|
Η αγορά απομακρύνεται
από τη μόχλευση, αλλά
όχι από το ρίσκο
Ο αναλυτής αναγνωρίζει
ότι οι αυστηρότερες
χρηματοοικονομικές
συνθήκες περιορίζουν τη
χρήση μόχλευσης και
έχουν ήδη οδηγήσει σε
σημαντική αποσυμπίεση σε
ορισμένα υπερτιμημένα
τμήματα της αγοράς.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
κορεατική τεχνολογία
μικρής κεφαλαιοποίησης,
η οποία έχει υποχωρήσει
περίπου 36% τις
τελευταίες οκτώ
εβδομάδες.
Ωστόσο, ο
Hartnett
θεωρεί ότι η κίνηση αυτή
δεν αποτελεί εγκατάλειψη
του ρίσκου, αλλά
περισσότερο
αναδιάρθρωση
χαρτοφυλακίων και
μετακίνηση κεφαλαίων.
Το σενάριο «χωρίς
συναίνεση» κρατά τους
επενδυτές αισιόδοξους
Σύμφωνα με τον
Hartnett,
το πρώτο εξάμηνο του
έτους χαρακτηρίστηκε από
ένα περιβάλλον όπου οι
απαισιόδοξοι επενδυτές
δεν κατάφεραν να
επικρατήσουν, καθώς
κυριάρχησε αυτό που
αποκαλεί «no
consensus».
Το σενάριο αυτό
περιλαμβάνει την απουσία
πολλών φόβων που είχαν
προεξοφληθεί:
όχι ύφεση («no
landing»),
όχι νέες αυξήσεις
επιτοκίων από τη
Fed,
όχι περικοπές στις
επενδύσεις τεχνητής
νοημοσύνης,
όχι σαρωτική νίκη των
Δημοκρατικών στις
ενδιάμεσες εκλογές.
«Δεν μπορείς να
αγοράσεις ομόλογα, δεν
μπορείς να πουλήσεις
μετοχές», έγραψε
χαρακτηριστικά,
περιγράφοντας τη
συνεχιζόμενη προτίμηση
των επενδυτών για
assets
εκτός των κρατικών
ομολόγων.
Ανησυχίες από τον
συνδυασμό πληθωρισμού
και ανεργίας
Ο Hartnett
στάθηκε επίσης στη
σύγκλιση δύο σημαντικών
μακροοικονομικών μεγεθών
στις ΗΠΑ: του
πληθωρισμού CPI
στο 4,2%
και της ανεργίας επίσης
στο 4,2%.
Ο συνδυασμός αυτός είναι
ιστορικά σπάνιος και,
σύμφωνα με τον αναλυτή,
έχει εμφανιστεί κυρίως
σε περιόδους που
προηγήθηκαν κύκλων
αυστηροποίησης της
νομισματικής πολιτικής
από τη Fed.
Το στοιχείο αυτό
αποτελεί έναν από τους
βασικούς κινδύνους για
τις αγορές, καθώς μια
νέα επιτάχυνση του
πληθωρισμού θα μπορούσε
να περιορίσει τα
περιθώρια χαλάρωσης της
αμερικανικής κεντρικής
τράπεζας.
Οι εκλογές του 2026 ως ο
σημαντικότερος καταλύτης
Ο στρατηγικός αναλυτής
επανέφερε επίσης το
μοντέλο του που
βασίζεται στον προεδρικό
κύκλο των ΗΠΑ.
Όπως σημειώνει, η
δεύτερη θητεία του
Ντόναλντ Τραμπ
εξελίσσεται ώστε να
αποτελέσει μόλις την
τέταρτη
κυβέρνηση από το 1873
που καταγράφει τέσσερα
συνεχόμενα χρόνια ανόδου
των μετοχών.
Για τον λόγο αυτό,
θεωρεί τις ενδιάμεσες
εκλογές των ΗΠΑ ως το
«πιο δυαδικό γεγονός για
τη Wall
Street»
στο δεύτερο εξάμηνο,
καθώς το αποτέλεσμα θα
μπορούσε να επηρεάσει
σημαντικά τις προσδοκίες
για δημοσιονομική
πολιτική, ρυθμίσεις και
επιχειρηματικό
περιβάλλον.
Ισχυρές εισροές
κεφαλαίων στις αγορές
Οι τελευταίες ροές
κεφαλαίων δείχνουν ότι
οι επενδυτές
εξακολουθούν να
τοποθετούνται επιθετικά:
56,4 δισ. δολάρια
εισέρρευσαν σε μετοχές
την τελευταία εβδομάδα,
η τέταρτη μεγαλύτερη
εισροή της χρονιάς.
39,5 δισ. δολάρια
κατευθύνθηκαν σε
μετρητά, ανεβάζοντας τα
assets
των money
market
funds
σε ιστορικό υψηλό
7,9 τρισ.
δολάρια.
31,3 δισ. δολάρια
τοποθετήθηκαν σε
ομόλογα.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η
ζήτηση για τον
τεχνολογικό κλάδο, με
εισροές 18,8
δισ. δολαρίων,
οδηγώντας τον κλάδο σε
τροχιά για ετήσιο ρεκόρ
εισροών περίπου
183 δισ. δολαρίων το
2026.
Παράλληλα, οι κινεζικές
μετοχές προσέλκυσαν
9 δισ. δολάρια,
τη μεγαλύτερη
εβδομαδιαία εισροή από
τον Δεκέμβριο.
Υπερβολική αισιοδοξία;
Παρά το θετικό κλίμα,
υπάρχει και ένας
σημαντικός παράγοντας
κινδύνου: ο δείκτης
BofA
Bull
& Bear
Indicator
παρέμεινε στο
9,5, επίπεδο
που η Bank
of
America
θεωρεί ακραία ανοδικό
και αποτελεί ιστορικά
ένδειξη «σήματος
πώλησης».
Με άλλα λόγια, ο
Hartnett
εκτιμά ότι οι αγορές
εξακολουθούν να έχουν
στήριξη από τις ροές και
τα θεμελιώδη μεγέθη,
αλλά η υψηλή αισιοδοξία
σημαίνει ότι η αγορά
έχει περιορισμένο
περιθώριο απογοήτευσης.
Το βασικό μήνυμα της
Bank
of
America
είναι ότι οι επενδυτές
παραμένουν διατεθειμένοι
να αγοράζουν τις
διορθώσεις, όμως η
διατήρηση των τεχνικών
στηρίξεων και η πορεία
του πληθωρισμού θα
καθορίσουν εάν αυτή η
στρατηγική θα συνεχίσει
να λειτουργεί.
|