|
Η υπόθεση αποκτά
ιδιαίτερη σημασία σε μια
περίοδο κατά την οποία η
άνοδος της τιμής του
χρυσού έχει οδηγήσει
αρκετά νοικοκυριά στην
απόφαση να
ρευστοποιήσουν λίρες που
διατηρούσαν επί χρόνια ή
ακόμη και επί δεκαετίες.
Σε πολλές περιπτώσεις,
πρόκειται για
οικογενειακά αποθέματα
που έχουν συγκεντρωθεί
σταδιακά, μέσω αγορών,
δώρων ή άτυπων
μεταβιβάσεων από
συγγενικά πρόσωπα.
Η πώληση αποδείχθηκε,
αλλά όχι η προέλευση των
χρημάτων
Η συγκεκριμένη υπόθεση
αφορά φορολογούμενο ο
οποίος υπέβαλε στις 15
Μαΐου 2026 τη δήλωση
φορολογίας εισοδήματος
για το φορολογικό έτος
2025. Στη δήλωσή του
περιλαμβανόταν δαπάνη
ύψους 54.726,78 ευρώ για
την απόκτηση
περιουσιακού στοιχείου,
η οποία δηλώθηκε στον
κωδικό 735 του εντύπου
Ε1.
Παράλληλα, στον κωδικό
787, που αφορά την
ανάλωση κεφαλαίου
προηγούμενων ετών το
οποίο έχει ήδη
φορολογηθεί ή
απαλλάσσεται από τον
φόρο, είχε αναγράψει
ποσό 50.000 ευρώ. Ζήτησε
από τη ΔΟΥ Καλαμάτας να
ληφθούν υπόψη τα
συγκεκριμένα στοιχεία
κατά την εκκαθάριση της
δήλωσής του.
Στο ποσό των 50.000 ευρώ
περιλαμβανόταν, σύμφωνα
με τους ισχυρισμούς του,
και το τίμημα από την
πώληση χρυσών λιρών στην
Τράπεζα της Ελλάδος τον
Απρίλιο του 2025.
Ειδικότερα, είχε
εισπράξει 31.248,08
ευρώ, για τα οποία
προσκόμισε το σχετικό
τραπεζικό παραστατικό.
Η φορολογική αρχή,
ωστόσο, δεν αποδέχθηκε
το ποσό που είχε δηλωθεί
στον κωδικό 787 και
προχώρησε στην
εκκαθάριση χωρίς να το
συνυπολογίσει. Το
αποτέλεσμα ήταν να
καταλογιστεί στον
φορολογούμενο φόρος προς
πληρωμή ύψους 8.986,98
ευρώ.
Το επιχείρημα ότι οι
λίρες προέρχονταν από
οικογενειακή περιουσία
Ο φορολογούμενος
προσέφυγε στη Διεύθυνση
Επίλυσης Διαφορών,
ζητώντας την ακύρωση του
αρχικού εκκαθαριστικού
και την έκδοση νέου, με
την αναγνώριση των
χρημάτων που προήλθαν
από τη ρευστοποίηση των
χρυσών νομισμάτων.
Στην προσφυγή του
υποστήριξε ότι είχε
προσκομίσει επίσημο
έγγραφο της Τράπεζας της
Ελλάδος, το οποίο
αποδείκνυε τόσο την
πώληση όσο και το ποσό
που εισέπραξε. Κατά την
άποψή του, η φορολογική
αρχή δεν είχε επαρκή
αιτιολογία για να
απορρίψει ένα τέτοιο
αποδεικτικό στοιχείο.
Εξήγησε, επίσης, ότι η
συγκέντρωση των λιρών
δεν έγινε μέσα από μία
συγκεκριμένη αγορά ή μία
ενιαία συναλλαγή. Τα
νομίσματα είχαν
περιέλθει σταδιακά στην
κατοχή του από τη
βρεφική του ηλικία, είτε
μέσω μικρών αγορών είτε
ως άτυπες δωρεές από
συγγενικά πρόσωπα.
Επρόκειτο, όπως ανέφερε,
για οικογενειακά
περιουσιακά στοιχεία που
είχαν συγκεντρωθεί σε
βάθος πολλών δεκαετιών.
Λόγω του χρόνου που είχε
μεσολαβήσει και της
φύσης των συναλλαγών,
δεν είχαν διατηρηθεί τα
αντίστοιχα παραστατικά
αγοράς ή δωρεάς.
Με βάση αυτό το
επιχείρημα, υποστήριξε
ότι η αδυναμία
προσκόμισης αποδείξεων
δεν οφειλόταν σε δική
του υπαιτιότητα, αλλά
στις ιδιαίτερες συνθήκες
υπό τις οποίες είχαν
αποκτηθεί οι λίρες.
Τι ακριβώς πούλησε στην
Τράπεζα της Ελλάδος
Το έγγραφο της Τράπεζας
της Ελλάδος, με
ημερομηνία 11 Απριλίου
2025, επιβεβαίωνε ότι ο
φορολογούμενος είχε
πραγματοποιήσει
συναλλαγή πώλησης χρυσών
νομισμάτων συνολικού
τιμήματος 31.248,08
ευρώ.
Σύμφωνα με το
παραστατικό, η συναλλαγή
αφορούσε:
Επτά λίρες Αγγλίας
παλαιάς κοπής.
Τριάντα εννέα λίρες
Αγγλίας με ελαττωματική
όψη.
Τέσσερις λίρες Αγγλίας
της κατηγορίας «Μ.Ε.-1»,
οι οποίες ήταν
λιποβαρείς, με βάρος από
7,900 έως 7,939
γραμμάρια η καθεμία.
Το παραστατικό,
επομένως, επιβεβαίωνε
ότι τα νομίσματα είχαν
πωληθεί και ότι ο
φορολογούμενος είχε
εισπράξει το
συγκεκριμένο ποσό. Δεν
αποδείκνυε, όμως, πότε
και με ποιον τρόπο είχαν
αποκτηθεί προηγουμένως.
Αυτή ακριβώς ήταν και η
διαφορά που έκρινε την
υπόθεση.
Γιατί η ΔΕΔ απέρριψε την
προσφυγή
Με την απόφαση
3757/28.09.2026, η
Διεύθυνση Επίλυσης
Διαφορών επικύρωσε την
αρχική φορολογική
εκκαθάριση, κρίνοντας
ότι δεν είχαν
προσκομιστεί επαρκή
στοιχεία για την
απόκτηση των χρυσών
νομισμάτων.
Η ΔΕΔ επικαλέστηκε τις
οδηγίες συμπλήρωσης της
δήλωσης φορολογίας
εισοδήματος φυσικών
προσώπων για το
φορολογικό έτος 2025,
καθώς και τις σχετικές
προβλέψεις της
ΠΟΛ.1076/2015.
Σύμφωνα με το πλαίσιο
αυτό, όταν δηλώνονται
ποσά από την πώληση
περιουσιακών στοιχείων
που έχουν αποκτηθεί μετά
την 1η Ιανουαρίου 1988,
δεν λαμβάνεται αυτομάτως
υπόψη ολόκληρο το τίμημα
της πώλησης. Από αυτό
αφαιρείται το κόστος
απόκτησης, εκτός εάν το
συγκεκριμένο κόστος έχει
ήδη συνυπολογιστεί κατά
τον προσδιορισμό του
κεφαλαίου που μπορεί να
αναλωθεί.
Η φορολογική διοίκηση
έκρινε ότι ο
φορολογούμενος δεν είχε
αποδείξει ούτε τον χρόνο
ούτε τον τρόπο ούτε το
κόστος απόκτησης των
λιρών. Δεν προσκόμισε,
επίσης, άλλα στοιχεία
που θα μπορούσαν να
τεκμηριώσουν τους
ισχυρισμούς του για τις
οικογενειακές δωρεές και
τις αγορές προηγούμενων
ετών.
Κατά συνέπεια, η ΔΕΔ
θεώρησε ότι το
παραστατικό πώλησης της
Τράπεζας της Ελλάδος δεν
επαρκούσε για να
δικαιολογήσει την
προέλευση του κεφαλαίου
και απέρριψε την
προσφυγή.
Το πρόβλημα με τις λίρες
που δίνονται ως
οικογενειακά δώρα
Η απόφαση φέρνει στο
προσκήνιο μια πρακτική
δυσκολία που αφορά
μεγάλο αριθμό
νοικοκυριών. Η χρυσή
λίρα αποτελεί διαχρονικά
ένα από τα πιο
συνηθισμένα δώρα σε
σημαντικές οικογενειακές
περιστάσεις, όπως
βαφτίσεις, γάμοι και
γεννήσεις παιδιών.
Συχνά, οι λίρες
συγκεντρώνονται σταδιακά
από γονείς, παππούδες,
νονούς και άλλους
συγγενείς, χωρίς να
υπάρχει κάποιο τυπικό
παραστατικό για κάθε
μεταβίβαση.
Αντίστοιχα, αρκετοί
είναι εκείνοι που έχουν
αγοράσει λίρες σε
διαφορετικές χρονικές
περιόδους, ενδεχομένως
πριν από πολλές
δεκαετίες, χωρίς να
έχουν κρατήσει τις
αποδείξεις των
συναλλαγών.
Όταν έρχεται η στιγμή
της ρευστοποίησης, η
συναλλαγή με την Τράπεζα
της Ελλάδος ή με άλλο
νόμιμο φορέα μπορεί να
αποδεικνύεται πλήρως. Το
πρόβλημα εμφανίζεται στο
επόμενο στάδιο: στην
ανάγκη να τεκμηριωθεί η
αρχική απόκτηση των
νομισμάτων και το κόστος
τους.
Εφόσον οι λίρες έχουν
αγοραστεί από την
Τράπεζα της Ελλάδος, την
Τράπεζα Πειραιώς ή άλλο
νόμιμο φορέα που
διενεργεί τέτοιες
συναλλαγές, η αναζήτηση
των σχετικών
παραστατικών μπορεί να
προσφέρει την απαραίτητη
τεκμηρίωση. Αντίθετα,
όταν πρόκειται για
παλαιά οικογενειακά
αποθέματα ή δώρα που
έχουν μεταβιβαστεί
άτυπα, η συγκέντρωση
αποδεικτικών στοιχείων
μπορεί να αποδειχθεί
ιδιαίτερα δύσκολη.
Το βασικό μήνυμα της
απόφασης είναι ότι η
απόδειξη της πώλησης δεν
ταυτίζεται με την
απόδειξη της προέλευσης.
Για να αξιοποιηθεί
φορολογικά το ποσό από
τη ρευστοποίηση χρυσών
λιρών, ιδίως για την
κάλυψη τεκμηρίων ή την
ανάλωση κεφαλαίου, η
φορολογική διοίκηση
μπορεί να ζητήσει
στοιχεία που να
τεκμηριώνουν και την
προηγούμενη απόκτησή
τους.
|