|
Όπως σημειώνουν
τραπεζικές πηγές, το
2025 αποτέλεσε μία από
τις ισχυρότερες χρονιές
των τελευταίων δύο
δεκαετιών, με καθαρές
εισροές άνω των 5 δισ.
ευρώ. Για τον λόγο αυτό,
οι τράπεζες δεν
εμφανίζονται ανήσυχες
για τις προοπτικές του
asset
management,
εκτιμώντας ότι η αγορά
διατηρεί σημαντικά
περιθώρια περαιτέρω
ανάπτυξης.
Παράλληλα, υπογραμμίζουν
ότι τα έσοδα των
τραπεζών από τον τομέα
δεν περιορίζονται στις
προμήθειες διάθεσης,
αλλά προέρχονται κυρίως
από τις ετήσιες αμοιβές
διαχείρισης. Το συνολικό
ενεργητικό των
τραπεζικών ΑΕΔΑΚ έχει
ήδη φτάσει περίπου τα 27
δισ. ευρώ, αυξημένο κατά
6 δισ. ευρώ σε σχέση με
έναν χρόνο πριν, γεγονός
που στηρίζει την
κερδοφορία του κλάδου.
Παρά την κάμψη στις
εισροές, οι τράπεζες
συνεχίζουν να ενισχύουν
τη δραστηριότητά τους
μέσω νέων επενδυτικών
προϊόντων και
εντατικότερης προώθησής
τους από τα δίκτυα
πωλήσεων.
Σύμφωνα με στελέχη της
αγοράς, η επιβράδυνση
των εισροών οφείλεται σε
τρεις βασικούς
παράγοντες.
Πρώτον, η ελληνική αγορά
εμφανίζει πλέον πιο
περιορισμένα περιθώρια
ανάπτυξης, μετά από τρία
χρόνια με μέσες ετήσιες
καθαρές εισροές κοντά
στα 4,5 δισ. ευρώ. Όπως
αναφέρουν παράγοντες των
ΑΕΔΑΚ, η πλειονότητα των
καταθετών διαθέτει
περιορισμένη
αποταμιευτική
δυνατότητα, γεγονός που
περιορίζει τη δυναμική
περαιτέρω επέκτασης της
αγοράς.
Δεύτερον, η αποκλιμάκωση
των επιτοκίων μέσα στο
2026 επηρέασε σημαντικά
την ελκυστικότητα των
πιο δημοφιλών προϊόντων,
δηλαδή των ομολογιακών
αμοιβαίων κεφαλαίων
προκαθορισμένης
διάρκειας. Οι
προσφερόμενες αποδόσεις
έχουν πλέον υποχωρήσει
κάτω από το 2%, όταν
πριν από δύο χρόνια
κινούνταν στην περιοχή
του 3%-4%.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα
τη μείωση της ζήτησης
για νέες εκδόσεις, με
τις τράπεζες να
στρέφονται πλέον
περισσότερο στην
προώθηση προϊόντων
υψηλότερου επενδυτικού
ρίσκου. Η μεταβατική
αυτή περίοδος επηρέασε
συνολικά την αγορά,
οδηγώντας σε αισθητή
πτώση των πωλήσεων στα
ομολογιακά αμοιβαία
κεφάλαια.
Είναι χαρακτηριστικό ότι
οι καθαρές εισροές στα
συγκεκριμένα προϊόντα
υποχώρησαν στα 760 εκατ.
ευρώ το πρώτο πεντάμηνο
του 2026, έναντι 2,15
δισ. ευρώ την αντίστοιχη
περίοδο πέρυσι.
Τρίτον, αρνητικά
λειτούργησε και η
αυξημένη γεωπολιτική
αβεβαιότητα λόγω του
πολέμου στη Μέση
Ανατολή, η οποία οδήγησε
πολλούς επενδυτές σε
στάση αναμονής μέχρι να
ξεκαθαρίσει η εικόνα
στις διεθνείς αγορές.
Αποτέλεσμα ήταν το
δίμηνο Μαρτίου –
Απριλίου οι καθαρές
εισροές να περιοριστούν
μόλις στα 280 εκατ.
ευρώ, όταν το αντίστοιχο
διάστημα του 2025 είχαν
προσεγγίσει το 1 δισ.
ευρώ.
|