|
Λαζαράκου: Η Ελλάδα
μπορεί να γίνει
χρηματιστηριακός κόμβος
της Ανατολικής Ευρώπης
Η Βασιλική Λαζαράκου
έδωσε ιδιαίτερη έμφαση
στη μεγάλη αλλαγή που
συντελείται στις
ευρωπαϊκές
κεφαλαιαγορές.
Μετά τη χρηματοπιστωτική
κρίση του 2008, η Ευρώπη
κινήθηκε προς ένα
ιδιαίτερα αυστηρό και
σύνθετο ρυθμιστικό
πλαίσιο. Σήμερα, όπως
επισήμανε, γίνεται πλέον
αντιληπτό ότι ο
κατακερματισμός των
ευρωπαϊκών αγορών σε 27
διαφορετικά εθνικά
συστήματα αποτελεί
σημαντικό μειονέκτημα
και ότι χρειάζονται
απλούστεροι κανόνες και
μεγαλύτερη ενοποίηση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η
ένταξη του
Χρηματιστηρίου Αθηνών
στο Euronext
μπορεί να λειτουργήσει
ως καταλύτης, αυξάνοντας
την προβολή των
ελληνικών επιχειρήσεων
και διευκολύνοντας την
πρόσβασή τους σε
μεγαλύτερες δεξαμενές
διεθνών κεφαλαίων.
Η δυναμική της ελληνικής
αγοράς, σύμφωνα με την
ίδια, έχει ήδη αρχίσει
να αποτυπώνεται στους
αριθμούς. Περισσότερα
από 7-8 δισ. ευρώ έχουν
αντληθεί μόνο στο πρώτο
οκτάμηνο του 2026, ενώ
από το 2019 οι συνολικές
αντλήσεις έχουν φτάσει
περίπου τα 25 δισ. ευρώ.
Το επόμενο βήμα, ωστόσο,
απαιτεί ισχυρό θεσμικό
πλαίσιο, διαφάνεια,
αποτελεσματική εταιρική
διακυβέρνηση και υψηλό
επίπεδο προστασίας των
επενδυτών.
Στόχος, όπως περιέγραψε
η κ. Λαζαράκου, θα
μπορούσε να είναι η
Ελλάδα να εξελιχθεί σε
χρηματοδοτικό κόμβο για
την Ανατολική Ευρώπη,
προσφέροντας
περισσότερες δυνατότητες
άντλησης κεφαλαίων και
στις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις.
Παράλληλα, έθεσε στο
επίκεντρο την
εμπιστοσύνη των πολιτών,
την ανάπτυξη κοινών
ευρωπαϊκών
αποταμιευτικών εργαλείων
και τη χρηματοοικονομική
εκπαίδευση, ως
προϋποθέσεις για να
αυξηθεί η συμμετοχή των
νοικοκυριών στις
επενδύσεις.
Παπαλεξόπουλος: Η αγορά
μπορεί να αποκτήσει πολύ
μεγαλύτερο ρόλο στην
οικονομία
Ο Δημήτρης
Παπαλεξόπουλος
υπογράμμισε ότι το
Χρηματιστήριο δεν έχει
ακόμη αξιοποιήσει το
σύνολο των δυνατοτήτων
του ως μηχανισμός
χρηματοδότησης της
ελληνικής οικονομίας.
Ο πρόεδρος της
TITAN
υπενθύμισε ότι η
εταιρεία αποτελεί τη
δεύτερη παλαιότερη
εισηγμένη στο ελληνικό
χρηματιστήριο μετά την
Εθνική Τράπεζα, έχοντας
εισαχθεί το 1912. Η
ιστορική διαδρομή της
αγοράς, ωστόσο,
χαρακτηρίστηκε από
μεγάλες διακυμάνσεις, με
τις κρίσεις του 1999 και
του 2012 να επηρεάζουν
σημαντικά την
εμπιστοσύνη των Ελλήνων
αποταμιευτών.
Σήμερα η εικόνα είναι
διαφορετική.
Η συνολική αξία της
ελληνικής
χρηματιστηριακής αγοράς
έχει αυξηθεί από περίπου
25 δισ. ευρώ το 2012 σε
περίπου 190 δισ. ευρώ,
ενώ η Ελλάδα, σύμφωνα με
τον ίδιο, εμφανίζει
χαρακτηριστικά
σταθερότητας μέσα σε ένα
ευρωπαϊκό περιβάλλον με
μεγαλύτερες προκλήσεις.
Ο κ. Παπαλεξόπουλος
έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα
στη δημιουργία ισχυρών
επιχειρηματικών
οικοσυστημάτων σε
κλάδους όπου η χώρα
μπορεί να αναπτύξει
ανταγωνιστικά
πλεονεκτήματα, όπως τα
φάρμακα, η
βιοτεχνολογία, η
ναυτιλία και η ανάπτυξη
λογισμικού.
Η ανάπτυξη αυτών των
κλάδων μπορεί να
δημιουργήσει όχι μόνο
νέες επιχειρήσεις, αλλά
και μεγαλύτερες
εισηγμένες εταιρείες,
περισσότερες επενδυτικές
ευκαιρίες και τελικά μια
ευρύτερη βάση για την
ελληνική κεφαλαιαγορά.
Ταυτόχρονα, απαιτούνται
θεσμοί και κίνητρα που
θα ενθαρρύνουν μέρος των
μεγάλων αποταμιεύσεων
των Ελλήνων να
μετακινηθεί σταδιακά
προς οργανωμένες
επενδύσεις.
Βρεττού: Τα ιδιωτικά
κεφάλαια πρέπει να
πάρουν τη σκυτάλη από το
Ταμείο Ανάκαμψης
Η Ελένη Βρεττού στάθηκε
στην ανάγκη να
δημιουργηθεί ένας νέος
μηχανισμός
χρηματοδότησης της
ανάπτυξης μετά την
ολοκλήρωση του κύκλου
του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το Ταμείο κινητοποίησε
περίπου 36 δισ. ευρώ
μέσω επιχορηγήσεων και
δανείων σε διάστημα
πέντε ετών. Ωστόσο, η
ελληνική κεφαλαιαγορά
έχει ήδη αρχίσει να
καλύπτει μέρος του
κενού.
Μόνο από τις αρχές του
2026 έχουν αντληθεί
περισσότερα από 8 δισ.
ευρώ μέσω αυξήσεων
κεφαλαίου, νέων
εισαγωγών και εταιρικών
ομολόγων.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει,
σύμφωνα με την κ.
Βρεττού, ότι η
κεφαλαιαγορά μπορεί να
λειτουργήσει ως ένας από
τους βασικούς μοχλούς
χρηματοδότησης της
επόμενης φάσης ανάπτυξης
της ελληνικής
οικονομίας.
Για να συμβεί όμως αυτό
σε μεγαλύτερη κλίμακα,
χρειάζεται συνεργασία
μεταξύ πολιτείας,
εποπτικών αρχών,
τραπεζών και
επιχειρήσεων.
Ένα από τα βασικά
εμπόδια είναι το κόστος
συμμόρφωσης, το οποίο
μπορεί να λειτουργήσει
αποτρεπτικά για τις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις που
εξετάζουν την πρόσβασή
τους στην αγορά.
Παράλληλα, η Ευρώπη
εξακολουθεί να διαθέτει
κατακερματισμένη
ρευστότητα και
διαφορετικό επίπεδο
ωριμότητας από χώρα σε
χώρα.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
ναυτιλία. Το Όσλο έχει
καταφέρει να
δημιουργήσει ένα ώριμο
οικοσύστημα γύρω από τον
κλάδο, με
εξειδικευμένους
επενδυτές, αναλυτές και
χρηματοδοτικά εργαλεία.
Αντίστοιχα οικοσυστήματα
θα μπορούσαν να
αναπτυχθούν και στην
Ελλάδα, αξιοποιώντας τα
συγκριτικά πλεονεκτήματα
της χώρας.
Η ίδια έδωσε ιδιαίτερη
σημασία και στην
επενδυτική κουλτούρα. Η
επιτυχία των ελληνικών
εταιρικών ομολόγων τα
τελευταία χρόνια έδειξε
ότι όταν προσφέρονται
απλά και κατανοητά
επενδυτικά προϊόντα,
περισσότεροι ιδιώτες
είναι διατεθειμένοι να
συμμετάσχουν στην
κεφαλαιαγορά.
Αντωνόπουλος: Τράπεζες
και Χρηματιστήριο δεν
ανταγωνίζονται
Ο Παναγιώτης
Αντωνόπουλος ανέδειξε
μια διαφορετική αλλά
συμπληρωματική πλευρά
του ίδιου ζητήματος: η
ανάπτυξη της
κεφαλαιαγοράς δεν
προϋποθέτει περιορισμό
του ρόλου των τραπεζών.
Αντίθετα, τράπεζες και
κεφαλαιαγορές αποτελούν
τμήματα ενός ενιαίου
χρηματοδοτικού
οικοσυστήματος.
Οι τράπεζες δεν
περιορίζονται πλέον στην
παραδοσιακή χορήγηση
δανείων. Μέσω του
investment
banking
μπορούν να λειτουργήσουν
ως γέφυρα των
επιχειρήσεων προς τις
αγορές μετοχών και
ομολόγων, ενώ μέσω του
asset
management,
του wealth
management
και της χρηματιστηριακής
διαμεσολάβησης μπορούν
να μετατρέπουν τις
αποταμιεύσεις των
πελατών σε επενδεδυμένα
κεφάλαια.
Για τις μικρότερες
επιχειρήσεις, ο
τραπεζικός δανεισμός θα
εξακολουθήσει να έχει
κεντρικό ρόλο, καθώς
πολλές δεν διαθέτουν
ακόμη το μέγεθος που
απαιτείται για άμεση
πρόσβαση στις διεθνείς
αγορές.
Ωστόσο, το οικοσύστημα
μπορεί να διευρυνθεί με
περισσότερα εργαλεία
venture
capital
και private
equity,
τα οποία μπορούν να
χρηματοδοτήσουν νεοφυείς
και μικρότερες
επιχειρήσεις σε φάσεις
όπου ο τραπεζικός
δανεισμός δεν είναι
πάντα επαρκής.
Σημαντικό ρόλο μπορούν
επίσης να διαδραματίσουν
τα συνταξιοδοτικά
προϊόντα και οι μορφές
μακροπρόθεσμης
αποταμίευσης,
δημιουργώντας σταθερές
πηγές κεφαλαίων για την
ελληνική αγορά.
Το μεγάλο στοίχημα: να
μεγαλώσει ολόκληρο το
οικοσύστημα
Το κοινό μήνυμα από τις
τέσσερις παρεμβάσεις
είναι ότι η επόμενη φάση
για το Χρηματιστήριο
Αθηνών δεν αφορά μόνο
την άνοδο των τιμών των
μετοχών ή την αύξηση της
κεφαλαιοποίησης.
Αφορά τη δημιουργία μιας
πολύ μεγαλύτερης αγοράς.
Περισσότερες εισηγμένες
επιχειρήσεις,
περισσότερες εισαγωγές,
περισσότερα εταιρικά
ομόλογα, μεγαλύτερη
συμμετοχή ιδιωτών,
περισσότερα επενδυτικά
κεφάλαια, ισχυρότερο
asset
management
και μεγαλύτερη παρουσία
διεθνών επενδυτών
μπορούν να δημιουργήσουν
έναν κύκλο
αλληλοτροφοδοτούμενης
ανάπτυξης.
Η ένταξη στο
Euronext
προσφέρει μια σημαντική
ευκαιρία για μεγαλύτερη
διασύνδεση της ελληνικής
αγοράς με την ευρωπαϊκή
κεφαλαιαγορά. Το κρίσιμο
ζητούμενο, όμως, είναι η
Ελλάδα να μην
περιοριστεί στο να
αποτελεί απλώς μια αγορά
που θα ενταχθεί σε ένα
μεγαλύτερο
χρηματιστηριακό σχήμα.
Το στοίχημα είναι να
δημιουργήσει γύρω από το
Χρηματιστήριο ένα
ισχυρό ελληνικό
χρηματοοικονομικό
οικοσύστημα,
ικανό να χρηματοδοτεί
επιχειρήσεις, να
κινητοποιεί τις
αποταμιεύσεις και να
προσελκύει διεθνή
κεφάλαια.
Μετά από 150 χρόνια
ιστορίας, η ελληνική
κεφαλαιαγορά βρίσκεται
μπροστά σε μια από τις
σημαντικότερες καμπές
της. Αυτή τη φορά, η
πρόκληση δεν είναι να
επιβιώσει από μια κρίση,
αλλά να μετατρέψει την
αυξημένη εμπιστοσύνη σε
μόνιμη διεύρυνση της
αγοράς και σε πραγματικό
μηχανισμό χρηματοδότησης
της ελληνικής
οικονομίας.
|