρίζονταν συνολικά
περισσότερα από
18 δισ. δολάρια,
με περίπου
350.000 επενδυτές
να έχουν έκθεση σε αυτά.
Η İş
Bankası
και η κρατική
Ziraat
Bankası
θα επιβλέψουν τη
διαδικασία εκκαθάρισης,
η οποία αναμένεται να
ολοκληρωθεί μέσα σε
περίπου τρεις μήνες.
Τα περιουσιακά στοιχεία
των funds
θα πωλούνται σταδιακά
και τα έσοδα θα
επιστρέφονται στους
επενδυτές αναλογικά με
τη συμμετοχή τους.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι,
βέβαια, σε ποιες τιμές
θα πραγματοποιηθούν
αυτές οι πωλήσεις.
Εάν πρόκειται για
ιδιαίτερα ρηχές μετοχές,
η υποχρεωτική εκποίηση
μεγάλων πακέτων μπορεί
να προκαλέσει σημαντικές
αποκλίσεις μεταξύ της
θεωρητικής αποτίμησης
ενός τίτλου και της
τιμής στην οποία μπορεί
πραγματικά να πουληθεί.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος
είναι η εμπιστοσύνη
Μέχρι στιγμής, οι
αναλυτές εκτιμούν ότι η
μετάδοση της κρίσης
παραμένει κυρίως
συγκεντρωμένη στις
μικρότερες μετοχές και
στις επτά εταιρείες
διαχείρισης που
βρίσκονται στο επίκεντρο
της υπόθεσης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει
ότι το ζήτημα είναι
αμελητέο.
Η μεγαλύτερη ζημιά
μπορεί να είναι
η απώλεια εμπιστοσύνης
στα τουρκικά επενδυτικά
κεφάλαια.
Για μια αγορά που
προσπαθεί να προσελκύσει
ξένους επενδυτές, να
ενισχύσει τη διαφάνεια
και να αποκαταστήσει την
αξιοπιστία της, μια
υπόθεση στην οποία
εμφανίζονται
εξωπραγματικές
αποδόσεις, χαμηλή
εμπορευσιμότητα,
μόχλευση, μαζικές
εξαγορές και
αναγκαστικές
ρευστοποιήσεις αποτελεί
σημαντική δοκιμασία.
Το ουσιαστικό ερώτημα
πλέον δεν είναι μόνο
πόσα χρήματα θα χαθούν
από τα συγκεκριμένα
funds.
Είναι εάν οι επενδυτές
θα εξακολουθήσουν να
θεωρούν την τουρκική
αγορά αξιόπιστο
και επαρκώς διαφανές
πεδίο για την τοποθέτηση
κεφαλαίων.
Και αυτό είναι πολύ
μεγαλύτερο ζήτημα από
την τύχη 131 επενδυτικών
κεφαλαίων.
|