|
Την ανησυχία ενίσχυσε
δημοσίευμα της
Wall
Street
Journal,
σύμφωνα με το οποίο η
Anthropic,
δημιουργός του μοντέλου
τεχνητής νοημοσύνης
Claude,
εμφάνισε ζημιές 80,7
δισ. δολαρίων κατά το
πρώτο εξάμηνο του έτους.
Το στοιχείο αυτό
επανέφερε στο προσκήνιο
το τεράστιο κόστος
ανάπτυξης των συστημάτων
AI
και τις αμφιβολίες για
το κατά πόσο οι
επενδύσεις θα αποδώσουν
τα αναμενόμενα.
Η Anthropic
έχει δεσμευθεί να
δαπανήσει τουλάχιστον
518 δισ. δολάρια μέσα
στην επόμενη δεκαετία
για υπηρεσίες
υπολογιστικού νέφους,
υπολογιστική ισχύ και
υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης. Παράλληλα, ο
σχεδιαζόμενος
μετασχηματισμός της σε
εισηγμένη εταιρεία μέσω
δημόσιας εγγραφής (IPO)
θα μπορούσε να της
εξασφαλίσει πρόσθετη
χρηματοδότηση για την
υλοποίηση των
επενδυτικών της σχεδίων.
Ken
Griffin: Οι επενδυτές
βρίσκονται σχεδόν
σίγουρα σε φούσκα
Ο επικεφαλής της
Citadel,
Ken
Griffin,
εκτιμά ότι η αγορά της
τεχνητής νοημοσύνης
παρουσιάζει
χαρακτηριστικά φούσκας,
καθώς πολλές
επιχειρήσεις δεν έχουν
ακόμη ξεκαθαρίσει πόσα
κεφάλαια χρειάζεται να
επενδύσουν ούτε με ποιον
τρόπο η νέα τεχνολογία
θα μεταβάλει τα
επιχειρηματικά τους
μοντέλα.
Μιλώντας στο συνέδριο
Future
of
Global
Markets
στη Νέα Υόρκη, ο
Griffin
επισήμανε ότι οι
αμερικανικές
επιχειρήσεις εμφανίζουν
μεγάλες διαφορές ως προς
την ικανότητά τους να
αξιοποιούν εμπορικά τα
μοντέλα τεχνητής
νοημοσύνης. Όπως
ανέφερε, το υψηλό κόστος
που καταγράφουν
εταιρείες όπως η
Anthropic
και η OpenAI
αναγκάζει τις διοικήσεις
να εξετάσουν πιο
προσεκτικά κατά πόσο η
χρήση της τεχνολογίας
μπορεί να οδηγήσει σε
μετρήσιμη αύξηση της
παραγωγικότητας.
Κατά την άποψή του, η
μακροπρόθεσμη επιτυχία
της Anthropic
θα εξαρτηθεί σε μεγάλο
βαθμό από την ικανότητά
της να αποδείξει ότι τα
προϊόντα της μπορούν να
καταστούν απαραίτητα για
επιχειρήσεις σε ένα ευρύ
φάσμα οικονομικών
δραστηριοτήτων.
Ο Griffin
υπογράμμισε, πάντως, ότι
οι μεγάλες τεχνολογικές
αλλαγές συνοδεύονται
συχνά από υπερβολές στις
αποτιμήσεις και από τη
δημιουργία επενδυτικών
φουσκών. Το φαινόμενο
αυτό, σύμφωνα με τον
ίδιο, δεν αναιρεί κατ’
ανάγκη τη μακροπρόθεσμη
αξία της τεχνολογικής
καινοτομίας.
Η σημερινή συγκυρία τού
θυμίζει την περίοδο της
φούσκας των εταιρειών
του διαδικτύου στα τέλη
της δεκαετίας του 1990.
Όπως σημείωσε, αρκετές
από τις επιχειρήσεις που
επέζησαν μετά την
κατάρρευση των
αποτιμήσεων εξελίχθηκαν
στους κυρίαρχους ομίλους
των επόμενων δεκαετιών.
Ο ίδιος παραδέχθηκε,
μάλιστα, ότι θα ήθελε να
είχε διατηρήσει τις
μετοχές της
Amazon
που
κατείχε εκείνη την
εποχή.
Η στάση του απέναντι
στην τεχνητή νοημοσύνη
εμφανίζεται πλέον πιο
σύνθετη σε σχέση με
προηγούμενες δηλώσεις
του, όταν είχε
χαρακτηρίσει την
τεχνολογία «σκουπίδια»
στο Νταβός. Παρά τις
επιφυλάξεις του για τις
αποτιμήσεις, θεωρεί ότι
η AI
μπορεί να δημιουργήσει
σημαντικές
επιχειρηματικές
ευκαιρίες στις ΗΠΑ.
Ο Griffin
προειδοποίησε,
παράλληλα, ότι η
τεχνολογία απειλεί να
ανατρέψει τα παραδοσιακά
ανταγωνιστικά
πλεονεκτήματα πολλών
επιχειρήσεων και να
ασκήσει πιέσεις σε
θέσεις εργασίας
γραφείου. Την ίδια
στιγμή, όμως, εκτιμά ότι
η ανατροπή των
υφιστάμενων
επιχειρηματικών
ισορροπιών μπορεί να
δημιουργήσει μια
ιδιαίτερα ευνοϊκή
περίοδο για την ίδρυση
νέων εταιρειών.
Deutsche
Bank:
Δεν διακρίνεται φούσκα
που απειλεί να
καταρρεύσει
Διαφορετική εκτίμηση
διατυπώνει ο διευθύνων
σύμβουλος της
Deutsche
Bank,
Christian
Sewing,
ο οποίος δεν θεωρεί ότι
η αγορά της τεχνητής
νοημοσύνης βρίσκεται σε
φάση φούσκας που
επίκειται να σκάσει,
προκαλώντας απότομη
πτώση στις τιμές των
περιουσιακών στοιχείων.
Σε δηλώσεις του στο
Bloomberg,
αναγνώρισε ότι είναι
πιθανές διορθώσεις και
δυσκολίες σε επιμέρους
εταιρείες, χωρίς όμως να
θεωρεί ότι αυτό συνιστά
ένδειξη μιας
γενικευμένης κρίσης.
Ο Sewing
χαρακτήρισε τη
βιομηχανική αξιοποίηση
της τεχνητής νοημοσύνης
«ευκαιρία του αιώνα» για
τη Γερμανία, υπό την
προϋπόθεση ότι θα
διαμορφωθεί το κατάλληλο
ρυθμιστικό περιβάλλον. Η
ίδια η Deutsche
Bank
χρησιμοποιεί ήδη την
τεχνολογία για να
ενισχύσει την
αποδοτικότητά της και να
βελτιώσει τις
διαδικασίες ελέγχου.
Κατά τον επικεφαλής της
γερμανικής τράπεζας, οι
φόβοι για μια επικείμενη
κατάρρευση της αγοράς
δεν δικαιολογούνται από
τα σημερινά δεδομένα.
Αντίθετα, θεωρεί ότι η
συνεχιζόμενη
μεταβλητότητα συνδέεται
σε σημαντικό βαθμό με
τις γεωπολιτικές
εντάσεις και την
αβεβαιότητα στο διεθνές
περιβάλλον.
Larry
Fink:
Οι καθυστερήσεις στα
data
centers
απειλούν την ανάπτυξη
Στο ίδιο μήκος κύματος
ως προς τη μακροπρόθεσμη
δυναμική της τεχνητής
νοημοσύνης, ο διευθύνων
σύμβουλος της
BlackRock,
Larry
Fink,
εστιάζει περισσότερο
στους περιορισμούς της
προσφοράς παρά στον
κίνδυνο μιας επενδυτικής
φούσκας.
Ο Fink
προειδοποίησε ότι οι
καθυστερήσεις στην
κατασκευή κέντρων
δεδομένων θα μπορούσαν
να αυξήσουν το κόστος
της υπολογιστικής ισχύος
και να επιβαρύνουν την
οικονομική
δραστηριότητα. Καθώς η
ζήτηση για εφαρμογές
τεχνητής νοημοσύνης
ενισχύεται, η επέκταση
των σχετικών υποδομών
θεωρείται κρίσιμη για τη
μείωση του κόστους και
τη διεύρυνση της
πρόσβασης στην
τεχνολογία.
Όπως εξήγησε σε
συνέντευξή του στο
Bloomberg,
η μη έγκαιρη ανάπτυξη
των απαραίτητων υποδομών
θα μπορούσε να έχει
πληθωριστικές συνέπειες,
καθώς η υπολογιστική
ισχύς παραμένει ακριβή.
Αντίθετα, η ταχύτερη
κατασκευή περισσότερων
data
centers
θα ενίσχυε τη διαθέσιμη
δυναμικότητα και θα
βοηθούσε στη σταδιακή
αποκλιμάκωση του
κόστους.
Ο επικεφαλής της
BlackRock
προειδοποίησε ότι μια
επιβράδυνση στην
εξάπλωση της τεχνητής
νοημοσύνης θα μπορούσε
να θέσει σε κίνδυνο την
ευρύτερη οικονομική
ανάπτυξη. Έχει, άλλωστε,
επανειλημμένα απορρίψει
τις ανησυχίες περί
φούσκας, υποστηρίζοντας
ότι η ζήτηση για την
τεχνολογία έχει αυξηθεί
ταχύτερα από τις αρχικές
προβλέψεις και ότι οι
ελλείψεις υποδομών
αποτελούν σημαντικότερο
πρόβλημα.
Τα δημοσιονομικά
ελλείμματα στο επίκεντρο
των ανησυχιών
Παρά τις διαφορετικές
προσεγγίσεις τους ως
προς τις αποτιμήσεις των
εταιρειών τεχνητής
νοημοσύνης, τόσο ο
Fink
όσο και ο Sewing
εντοπίζουν έναν πιο
άμεσο κίνδυνο για τις
αγορές στα δημοσιονομικά
ελλείμματα των μεγάλων
οικονομιών.
Η ανησυχία συνδέεται και
με τον εντεινόμενο
ανταγωνισμό για την
προσέλκυση επενδυτικών
κεφαλαίων. Οι εταιρείες
τεχνολογίας χρειάζονται
τεράστια ποσά για να
χρηματοδοτήσουν την
ανάπτυξη υποδομών, την
ώρα που τα κράτη
εξακολουθούν να
δανείζονται σημαντικά
ποσά για να καλύψουν τις
δημοσιονομικές τους
ανάγκες.
Στις ΗΠΑ, το
δημοσιονομικό έλλειμμα
προσεγγίζει τα 2 τρισ.
δολάρια, ενώ οι
αποδόσεις των κρατικών
ομολόγων έχουν κινηθεί
σε υψηλά πολλών
δεκαετιών. Η εξέλιξη
αυτή εντείνει τον
προβληματισμό για το
κόστος εξυπηρέτησης του
δημόσιου χρέους και τις
πιέσεις που μπορεί να
ασκηθούν στη
χρηματοδότηση της
οικονομίας.
Ο Fink
σημείωσε ότι η
απελευθέρωση ιδιωτικών
κεφαλαίων έχει εντείνει
τον ανταγωνισμό για την
άντλησή τους σε βαθμό
που δεν έχει συναντήσει
σε ολόκληρη την
επαγγελματική του
πορεία. Σε αυτό το
περιβάλλον, η
χρηματοδότηση των
τεχνολογικών επενδύσεων
συνυπάρχει με τις
αυξημένες ανάγκες
δανεισμού των
κυβερνήσεων,
δημιουργώντας μια πιο
σύνθετη εξίσωση για τις
αγορές.
Ανάλογες ανησυχίες
προκαλεί και η
δημοσιονομική κατάσταση
της Γαλλίας. Οι
παρατεταμένες διαφωνίες
γύρω από τον
προϋπολογισμό έχουν
συμβάλει στην άνοδο της
διαφοράς αποδόσεων
μεταξύ των γαλλικών και
των γερμανικών κρατικών
ομολόγων, με το
spread
να κινείται σε επίπεδα
που παραπέμπουν στην
κρίση χρέους της
Ευρωζώνης.
Ο Sewing
απέφυγε να χαρακτηρίσει
την κατάσταση κρίση
χρέους, προειδοποίησε
ωστόσο ότι οι εξελίξεις
αποτελούν σαφές μήνυμα
για τη σημασία της
δημοσιονομικής
πειθαρχίας. Όπως
υπογράμμισε, η διατήρηση
υγιών δημόσιων
οικονομικών είναι
καθοριστική για τη
σταθερότητα των αγορών.
Το βασικό δίλημμα,
επομένως, δεν αφορά μόνο
το αν οι αποτιμήσεις των
εταιρειών τεχνητής
νοημοσύνης έχουν
ξεπεράσει τα θεμελιώδη
μεγέθη τους. Αφορά
επίσης το κατά πόσο η
παγκόσμια οικονομία
μπορεί να χρηματοδοτήσει
ταυτόχρονα την
τεχνολογική μετάβαση και
τις αυξανόμενες ανάγκες
του δημόσιου τομέα,
χωρίς να ενισχυθούν οι
πληθωριστικές πιέσεις
και το κόστος δανεισμού.
|