|
Μάλιστα, δεν έχει καν
κλείσει εισιτήριο
επιστροφής. Όπως
περιγράφει, η
καθημερινότητα με θέα
στη θάλασσα, τις βάρκες
και τη ζωή του νησιού
τον κάνει να αισθάνεται
πιο τυχερός, αλλά και
πιο παραγωγικός. Μετά το
τέλος της εργασίας, η
ημέρα μπορεί να
συνεχιστεί με μια βουτιά
στη θάλασσα.
Το παράδειγμα της Λέρου
δείχνει και μια
διαφορετική διάσταση του
φαινομένου. Οι ψηφιακοί
νομάδες δεν αναζητούν
απαραίτητα τους πιο
γνωστούς τουριστικούς
προορισμούς. Για
αρκετούς, η γοητεία
βρίσκεται ακριβώς στην
ανακάλυψη περιοχών που
δεν έχουν ακόμη
μετατραπεί σε μαζικούς
τουριστικούς
προορισμούς.
Η νέα τουριστική
ευκαιρία για μικρότερους
προορισμούς
Στελέχη της τουριστικής
αγοράς επισημαίνουν ότι,
παρά την εκρηκτική
ανάπτυξη της τηλεργασίας
κατά την πανδημία, η
τάση συνεχίζεται και
δημιουργεί νέες ανάγκες
στις τοπικές οικονομίες.
Χαρακτηριστική είναι η
εξάπλωση των
coworking
spaces,
όχι μόνο στα μεγάλα
αστικά κέντρα αλλά και
σε μικρότερους και
περισσότερο
περιφερειακούς
προορισμούς.
Αρκαδία, Καλαμάτα,
Ιωάννινα, Βόλος, Χίος,
Κέρκυρα, Λέρος και
Καστοριά είναι μεταξύ
των περιοχών όπου
αναπτύσσονται χώροι που
απευθύνονται σε
ανθρώπους οι οποίοι
εργάζονται εξ
αποστάσεως.
Για προορισμούς με
έντονη εποχικότητα, το
μοντέλο αυτό μπορεί να
αποτελέσει ιδιαίτερα
σημαντική ευκαιρία. Ένας
ψηφιακός νομάς δεν
επισκέπτεται έναν τόπο
μόνο για ένα
Σαββατοκύριακο ή για μία
εβδομάδα διακοπών.
Μπορεί να παραμείνει για
αρκετούς μήνες,
καταναλώνοντας υπηρεσίες
και πραγματοποιώντας
δαπάνες σε μια περίοδο
κατά την οποία η
παραδοσιακή τουριστική
κίνηση είναι
περιορισμένη.
Αυτό ακριβώς επισημαίνει
και η Μαριέττα Καστή,
συνδημιουργός του
The
Leros
Way
Project,
που λειτουργεί και
coworking
space
στο νησί. Όπως αναφέρει,
ψηφιακοί εργαζόμενοι από
τη Γερμανία, την Ιταλία
αλλά και την Ελλάδα
επιλέγουν τη Λέρο για
διαμονή και εργασία,
κυρίως από τον Μάρτιο
έως τον Νοέμβριο.
Το ζητούμενο για το νησί
δεν είναι απαραίτητα να
δημιουργήσει μια
τεράστια κοινότητα
ψηφιακών νομάδων. Ακόμη
και μια μικρότερη αλλά
σταθερή ροή επισκεπτών
θα μπορούσε να συμβάλει
στην επιμήκυνση
της τουριστικής περιόδου.
Στο παιχνίδι και η
Καστοριά
Ανάλογη προσπάθεια
γίνεται και στην
Καστοριά, έναν προορισμό
που επιχειρεί να
αποκτήσει παρουσία στον
χάρτη της εξ αποστάσεως
εργασίας.
Ο Σουηδός αναλυτής
δεδομένων Μάρκους Χολίν
ανακάλυψε την πόλη
σχεδόν τυχαία, ύστερα
από μια συζήτηση σε
σούπερ μάρκετ της
Θεσσαλονίκης. Η
περιγραφή ενός ανθρώπου
στο ταμείο για την
ομορφιά της Καστοριάς
ήταν αρκετή για να τον
κάνει να την αναζητήσει
και τελικά να
εγκατασταθεί εκεί.
Σήμερα συμπληρώνει
περίπου τέσσερα χρόνια
στην πόλη, έχοντας
προηγουμένως ζήσει σε
μεγάλες γερμανικές
πόλεις, όπως το Βερολίνο
και το Μόναχο. Η επιλογή
της Καστοριάς συνδέεται
με την αναζήτηση πιο
αυθεντικών τοπίων,
μικρότερων πόλεων και
μεγαλύτερης επαφής με τη
φύση.
Ως ψηφιακός νομάς ο
ίδιος γνωρίζει από πρώτο
χέρι τις ανάγκες αυτής
της κατηγορίας
εργαζομένων. Έτσι,
δημιούργησε πρόσφατα το
M97
Workspace,
έναν μικρό συνεργατικό
χώρο για remote
workers,
επισκέπτες αλλά και
επαγγελματίες της
περιοχής.
Στόχος είναι να γίνει η
Καστοριά γνωστή σε
ανθρώπους που μέχρι
σήμερα δεν την είχαν καν
στο ραντάρ τους ως
πιθανό προορισμό για
εργασία εξ αποστάσεως.
Η προσπάθεια αφορά όχι
μόνο ξένους επισκέπτες,
αλλά και Έλληνες ή
ανθρώπους που ζουν στο
εξωτερικό και
επισκέπτονται την πόλη
για μεγαλύτερα χρονικά
διαστήματα. Το
coworking
space
λειτουργεί έτσι ως ένας
σύνδεσμος ανάμεσα στην
τοπική οικονομία και τη
νέα διεθνή κοινότητα των
remote
workers.
Η Αθήνα στις κορυφαίες
επιλογές διεθνώς
Η στροφή προς
μικρότερους προορισμούς
δεν σημαίνει ότι οι
μεγάλες πόλεις χάνουν τη
σημασία τους.
Η Αθήνα βρίσκεται ήδη
ανάμεσα στους
σημαντικότερους διεθνείς
προορισμούς για όσους
επιλέγουν να εργάζονται
από διαφορετικό μέρος
του κόσμου.
Στην τέταρτη έκδοση του
δείκτη
Work
from
Anywhere
της International
Workplace
Group
(IWG),
η ελληνική πρωτεύουσα
καταλαμβάνει την
15η θέση μεταξύ 50
πόλεων.
Πάνω από την Αθήνα
βρίσκονται μεταξύ άλλων
το Ρίο ντε Τζανέιρο και
το Ντουμπάι, ενώ κάτω
από αυτήν βρίσκονται
μεγάλες μητροπόλεις όπως
το Παρίσι, η Νέα Υόρκη
και το Χονγκ Κονγκ.
Στην κορυφή της
κατάταξης βρίσκεται η
Μπανγκόκ, ενώ ακολουθούν
το Τόκιο, η Βαρκελώνη,
το Πόρτο και το
Βανκούβερ. Στην πρώτη
δεκάδα βρίσκονται επίσης
η Βουδαπέστη, η Νάπολη,
το Μεντεγίν, η Λισαβόνα
και η Σεούλ.
Η Αθήνα συγκέντρωσε
συνολική βαθμολογία
90,5,
με βασικά πλεονεκτήματα
το κλίμα, τη
διαθεσιμότητα
καταλυμάτων και
επιπλωμένων
διαμερισμάτων, αλλά και
την ύπαρξη ευέλικτων
χώρων εργασίας.
Ιδιαίτερα θετική είναι η
εικόνα στις μεταφορές,
με βαθμολογία 7,5/10,
ενώ η Αθήνα απέσπασε την
υψηλότερη δυνατή
βαθμολογία,
10/10, στη
διαθεσιμότητα και το
κόστος της ειδικής βίζας
για ψηφιακούς νομάδες.
Το μεγάλο μειονέκτημα
της Ελλάδας
Υπάρχουν όμως και
αδυναμίες.
Η ευρυζωνική
συνδεσιμότητα αποτελεί
ένα από τα σημαντικότερα
μειονεκτήματα της
Αθήνας, με τη σχετική
βαθμολογία να
περιορίζεται στο
3/10. Η
ασφάλεια και το κόστος
εστίασης αποτελούν
επίσης σημεία στα οποία
η ελληνική πρωτεύουσα
υστερεί έναντι άλλων
ανταγωνιστικών
προορισμών.
Το στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία, καθώς
για έναν εργαζόμενο που
εξαρτάται καθημερινά από
το διαδίκτυο η ποιότητα
και η ταχύτητα των
τηλεπικοινωνιακών
υποδομών δεν αποτελούν
απλώς μια επιπλέον
παροχή. Είναι βασική
προϋπόθεση για να
επιλέξει έναν προορισμό
για παρατεταμένη
διαμονή.
Ποιοι είναι οι ψηφιακοί
νομάδες
Η κοινότητα των ψηφιακών
νομάδων έχει πλέον
αποκτήσει σημαντικές
διαστάσεις διεθνώς.
Σύμφωνα με διαθέσιμες
μελέτες, περίπου
40 εκατ. άνθρωποι
παγκοσμίως επιλέγουν να
συνδυάζουν εργασία και
ταξίδια, μετακινούμενοι
μεταξύ διαφορετικών
χωρών και πόλεων.
Οι ΗΠΑ αποτελούν τη
μεγαλύτερη αγορά, με
περίπου 18,5
εκατ. εργαζομένους
να αυτοπροσδιορίζονται
ως ψηφιακοί νομάδες. Ο
αριθμός αυτός είναι
πολλαπλάσιος σε σχέση με
το 2019, ενώ μόνο το
2025 καταγράφηκε νέα
ετήσια αύξηση 2,2%.
Τα στοιχεία που
συγκεντρώνει η
nomads.com
σκιαγραφούν ένα αρκετά
συγκεκριμένο προφίλ. Ο
μέσος ψηφιακός νομάς
είναι περίπου 37
ετών, έχει
πανεπιστημιακή
εκπαίδευση και συχνά
εργάζεται στον κλάδο της
τεχνολογίας, με τους
software
developers
να αποτελούν
χαρακτηριστική
επαγγελματική κατηγορία.
Το εισόδημα βρίσκεται
για την πλειονότητα
μεταξύ 50.000
και 250.000 δολαρίων
ετησίως, ενώ ο
μέσος όρος διαμορφώνεται
περίπου στα
124.872 δολάρια.
Ακόμη πιο σημαντικό για
τις τουριστικές
οικονομίες είναι το
χρονικό διάστημα
παραμονής. Ένας ψηφιακός
νομάς μένει κατά μέσο
όρο 132 ημέρες
σε μια χώρα, δηλαδή
περίπου 4,5 μήνες.
Αυτό διαφοροποιεί
σημαντικά το
συγκεκριμένο μοντέλο από
τον κλασικό τουρισμό.
Από τον τουρίστα στον
«κάτοικο» για λίγους
μήνες
Η εξ αποστάσεως εργασία
δημιουργεί ουσιαστικά
μια ενδιάμεση κατηγορία
ανάμεσα στον τουρίστα
και τον προσωρινό
κάτοικο.
Ο ψηφιακός νομάς
χρειάζεται κατοικία,
αξιόπιστο
internet,
χώρους εργασίας, καφέ
και εστιατόρια,
μεταφορές και υπηρεσίες.
Παράλληλα, όμως,
καταναλώνει και την
τοπική εμπειρία: τη
θάλασσα, τη φύση, την
τοπική γαστρονομία και
την καθημερινότητα μιας
περιοχής.
Αυτό ακριβώς μπορεί να
αποτελέσει συγκριτικό
πλεονέκτημα για την
Ελλάδα. Οι δημοφιλείς
προορισμοί μπορούν να
προσελκύσουν
remote
workers,
αλλά ακόμη μεγαλύτερη
ευκαιρία υπάρχει για
μικρότερες πόλεις και
νησιά που διαθέτουν
φυσική ομορφιά,
χαμηλότερο κόστος και
αυθεντικό χαρακτήρα.
Η Λέρος και η Καστοριά
δείχνουν ήδη τον δρόμο.
Η πρόκληση είναι να
δημιουργηθούν οι
υποδομές και οι
υπηρεσίες που θα
επιτρέψουν σε
περισσότερες περιοχές
της χώρας να
αξιοποιήσουν αυτή τη νέα
μορφή τουρισμού.
Για την Ελλάδα, το
όφελος δεν είναι μόνο η
προσέλκυση περισσότερων
επισκεπτών. Είναι κυρίως
η δυνατότητα να
μετατρέψει την
τηλεργασία σε εργαλείο
επιμήκυνσης της
τουριστικής περιόδου,
ενίσχυσης της τοπικής
οικονομίας και
προσέλκυσης ανθρώπων
υψηλότερου εισοδήματος
που παραμένουν σε έναν
προορισμό για πολύ
περισσότερο από έναν
παραδοσιακό τουρίστα.
|