|
Χρήστος Μεγάλου: Η
Ελλάδα έχει αφήσει πίσω
της την εποχή των
μνημονίων
Ιδιαίτερη σημασία έχει η
αλλαγή της εικόνας της
Ελλάδας στις αγορές
κρατικού χρέους. Ο
διευθύνων σύμβουλος της
Τράπεζας Πειραιώς,
Χρήστος Μεγάλου,
αναγνωρίζει ότι το
περιβάλλον ενδέχεται να
χαρακτηρίζεται από
αυξημένη μεταβλητότητα,
χωρίς ωστόσο να θεωρεί
ότι αυτό συνεπάγεται
αναγκαστικά την
επανάληψη μιας
συστημικής κρίσης
αντίστοιχης με εκείνη
της προηγούμενης
δεκαετίας.
Ενδεικτική της μεταβολής
που έχει συντελεστεί
είναι η δυνατότητα της
Ελλάδας να δανείζεται
πλέον με χαμηλότερα μέσα
επιτόκια από το Ηνωμένο
Βασίλειο. Η εξέλιξη αυτή
αποτυπώνει τη σημαντική
βελτίωση της
πιστοληπτικής εικόνας
της χώρας και την
απόσταση που έχει
διανυθεί από την περίοδο
των μνημονίων.
Ο Χρήστος Μεγάλου
υπογραμμίζει, παράλληλα,
ότι οι εποπτικές αρχές,
οι φορείς χάραξης
πολιτικής και οι ίδιες
οι τράπεζες διαθέτουν
πλέον δοκιμασμένα
εργαλεία διαχείρισης
κρίσεων. Τα χαρτοφυλάκια
υποβάλλονται σε συνεχή
τεστ αντοχής,
προκειμένου να
εντοπίζονται εγκαίρως οι
αδυναμίες και να
περιορίζονται οι
κίνδυνοι από μια
ενδεχόμενη επιδείνωση
των συνθηκών
χρηματοδότησης.
Η Γαλλία στο επίκεντρο
των ανησυχιών
Σε αντίθεση με την
Ελλάδα, η Γαλλία
βρίσκεται στο επίκεντρο
της προσοχής των αγορών
εξαιτίας του υψηλού
δημοσιονομικού
ελλείμματος και της
πολιτικής αβεβαιότητας.
Η αύξηση του κόστους
δανεισμού εντείνει τις
πιέσεις στα δημόσια
οικονομικά, χωρίς αυτό
να σημαίνει ότι η χώρα
στερείται των
απαραίτητων μέσων για να
αντιμετωπίσει τις
δυσκολίες.
Σύμφωνα με τον Χρήστο
Μεγάλου, το μέγεθος της
γαλλικής οικονομίας
προσφέρει σημαντικά
περιθώρια αντίδρασης,
καθώς υπάρχουν διαθέσιμα
εργαλεία για την
αντιμετώπιση των
προκλήσεων.
Το βασικό ερώτημα,
ωστόσο, αφορά τη
διάρκεια της
δημοσιονομικής πίεσης
και τις επιπτώσεις της
στο κόστος
χρηματοδότησης τόσο του
γαλλικού Δημοσίου όσο
και των τραπεζών. Ακόμη
και αν οι αυξημένες
αποδόσεις των κρατικών
ομολόγων δεν οδηγήσουν
σε άμεσες κεφαλαιακές
απώλειες, η παρατεταμένη
διατήρησή τους σε υψηλά
επίπεδα μπορεί να
επιβαρύνει σταδιακά το
κόστος άντλησης
κεφαλαίων.
Περιορισμένη έκθεση στο
κρατικό χρέος για τις
γαλλικές τράπεζες
Ο David
Benamou
της Axiom
Alternative
Investments
και η Aneeka
Gupta,
στρατηγική αναλύτρια
μετοχών στη
WisdomTree,
εκτιμούν ότι η έκθεση
των μεγάλων γαλλικών
τραπεζών στο εγχώριο
κρατικό χρέος
αντιστοιχεί περίπου στο
15%-30% των κεφαλαίων
τους υψηλής ποιότητας.
Το ποσοστό αυτό είναι
αισθητά χαμηλότερο από
την έκθεση που είχαν οι
ιταλικές τράπεζες κατά
την κρίση χρέους του
2011-2012, όταν
ξεπερνούσε το 100% των
αντίστοιχων κεφαλαίων. Η
διαφορά αυτή υποδηλώνει
ότι οι σημερινές
συνθήκες είναι λιγότερο
ευάλωτες σε έναν
αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο
ζημιών μεταξύ κρατών και
τραπεζών.
Παρά ταύτα, η
Aneeka
Gupta
επισημαίνει έναν
διαφορετικό κίνδυνο: οι
γαλλικές τράπεζες
συγκαταλέγονται στους
μεγαλύτερους εκδότες
ομολογιακού χρέους στην
Ευρωπαϊκή Ένωση.
Επομένως, εάν τα
επιτόκια παραμείνουν
υψηλά για μεγάλο χρονικό
διάστημα, κάθε νέα
έκδοση ή
αναχρηματοδότηση χρέους
θα πραγματοποιείται με
αυξημένο κόστος,
πιέζοντας την κερδοφορία
τους.
Το 60% των ομολόγων
διακρατείται έως τη λήξη
Ένα ακόμη στοιχείο που
περιορίζει τον άμεσο
αντίκτυπο των
διακυμάνσεων στις αγορές
είναι η αλλαγή στον
τρόπο λογιστικής
αποτίμησης των
τραπεζικών χαρτοφυλακίων
ομολόγων.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες
έχουν τριπλασιάσει το
ποσοστό των ομολόγων που
αποτιμώνται στο
αποσβεσμένο κόστος και
ταξινομούνται ως
διακρατούμενα έως τη
λήξη, με το μερίδιο
αυτής της κατηγορίας να
φτάνει πλέον περίπου στο
60%.
Η συγκεκριμένη πρακτική
περιορίζει την ανάγκη
αναγνώρισης των
προσωρινών διακυμάνσεων
των αγοραίων τιμών στα
λογιστικά αποτελέσματα,
εφόσον πληρούνται οι
σχετικές προϋποθέσεις
και τα ομόλογα
διακρατούνται σύμφωνα με
την προβλεπόμενη
στρατηγική. Δεν
εξαλείφει, ωστόσο, τον
οικονομικό κίνδυνο από
μια παρατεταμένη άνοδο
των αποδόσεων ούτε τις
πιθανές επιπτώσεις εάν
μια τράπεζα χρειαστεί να
ρευστοποιήσει τις
συγκεκριμένες θέσεις
πριν από τη λήξη τους.
Η Maria
Rivas,
αναλύτρια της
Morningstar
DBRS,
τονίζει ότι καθοριστικό
ρόλο θα παίξει ο τρόπος
με τον οποίο οι
επενδυτές αξιολογούν τις
μη πραγματοποιηθείσες
ζημιές στα χαρτοφυλάκια
ομολόγων. Εάν οι
απώλειες θεωρούνται
προσωρινές, η επίδρασή
τους στην εμπιστοσύνη
της αγοράς μπορεί να
παραμείνει περιορισμένη.
Αντίθετα, εάν οι πιέσεις
διατηρηθούν για μεγάλο
διάστημα, είναι πιθανό
να ενισχυθεί η αντίληψη
περί αυξημένου κινδύνου.
Το κόστος καταθέσεων
παραμένει κρίσιμος
παράγοντας
Παρά την ενίσχυση των
κεφαλαίων και τις
αλλαγές στη διαχείριση
των χαρτοφυλακίων, οι
ευρωπαϊκές τράπεζες δεν
είναι ανεπηρέαστες από
την άνοδο των αποδόσεων
των κρατικών ομολόγων.
Ένας πρώην ανώτερος
τραπεζικός επόπτης
επισημαίνει ότι ο
εντεινόμενος
ανταγωνισμός για την
προσέλκυση καταθέσεων
αποτελεί ένδειξη των
πιέσεων που
αντιμετωπίζουν τα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα στο πεδίο της
χρηματοδότησης. Όταν οι
αποταμιευτές έχουν
περισσότερες
εναλλακτικές επιλογές με
υψηλότερες αποδόσεις, οι
τράπεζες ενδέχεται να
χρειαστεί να προσφέρουν
καλύτερους όρους για να
διατηρήσουν την
καταθετική τους βάση.
Η πορεία του τραπεζικού
κλάδου θα εξαρτηθεί,
συνεπώς, όχι μόνο από
την εξέλιξη των
αποδόσεων των κρατικών
ομολόγων, αλλά και από
τη διάρκεια των πιέσεων,
το κόστος
αναχρηματοδότησης και
την εμπιστοσύνη των
επενδυτών.
Σε κάθε περίπτωση, η
σημερινή εικόνα διαφέρει
ουσιαστικά από εκείνη
της κρίσης του
2011-2012. Τα υψηλότερα
κεφαλαιακά αποθέματα, η
αυστηρότερη εποπτεία και
οι μηχανισμοί
διαχείρισης κινδύνου
περιορίζουν την
πιθανότητα επανάληψης
του ίδιου φαύλου κύκλου.
Αυτό, ωστόσο, δεν
σημαίνει ότι οι
δημοσιονομικές αδυναμίες
και το αυξημένο κόστος
δανεισμού έχουν πάψει να
αποτελούν σημαντικές
πηγές κινδύνου για τις
ευρωπαϊκές αγορές.
|