|
Το σημαντικότερο ίσως
στοιχείο είναι ότι η
μετάβαση δεν
ολοκληρώνεται σήμερα.
Το επόμενο και ιδιαίτερα
κρίσιμο ορόσημο έρχεται
στις 31 Μαΐου 2027, όταν
αναμένεται η μετάταξη
της Ελλάδας από την
MSCI
στις ανεπτυγμένες
αγορές. Μέχρι τότε, το
Χρηματιστήριο Αθηνών θα
βρίσκεται σε μια
ιδιόμορφη μεταβατική
περίοδο, όπου θα
συνυπάρχουν κεφάλαια που
επενδύουν σε αναδυόμενες
αγορές με κεφάλαια που
επενδύουν αποκλειστικά
στις ανεπτυγμένες.
Αυτό δημιουργεί ένα
παράθυρο αρκετών μηνών
μέσα στο οποίο η
ελληνική αγορά μπορεί να
βρεθεί στο επίκεντρο
διαφορετικών κατηγοριών
διεθνών επενδυτών.
Η μεγάλη αλλαγή είναι οι
ροές κεφαλαίων
Η αναβάθμιση στις
ανεπτυγμένες αγορές δεν
σημαίνει ότι ξαφνικά θα
εισρεύσουν δεκάδες
δισεκατομμύρια ευρώ στην
Αθήνα. Το ουσιαστικό
όφελος είναι πιο
σύνθετο.
Αλλάζει η βάση των
επενδυτών που έχουν
θεσμικά τη δυνατότητα να
τοποθετηθούν στην
Ελλάδα.
Μεγάλα συνταξιοδοτικά
ταμεία, διεθνείς
διαχειριστές κεφαλαίων
και παθητικά
funds
που ακολουθούν δείκτες
ανεπτυγμένων αγορών
αποκτούν πλέον τη
δυνατότητα να αυξήσουν ή
να δημιουργήσουν έκθεση
σε ελληνικές μετοχές.
Οι πρώτες εκτιμήσεις για
τις πρόσθετες εισροές
από τις αλλαγές στους
ευρωπαϊκούς δείκτες
κινούνται περίπου στην
περιοχή του 1 δισ. ευρώ,
ενώ οι τελικές ροές θα
εξαρτηθούν από τη
σύνθεση των δεικτών, τα
διαθέσιμα κεφάλαια και
το κατά πόσο οι ενεργοί
διαχειριστές θα αυξήσουν
τις τοποθετήσεις τους.
Για μια αγορά όπως η
ελληνική, ποσά αυτού του
μεγέθους δεν είναι
αμελητέα.
Ακόμη σημαντικότερο όμως
είναι το πιθανό
αποτέλεσμα σε βάθος
χρόνου: περισσότερη
ρευστότητα, μεγαλύτερος
ημερήσιος τζίρος,
διεύρυνση της
επενδυτικής βάσης και
σταδιακή μείωση του
discount
με το οποίο παραδοσιακά
διαπραγματεύεται η
ελληνική αγορά έναντι
μεγαλύτερων ευρωπαϊκών
χρηματιστηρίων.
Με απλά λόγια, το
στοίχημα δεν είναι μόνο
πόσα χρήματα θα μπουν
στην Αθήνα τις επόμενες
εβδομάδες.
Είναι πόσο περισσότερο
θα «ανοίξει» η ελληνική
αγορά στους διεθνείς
επενδυτές τα επόμενα
χρόνια.
Τα blue
chips
στο επίκεντρο
Η πρώτη γραμμή άμυνας
και ταυτόχρονα ο βασικός
αποδέκτης των νέων
διεθνών ροών είναι
αναπόφευκτα η μεγάλη
κεφαλαιοποίηση.
Οι τέσσερις συστημικές
τράπεζες, η ΔΕΗ, η
Metlen,
η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η
Motor
Oil,
ο ΟΤΕ και η Jumbo
είναι μεταξύ των
ελληνικών ομίλων που
έχουν το μέγεθος, τη
ρευστότητα και τη διεθνή
αναγνωρισιμότητα ώστε να
αποτελέσουν φυσικές
επιλογές για μεγάλα
χαρτοφυλάκια.
Ιδιαίτερη θέση έχουν οι
τράπεζες.
Η εικόνα του ελληνικού
τραπεζικού κλάδου σήμερα
απέχει δραματικά από
εκείνη της περιόδου της
κρίσης. Οι ελληνικές
τράπεζες έχουν ανακτήσει
την επενδυτική τους
αξιοπιστία, έχουν
μειώσει δραστικά τα μη
εξυπηρετούμενα ανοίγματα
και εμφανίζουν πλέον
σημαντική κερδοφορία και
ισχυρότερη κεφαλαιακή
βάση.
Ο δείκτης των ελληνικών
τραπεζών έχει καταγράψει
εντυπωσιακή άνοδο σε
βάθος δεκαετίας,
αποτυπώνοντας ουσιαστικά
την πλήρη αντιστροφή της
εικόνας που είχε
δημιουργηθεί μετά την
κρίση χρέους.
Το 2015 οι τραπεζικές
μετοχές είχαν βρεθεί στο
επίκεντρο μιας
πρωτοφανούς καταστροφής
κεφαλαιοποίησης, ενώ
σήμερα οι τέσσερις
συστημικές τράπεζες
αποτελούν πλέον βασικά
«χαρτιά» της ελληνικής
αγοράς και αποκτούν
μεγαλύτερη παρουσία
στους ευρωπαϊκούς
δείκτες.
Η ένταξή τους στον
STOXX
Europe
600 και στον Euro
Stoxx
Banks
έχει ιδιαίτερη σημασία,
καθώς τις φέρνει μπροστά
σε μια πολύ μεγαλύτερη
επενδυτική βάση.
Δεν είναι μόνο θέμα
παθητικών κεφαλαίων.
Είναι και θέμα
visibility.
Όσο περισσότερα διεθνή
funds
υποχρεώνονται ή
επιλέγουν να
παρακολουθούν την
ελληνική αγορά, τόσο
περισσότερο αυξάνονται
οι πιθανότητες να
ενταχθούν οι ελληνικές
τράπεζες και άλλες
μεγάλες εισηγμένες στα
ενεργά χαρτοφυλάκια
διεθνών διαχειριστών.
Το STOXX
Europe
600 ανοίγει μια νέα
πόρτα
Ιδιαίτερα σημαντική
είναι η είσοδος εννέα
ελληνικών μετοχών στον
STOXX
Europe
600.
Στον δείκτη εντάσσονται
οι τέσσερις συστημικές
τράπεζες, η
Metlen,
η Jumbo,
η ΔΕΗ, η Motor
Oil
και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
Πρόκειται για μια αλλαγή
που ξεπερνά τα όρια μιας
απλής τεχνικής
αναδιάρθρωσης.
Ο STOXX
Europe
600 αποτελεί έναν από
τους σημαντικότερους
ευρωπαϊκούς δείκτες και
χρησιμοποιείται από
μεγάλο αριθμό
επενδυτικών προϊόντων
και θεσμικών
χαρτοφυλακίων.
Επομένως, η ελληνική
αγορά αποκτά μεγαλύτερη
παρουσία σε ένα
benchmark
που παρακολουθείται
καθημερινά από τη διεθνή
επενδυτική κοινότητα.
Αυτό εξηγεί και τον
αυξημένο τζίρο που
παρατηρείται στις
συνεδριάσεις των
αναδιαρθρώσεων.
Τα παθητικά κεφάλαια δεν
«κρίνουν» αν μια μετοχή
είναι ακριβή ή φθηνή.
Ακολουθούν τη σύνθεση
του δείκτη.
Και αυτή ακριβώς η
μηχανική διαδικασία
μπορεί να δημιουργήσει
σημαντικές ροές σε
συγκεκριμένους
ελληνικούς τίτλους.
FTSE
Russell:
Η Ελλάδα αποκτά
μεγαλύτερο εύρος
Η μετάβαση στους δείκτες
της FTSE
Russell
είναι ακόμη πιο
εκτεταμένη.
Συνολικά 62 ελληνικές
μετοχές επηρεάζονται από
την αναδιάρθρωση, με
σημαντικό αριθμό τίτλων
να μετακινείται στις
κατηγορίες Mid
Cap,
Small
Cap
και Micro
Cap.
Στις Mid
Caps
βρίσκονται πλέον μεταξύ
άλλων οι Alpha
Bank,
Eurobank,
Εθνική Τράπεζα,
Πειραιώς, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ,
ΟΤΕ, ΔΕΗ, Cenergy,
Viohalco
και Allwyn.
Στις Small
Caps
μεταφέρονται τίτλοι όπως
η Aegean
Airlines,
η Aktor,
ο Διεθνής Αερολιμένας
Αθηνών, η ΕΥΔΑΠ, η
Autohellas,
η AVAX,
η Intralot,
η Τράπεζα Κύπρου, η
CrediaBank,
η Helleniq
Energy,
ο ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, η
Jumbo,
η Lamda
Development,
η Motor
Oil,
η Optima
Bank,
ο ΟΛΠ, η Quest
Holdings,
ο Σαράντης και η
Titan.
Η αλλαγή αυτή έχει
σημασία και για την
περιφέρεια του
Χρηματιστηρίου.
Για χρόνια η Ελλάδα
αντιμετωπιζόταν από τη
διεθνή επενδυτική
κοινότητα ως μια μικρή
αγορά με περιορισμένο
αριθμό επενδύσιμων
τίτλων.
Η διεύρυνση του
ελληνικού
universe
σε περισσότερες
κατηγορίες
κεφαλαιοποίησης μπορεί
σταδιακά να αλλάξει αυτή
την εικόνα.
Το μεγάλο ζητούμενο
είναι πλέον η δημιουργία
περισσότερων εισηγμένων
εταιρειών με επαρκή
μέγεθος και ελεύθερη
διασπορά ώστε να μπορούν
να προσελκύσουν διεθνή
κεφάλαια.
Euronext
Athens:
Το επόμενο στοίχημα
είναι η προσφορά νέων
εταιρειών
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη
σημασία και η παρουσία
της Euronext
στην Αθήνα.
Η αναβάθμιση των δεικτών
αποτελεί τη μία πλευρά
της εξίσωσης.
Η άλλη είναι η
δημιουργία μιας
μεγαλύτερης και
βαθύτερης ελληνικής
κεφαλαιαγοράς.
Το ζητούμενο για την
Euronext
Athens
δεν είναι μόνο να
αυξηθούν οι συναλλαγές
στις υπάρχουσες μετοχές.
Είναι να αυξηθεί ο
αριθμός των εταιρειών
που επιλέγουν το
Χρηματιστήριο για να
αντλήσουν κεφάλαια.
Και εδώ υπάρχει
σημαντικό περιθώριο.
Ενέργεια, υποδομές,
τουρισμός, τεχνολογία,
βιομηχανία, ακίνητα αλλά
και ναυτιλία μπορούν να
αποτελέσουν πηγές νέων
εισαγωγών.
Ιδιαίτερα η ναυτιλία
αποτελεί έναν κλάδο όπου
η Ελλάδα διαθέτει
διεθνές μέγεθος, αλλά η
παρουσία του στο
ελληνικό χρηματιστήριο
παραμένει περιορισμένη.
Εάν τα επόμενα χρόνια
καταφέρουν να εισαχθούν
στην Αθήνα αρκετές
ισχυρές ναυτιλιακές
εταιρείες, η εικόνα της
αγοράς μπορεί να αλλάξει
σημαντικά, δημιουργώντας
παράλληλα χώρο για νέους
κλαδικούς δείκτες και
επενδυτικά προϊόντα.
Αυτό είναι ίσως το πιο
ουσιαστικό στοίχημα της
επόμενης περιόδου.
Όχι απλώς περισσότερα
κεφάλαια για τις
σημερινές εισηγμένες,
αλλά περισσότερες και
μεγαλύτερες εισηγμένες.
Το μεγάλο τεστ του 2027
Παρά τη σημερινή
αναβάθμιση, η αγορά δεν
έχει ακόμη ολοκληρώσει
τη μετάβασή της.
Η MSCI
αποτελεί το μεγαλύτερο
ορόσημο.
Η αναμενόμενη μετάταξη
στις 31 Μαΐου 2027 θα
έχει ιδιαίτερη βαρύτητα,
καθώς οι δείκτες
MSCI
χρησιμοποιούνται ως
benchmarks
από τεράστιο όγκο
διεθνών κεφαλαίων.
Με την αλλαγή αυτή, οι
επιλέξιμες ελληνικές
μετοχές θα μετακινηθούν
από το MSCI
Emerging
Markets
στο MSCI
Europe.
Η διαφορά είναι
ουσιαστική.
Μέχρι τότε, όμως, η
ελληνική αγορά θα
βρίσκεται σε μια
μεταβατική φάση.
Από τη μία πλευρά θα
υπάρχουν funds
που επενδύουν σε
αναδυόμενες αγορές και,
βάσει των καταστατικών ή
των benchmarks
τους, θα πρέπει σταδιακά
να περιορίσουν την
ελληνική έκθεση.
Από την άλλη, θα
εμφανίζονται κεφάλαια
που επενδύουν στις
ανεπτυγμένες αγορές και
αποκτούν για πρώτη φορά
τη δυνατότητα να
τοποθετηθούν στην
Ελλάδα.
Αυτό δημιουργεί ένα
ιδιαίτερο σκηνικό για το
ΧΑ από τον Σεπτέμβριο
του 2026 έως τον Μάιο
του 2027.
Η ελληνική αγορά θα
βρίσκεται ουσιαστικά
ανάμεσα σε δύο
διαφορετικούς
επενδυτικού κόσμους.
Από την κρίση του 2012
στην επενδυτική
επαναφορά
Η σημερινή εξέλιξη
αποκτά ακόμη μεγαλύτερη
σημασία αν ιδωθεί μέσα
από την ιστορική
διαδρομή του
Χρηματιστηρίου.
Η ελληνική αγορά έχει
περάσει μέσα σε λίγες
δεκαετίες από την
ευφορία της δεκαετίας
του 1990 στην κατάρρευση
της περιόδου 2007-2012
και από εκεί στη
σταδιακή αποκατάσταση
της επενδυτικής
αξιοπιστίας.
Η κεφαλαιοποίηση του ΧΑ
είχε ξεπεράσει τα 200
δισ. ευρώ πριν από την
παγκόσμια
χρηματοπιστωτική κρίση,
για να καταρρεύσει στη
συνέχεια κάτω από τα 20
δισ. ευρώ στην κορύφωση
της κρίσης χρέους.
Η πτώση του Γενικού
Δείκτη από το υψηλό του
2007 έως το χαμηλό του
2012 έφθασε περίπου το
91%.
Το 2015 ήρθε ένα ακόμη
σοκ με τα capital
controls
και το κλείσιμο της
αγοράς για πέντε
εβδομάδες. Οι τραπεζικές
μετοχές βρέθηκαν τότε
στο επίκεντρο μιας νέας
καταστροφικής
αναδιάρθρωσης.
Σήμερα η εικόνα είναι
εντελώς διαφορετική.
Η Ελλάδα έχει ανακτήσει
την επενδυτική βαθμίδα,
οι τράπεζες έχουν
επιστρέψει σε ισχυρή
κερδοφορία, η
δημοσιονομική εικόνα
έχει βελτιωθεί και οι
ελληνικές εισηγμένες
έχουν πλέον πολύ
μεγαλύτερη παρουσία στα
διεθνή επενδυτικά
ραντάρ.
Η μετάταξη στις
ανεπτυγμένες αγορές
αποτελεί επομένως
περισσότερο την
επιβεβαίωση αυτής της
διαδρομής παρά την
αφετηρία της.
Το ΧΑ μπήκε σε νέα πίστα
– αλλά τώρα αρχίζουν τα
δύσκολα
Η μεγάλη πρόκληση για
την Αθήνα είναι πλέον να
μετατρέψει την
αναβάθμιση από τεχνική
αλλαγή κατηγορίας σε
πραγματική αναβάθμιση
του ίδιου του
χρηματιστηρίου.
Η είσοδος διεθνών
κεφαλαίων μπορεί να
αυξήσει τη ρευστότητα.
Η μεγαλύτερη συμμετοχή
θεσμικών επενδυτών
μπορεί να περιορίσει
σταδιακά το
discount.
Η συμμετοχή περισσότερων
ελληνικών μετοχών σε
διεθνείς δείκτες μπορεί
να αυξήσει την ορατότητα
των επιχειρήσεων.
Όμως τίποτα από αυτά δεν
αποτελεί αυτόματη
εγγύηση για συνεχή άνοδο
των τιμών.
Ένα μέρος των
προσδοκώμενων εισροών
έχει ήδη προεξοφληθεί
από την αγορά, ενώ οι
αποτιμήσεις
συγκεκριμένων
blue
chips
έχουν επίσης αυξηθεί
σημαντικά τα τελευταία
χρόνια.
Το πραγματικό όφελος θα
κριθεί σε βάθος χρόνου.
Και εκεί το ζητούμενο
είναι τριπλό:
Πρώτον, περισσότερες και
μεγαλύτερες εισηγμένες.
Δεύτερον, υψηλότερη
ρευστότητα και
μεγαλύτερη συμμετοχή
διεθνών θεσμικών.
Τρίτον, μια αγορά που θα
μπορεί να χρηματοδοτεί
τις ελληνικές
επιχειρήσεις και να
λειτουργεί ως
πραγματικός ευρωπαϊκός
κόμβος άντλησης
κεφαλαίων.
Από αυτή την άποψη, η
21η Σεπτεμβρίου 2026 δεν
είναι το τέλος μιας
διαδρομής.
Είναι η αρχή μιας νέας
φάσης.
Το Χρηματιστήριο Αθηνών
βγαίνει από την
κατηγορία της
αναδυόμενης αγοράς και
επιστρέφει στο κλαμπ των
ανεπτυγμένων. Το εάν
αυτή η αλλαγή θα
μεταφραστεί τα επόμενα
χρόνια σε μόνιμα
υψηλότερη ρευστότητα,
περισσότερες εισηγμένες
και βαθύτερη διεθνή
επενδυτική βάση, θα
κριθεί πλέον όχι από
τους index
providers,
αλλά από την ίδια την
αγορά και τις ελληνικές
επιχειρήσεις.
|