|
Ανάπτυξη 3,1% το 2026,
με τον πληθωρισμό να
παραμένει υψηλός
Οι τελευταίες προβλέψεις
του ΔΝΤ, όπως
παρουσιάζονται από την
BNP
Paribas,
τοποθετούν τον ρυθμό
ανάπτυξης της παγκόσμιας
οικονομίας στο 3,1% για
το 2026 και στο 3,4% για
το 2027. Οι εκτιμήσεις
παραμένουν αμετάβλητες
σε σχέση με εκείνες που
είχαν διατυπωθεί έναν
χρόνο νωρίτερα και τον
Απρίλιο.
Πίσω από τη σταθερότητα
των συνολικών
προβλέψεων, ωστόσο,
παρατηρούνται σημαντικές
διαφοροποιήσεις μεταξύ
χωρών και περιοχών. Οι
οικονομίες που
πλήττονται περισσότερο
από πολεμικές
συγκρούσεις, καθώς και
όσες εξαρτώνται σε
μεγάλο βαθμό από
εισαγωγές ενέργειας,
αντιμετωπίζουν
δυσκολότερες προοπτικές.
Αντίθετα, οι χώρες που
επωφελούνται από την
επέκταση των επενδύσεων
στην τεχνητή νοημοσύνη
εμφανίζουν βελτιωμένες
εκτιμήσεις για την
ανάπτυξη.
Η Ασία αναμένεται να
διατηρήσει
πρωταγωνιστικό ρόλο,
καθώς εκτιμάται ότι θα
συνεισφέρει το 68% της
παγκόσμιας οικονομικής
ανάπτυξης το 2026. Η
επίδοση αυτή αποκτά
ιδιαίτερη σημασία
δεδομένης της μεγάλης
εξάρτησης της περιοχής
από τις ενεργειακές
προμήθειες του Περσικού
Κόλπου.
Στις ανεπτυγμένες
οικονομίες, το ΔΝΤ
αναθεώρησε ανοδικά την
πρόβλεψη για την
ανάπτυξη του 2026 στο
2,1%, κατά 0,4
ποσοστιαίες μονάδες
υψηλότερα από την
προηγούμενη εκτίμηση,
κυρίως χάρη στη
βελτιωμένη προοπτική της
Γερμανίας. Για το 2027,
η πρόβλεψη διατηρείται
στο 1,8%.
Η εικόνα είναι λιγότερο
ευνοϊκή στο μέτωπο των
τιμών. Ο παγκόσμιος
γενικός πληθωρισμός
προβλέπεται να ανέλθει
στο 4,7% το 2026, υπό
την επίδραση κυρίως του
υψηλότερου κόστους
ενέργειας και τροφίμων,
προτού υποχωρήσει στο
4,1% το 2027.
Η τεχνητή νοημοσύνη
στηρίζει την ανάπτυξη,
αλλά αυξάνει τους
κινδύνους
Η τεχνητή νοημοσύνη
αποτέλεσε ένα από τα
βασικά θέματα των
συζητήσεων στην
Μπανγκόκ, με τους
συμμετέχοντες να
αναγνωρίζουν τις
δυνατότητές της να
μετασχηματίσει την
οικονομία και να
δημιουργήσει νέες
ευκαιρίες ανάπτυξης.
Σύμφωνα με την
BNP
Paribas,
οι επιδράσεις της είναι
ήδη ορατές σε πολλαπλά
επίπεδα. Οι επενδύσεις
σε υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης ενισχύουν τη
ζήτηση και το διεθνές
εμπόριο, ενώ η άνοδος
των χρηματιστηριακών
αποτιμήσεων δημιουργεί
θετικές επιδράσεις μέσω
της αύξησης του πλούτου.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη
αναπτυξιακή δυναμική
συνοδεύεται από
σημαντικές προκλήσεις. Η
χρηματοδότηση των
επενδύσεων απαιτεί
μεγάλα κεφάλαια και
αυξημένο δανεισμό, ενώ η
αυξανόμενη ζήτηση για
μικροτσίπ, ηλεκτρική
ενέργεια και νερό για τη
λειτουργία των κέντρων
δεδομένων ασκεί
πρόσθετες πιέσεις στο
κόστος και ενδέχεται να
συντηρήσει τις
πληθωριστικές πιέσεις
και τα επιτόκια σε υψηλά
επίπεδα.
Κεντρικό ερώτημα
παραμένει κατά πόσο τα
μελλοντικά κέρδη των
εταιρειών τεχνητής
νοημοσύνης θα
ανταποκριθούν στις
προσδοκίες που έχουν ήδη
ενσωματωθεί στις
αποτιμήσεις τους.
Εάν οι προσδοκίες
αποδειχθούν υπερβολικές
ή υποστούν σημαντική
αναθεώρηση προς τα κάτω,
οι συνέπειες θα
μπορούσαν να είναι
ευρύτερες από μια απλή
διόρθωση των
χρηματιστηριακών τιμών.
Μια απότομη υποχώρηση
των αποτιμήσεων θα
μπορούσε να προκαλέσει
περιορισμό της
χρηματοδότησης και
επιβράδυνση της
οικονομικής
δραστηριότητας,
ιδιαίτερα στις χώρες που
εξαρτώνται περισσότερο
από τις επενδύσεις στον
συγκεκριμένο κλάδο.
Παράλληλα, δεν έχουν
ακόμη αποσαφηνιστεί οι
μακροπρόθεσμες
επιπτώσεις της τεχνητής
νοημοσύνης στην
παραγωγικότητα, την
απασχόληση και τα
εισοδήματα από εργασία.
Παραμένει επίσης ανοιχτό
το ερώτημα εάν η
ευρύτερη εφαρμογή της θα
έχει τελικά πληθωριστική
ή αποπληθωριστική
επίδραση σε βάθος
πενταετίας ή δεκαετίας.
Η BNP
Paribas
διευκρινίζει ότι ένα
τέτοιο αρνητικό σενάριο
δεν αποτελεί τη βασική
της πρόβλεψη για το
επόμενο έτος. Το θεωρεί,
ωστόσο, έναν από τους
σημαντικότερους
κινδύνους για τις
προοπτικές της
παγκόσμιας οικονομίας.
Υψηλά επιτόκια και
δημόσιο χρέος
περιορίζουν τα περιθώρια
πολιτικής
Οι προκλήσεις δεν
περιορίζονται στην
τεχνολογία και την
ενέργεια. Η οικονομική
πολιτική βρίσκεται
επίσης αντιμέτωπη με
δύσκολες ισορροπίες,
καθώς η νομισματική
πολιτική έχει γίνει
αυστηρότερη σε αρκετές
χώρες και δεν
αποκλείονται νέες
αυξήσεις επιτοκίων σε
σημαντικές οικονομίες.
Η BNP
Paribas
εκτιμά ότι ενδέχεται να
χρειαστεί περαιτέρω
σύσφιγξη της
νομισματικής πολιτικής
σε ορισμένες αγορές,
χωρίς αυτό να σημαίνει
αυτομάτως ότι η ανάπτυξη
θα τεθεί σε άμεσο
κίνδυνο. Σε ό,τι αφορά
την Ευρωζώνη, οι
κεντρικοί τραπεζίτες
εμφανίστηκαν
προσηλωμένοι σε μια
μετριοπαθή προσέγγιση,
αξιολογώντας τις
οικονομικές εξελίξεις
χωρίς υπερβολικές
αντιδράσεις.
Αντίθετα, η
δημοσιονομική πολιτική
δεν έχει προσαρμοστεί
επαρκώς στις νέες
συνθήκες, μετά το τέλος
της περιόδου του φθηνού
δανεισμού. Το υψηλό
δημόσιο χρέος αυξάνει το
κόστος εξυπηρέτησης των
κρατικών υποχρεώσεων και
δεσμεύει ολοένα
μεγαλύτερο μέρος των
προϋπολογισμών για την
πληρωμή τόκων.
Παρά τις πιέσεις, λίγες
κυβερνήσεις έχουν
προχωρήσει σε ουσιαστική
δημοσιονομική εξυγίανση.
Το ΔΝΤ έθεσε ως
προτεραιότητα την άμεση
αντιμετώπιση του
προβλήματος, δίνοντας
ιδιαίτερη έμφαση στις
ΗΠΑ και τη Γαλλία.
Κατά την BNP
Paribas,
η δημοσιονομική
πειθαρχία θα μπορούσε να
λειτουργήσει
υποστηρικτικά προς τις
κεντρικές τράπεζες,
περιορίζοντας τις
πληθωριστικές πιέσεις
και μειώνοντας την
ανάγκη για ακόμη
υψηλότερα επιτόκια.
Περιορισμένη παραμένει,
παράλληλα, η πρόοδος
στην αντιμετώπιση των
παγκόσμιων οικονομικών
ανισορροπιών. Η
κατεύθυνση που
αναδεικνύεται είναι
σαφής: οι ΗΠΑ χρειάζεται
να ενισχύσουν την
αποταμίευσή τους, η Κίνα
να στηρίξει περισσότερο
την εγχώρια κατανάλωση
και η Ευρώπη να αυξήσει
τις επενδύσεις της.
Γαλλία: Επιστρέφουν οι
φόβοι για κρίση δημόσιου
χρέους
Η δημοσιονομική
κατάσταση της Γαλλίας
αποτέλεσε μία από τις
βασικότερες πηγές
ανησυχίας στις
συνεδριάσεις του ΔΝΤ. Ο
συνδυασμός υψηλού
δημόσιου χρέους,
ασθενούς ανάπτυξης,
πολιτικής αβεβαιότητας
και δυσκολιών στην
εφαρμογή μέτρων
εξυγίανσης επαναφέρει
συγκρίσεις με την κρίση
δημόσιου χρέους της
Ευρωζώνης την περίοδο
2010-2012.
Το γαλλικό δημόσιο χρέος
πλησιάζει το 120% του
ΑΕΠ, ενώ οι προεδρικές
εκλογές απέχουν περίπου
έξι μήνες. Το πολιτικό
περιβάλλον και οι
κοινωνικές αντιδράσεις
περιπλέκουν την
προσπάθεια περιορισμού
των ελλειμμάτων,
ενισχύοντας την
αβεβαιότητα για την
οικονομική πορεία της
χώρας.
Η εικόνα που παρουσίασαν
Γάλλοι και Ευρωπαίοι
αξιωματούχοι, καθώς και
εκπρόσωποι του ιδιωτικού
τομέα, ήταν πάντως
λιγότερο ανησυχητική.
Αναγνώρισαν ότι η
δημοσιονομική κατάσταση
είναι δύσκολη,
υποστηρίζοντας ωστόσο
ότι παραμένει
διαχειρίσιμη.
Σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις τους, το
προσχέδιο του
προϋπολογισμού προβλέπει
ουσιαστική δημοσιονομική
προσαρμογή και έχει
σημαντικές πιθανότητες
να εγκριθεί χωρίς να
αποδυναμωθεί κατά τη
διαδικασία.
Παράλληλα, η BNP
Paribas
καταγράφει την άποψη ότι
διαμορφώνεται ευρύτερη
πολιτική συναίνεση υπέρ
της επιστροφής στη
δημοσιονομική
υπευθυνότητα, από την
κεντροαριστερά έως την
άκρα δεξιά. Οι
συμμετέχοντες συνέδεσαν
αυτή την τάση και με
μεταβολές στην κοινή
γνώμη.
Η προεκλογική διαδικασία
βρίσκεται, ωστόσο, ακόμη
σε πρώιμο στάδιο, καθώς
οι υποψηφιότητες δεν
έχουν οριστικοποιηθεί
και η έκβαση των εκλογών
παραμένει ανοιχτή.
Ορισμένοι συμμετέχοντες
επισήμαναν επίσης ότι η
δημοσιονομική προσαρμογή
που απαιτείται δεν είναι
μεγαλύτερη από εκείνες
που επιχείρησε η Γαλλία
κατά τη δεκαετία του
2010 και τη δεκαετία του
1990.
Οι εκτιμήσεις αυτές δεν
στάθηκαν αρκετές για να
εξαλείψουν τις
ανησυχίες. Όπως
σημειώνει η BNP
Paribas,
οι περισσότεροι
συμμετέχοντες αποχώρησαν
από τις συζητήσεις χωρίς
να έχουν καθησυχαστεί
ουσιαστικά, αναμένοντας
μια δύσκολη περίοδο για
τη γαλλική οικονομία.
ΗΠΑ: Πολιτική
αβεβαιότητα και
περιορισμένες προσδοκίες
για δημοσιονομική
εξυγίανση
Ανησυχίες προκαλεί και η
δημοσιονομική πορεία των
ΗΠΑ. Συμμετέχοντες εκτός
κυβέρνησης εκτίμησαν ότι
αυξάνονται οι
πιθανότητες επικράτησης
των Δημοκρατικών στις
ενδιάμεσες εκλογές.
Ανεξάρτητα από το
εκλογικό αποτέλεσμα, οι
προσδοκίες για
ουσιαστική μείωση των
δημοσιονομικών
ελλειμμάτων παραμένουν
περιορισμένες. Η πορεία
του δημόσιου χρέους
εξακολουθεί να προκαλεί
προβληματισμό, ενώ δεν
αποκλείονται περίοδοι
αυξημένης μεταβλητότητας
στις χρηματοπιστωτικές
αγορές.
Πέρα από τα
δημοσιονομικά, οι
συμμετέχοντες από χώρες
εκτός ΗΠΑ εξέφρασαν
ανησυχίες για την
αυξανόμενη απρόβλεπτη
φύση της αμερικανικής
οικονομικής πολιτικής. Η
αβεβαιότητα αυτή
αποτελεί πρόσθετο
παράγοντα κινδύνου για
τη διεθνή οικονομία,
δεδομένου του βάρους των
ΗΠΑ στο παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Δασμοί,
tokenisation
και κλιματική αλλαγή
περνούν σε δεύτερο πλάνο
Η BNP
Paribas
επισημαίνει επίσης ότι η
ατζέντα των συζητήσεων
στην Μπανγκόκ
διαφοροποιήθηκε σε σχέση
με προηγούμενες
συνεδριάσεις του ΔΝΤ.
Οι δασμοί δεν αποτέλεσαν
αντικείμενο συζήτησης
ούτε συμπεριλήφθηκαν
στην επίσημη ατζέντα. Η
χρηματοδότηση μέσω
tokenisation
εξακολούθησε να
απασχολεί τους
συμμετέχοντες, αλλά με
μικρότερη ένταση, καθώς
η συζήτηση μετατοπίστηκε
από τις βασικές έννοιες
και τις δυνητικές
εφαρμογές στα τεχνικά
ζητήματα υλοποίησης.
Η κλιματική αλλαγή και
οι οικονομίες χαμηλού
εισοδήματος παρέμειναν
επίσης στην ατζέντα,
χωρίς όμως να έχουν την
ίδια βαρύτητα που είχαν
σε προηγούμενες
συναντήσεις.
Το συνολικό μήνυμα της
BNP
Paribas
είναι ότι η παγκόσμια
οικονομία συνεχίζει να
αναπτύσσεται, αλλά η
σημερινή ανθεκτικότητα
δεν πρέπει να
εκλαμβάνεται ως εγγύηση
για το μέλλον. Η
ενεργειακή αβεβαιότητα,
τα υψηλά επιτόκια, το
δημόσιο χρέος και οι
κίνδυνοι που συνδέονται
με τις επενδύσεις στην
τεχνητή νοημοσύνη
διαμορφώνουν ένα
περιβάλλον στο οποίο η
διατήρηση της ανάπτυξης
απαιτεί ολοένα
μεγαλύτερη προσοχή.
|