|
Το ενδιαφέρον στοιχείο
είναι ότι η
ανθεκτικότητα αυτή
εμφανίζεται σε μια
περίοδο κατά την οποία
οι συνθήκες
χρηματοδότησης έχουν
γίνει σαφώς πιο αυστηρές
και οι αποδόσεις των
ομολόγων έχουν αυξηθεί
σημαντικά.
ΗΠΑ: Η μεγάλη μηχανή της
παγκόσμιας ανάπτυξης
Στο επίκεντρο της
ανάλυσης βρίσκεται η
αμερικανική οικονομία.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να
αναπτύσσονται με ισχυρό
ρυθμό, στηριζόμενες
κυρίως στην ανθεκτική
καταναλωτική δαπάνη των
νοικοκυριών. Ως
αποτέλεσμα, παραμένουν ο
βασικός κινητήρας της
παγκόσμιας οικονομίας.
Ένας από τους
σημαντικότερους
παράγοντες είναι η
σύνθεση της αμερικανικής
οικονομίας. Οι υπηρεσίες
αντιπροσωπεύουν περίπου
70% της
οικονομικής
δραστηριότητας
και εμφανίζουν μικρότερη
ευαισθησία στις
μεταβολές των επιτοκίων
σε σχέση με κλάδους όπως
η κατοικία και οι
επενδύσεις.
Έτσι, οι καταναλωτές δεν
σταματούν εύκολα να
δαπανούν για υπηρεσίες
επειδή αυξάνεται το
κόστος δανεισμού. Από το
κούρεμα μέχρι τη
φροντίδα παιδιών, μεγάλο
μέρος αυτών των δαπανών
συνεχίζεται.
Η συμπεριφορά των
καταναλωτών αλλάζει
περισσότερο όταν
υποχωρούν έντονα οι
τιμές των
χρηματοοικονομικών
περιουσιακών στοιχείων ή
όταν αυξάνεται η
ανεργία.
Η τεχνητή νοημοσύνη
αλλάζει τη σχέση
επιτοκίων και ανάπτυξης
Στην εξίσωση έχει πλέον
προστεθεί ένας
παράγοντας που δεν
υπήρχε με την ίδια
ένταση στους
προηγούμενους κύκλους:
οι τεράστιες επενδύσεις
στην τεχνητή
νοημοσύνη.
Οι κεφαλαιουχικές
δαπάνες για υποδομές
AI
συνεχίζουν να
επιταχύνονται, παρά τις
κατά διαστήματα
ανησυχίες για το κατά
πόσο η επενδυτική έκρηξη
μπορεί να διατηρηθεί.
Για τη Barclays,
όμως, η ζήτηση είναι
πραγματική και
αυξανόμενη. Η ανάγκη για
υπολογιστική ισχύ απέχει
ακόμη από το σημείο
κορεσμού και αποτελεί
πλέον σημαντικό μοχλό
επενδύσεων.
Η ανθεκτικότητα των
εταιρικών κερδών στις
ΗΠΑ αποτυπώνει αυτή τη
δυναμική. Η αύξηση των
κερδών κατά περίπου
30% στο τρίμηνο
δεν προήλθε αποκλειστικά
από τις τεχνολογικές
εταιρείες. Συνολικά,
8 από τους 10
κλάδους του
S&P
500
εμφάνισαν αύξηση κερδών.
Αυτό έχει σημασία, καθώς
δείχνει ότι η ανάπτυξη
δεν στηρίζεται μόνο στην
εκρηκτική επενδυτική
δραστηριότητα γύρω από
την AI.
Γιατί τα υψηλά επιτόκια
δεν «φρενάρουν» την
οικονομία
Η βασική παρατήρηση της
Barclays
είναι ότι η μετάδοση της
νομισματικής πολιτικής
στην πραγματική
οικονομία εμφανίζεται
σήμερα ασθενέστερη σε
σχέση με προηγούμενους
κύκλους.
Τα υψηλότερα επιτόκια
αυξάνουν το κόστος
χρηματοδότησης, αλλά δεν
επηρεάζουν στον ίδιο
βαθμό όλες τις
οικονομικές
δραστηριότητες.
Οι υπηρεσίες αποτελούν
το χαρακτηριστικότερο
παράδειγμα, ενώ οι
επενδύσεις στην τεχνητή
νοημοσύνη αποτελούν μια
ακόμη σημαντική
εξαίρεση.
Οι μεγάλοι τεχνολογικοί
όμιλοι δεν φαίνεται να
περιορίζουν τις
επενδύσεις τους στην
AI
επειδή το κόστος
κεφαλαίου είναι
υψηλότερο. Ο βασικός
περιορισμός είναι
περισσότερο η
διαθεσιμότητα
υπολογιστικής ισχύος
παρά το κόστος
χρηματοδότησης.
Αυτό, σύμφωνα με τους
στρατηγικούς αναλυτές
της Barclays,
εξηγεί σε μεγάλο βαθμό
γιατί η άνοδος των
επιτοκίων ήταν μέχρι
σήμερα λιγότερο
αποτελεσματική στην
επιβράδυνση της
οικονομίας.
Η Κίνα δυσκολεύεται, η
Ευρώπη αντέχει
Η εικόνα δεν είναι
ομοιόμορφη σε όλες τις
μεγάλες οικονομίες.
Η Κίνα
εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει
προβλήματα, με την
αδυναμία στην αγορά
κατοικίας να επηρεάζει
την κατανάλωση. Οι
εξαγωγές, ωστόσο,
εξακολουθούν να
στηρίζουν την οικονομική
δραστηριότητα.
Η ευρωζώνη,
από την άλλη, εμφανίζει
μεγαλύτερη ανθεκτικότητα
από ό,τι θα περίμενε
κανείς. Το ΑΕΠ του
δεύτερου τριμήνου
αυξήθηκε με τον ταχύτερο
ρυθμό των τελευταίων
τεσσάρων ετών.
Παρά τη βελτίωση, όμως,
η Ευρώπη παραμένει
οικονομία χαμηλής
ανάπτυξης, με ρυθμό γύρω
στο 1%,
ενώ βρίσκεται αντιμέτωπη
με σημαντικές
δημοσιονομικές ανάγκες.
Τα επιτόκια εξακολουθούν
να έχουν σημασία
Η Barclays
δεν υποστηρίζει ότι τα
επιτόκια έχουν πάψει να
επηρεάζουν την
οικονομία.
Η επίδρασή τους, όμως,
μπορεί να εκδηλωθεί με
καθυστέρηση.
Οι παράγοντες που σήμερα
περιορίζουν τη μετάδοση
της νομισματικής
πολιτικής είναι πιθανό
να εξασθενήσουν με την
πάροδο του χρόνου. Εάν
τα επιτόκια παραμείνουν
αρκετά υψηλά ώστε να
προκαλέσουν σημαντική
διόρθωση στις
χρηματιστηριακές αγορές,
τότε η επίδραση στην
κατανάλωση υπηρεσιών θα
μπορούσε να γίνει πολύ
πιο έντονη.
Παράλληλα, η άνοδος των
στεγαστικών επιτοκίων
αποτελεί ήδη ένα
σημαντικό κανάλι
μετάδοσης.
Στις ΗΠΑ, το επιτόκιο
για 30ετές
στεγαστικό δάνειο
σταθερού επιτοκίου
έχει αυξηθεί κατά
περισσότερες από 100
μονάδες βάσης από την
έναρξη του πολέμου και
έφτασε αυτή την εβδομάδα
στο 7,28%,
το υψηλότερο επίπεδο
σχεδόν τριών ετών.
Το νέο πρόβλημα είναι τα
ομόλογα
Εδώ βρίσκεται ίσως η
σημαντικότερη
προειδοποίηση της
Barclays.
Η άνοδος των
μακροπρόθεσμων επιτοκίων
δεν αποτελεί μόνο
αποτέλεσμα της
νομισματικής πολιτικής.
Οι αυξανόμενες
δημοσιονομικές ανάγκες
και οι ανησυχίες για τη
διόγκωση του δημόσιου
χρέους πιέζουν επίσης
τις αποδόσεις των
κρατικών ομολόγων.
Ταυτόχρονα, η ισχυρή
άνοδος της
παραγωγικότητας στις
ΗΠΑ, με καταλύτη τις
επενδύσεις στην τεχνητή
νοημοσύνη, μπορεί να
οδηγήσει σε
υψηλότερες
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
των κρατικών ομολόγων.
Με άλλα λόγια, η ισχυρή
ανάπτυξη μπορεί να γίνει
παράγοντας που κρατά
ψηλά τις αποδόσεις,
ακόμη και όταν οι
κεντρικές τράπεζες
αρχίζουν να χαλαρώνουν
τη νομισματική πολιτική.
Πίεση και στην Ευρώπη
Η εξέλιξη αυτή είναι
ιδιαίτερα σημαντική για
την Ευρώπη.
Η άνοδος των αποδόσεων
των κρατικών ομολόγων
της ευρωζώνης
μεταφέρεται σταδιακά στο
κόστος χρηματοδότησης
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων, πιέζοντας
και τα στεγαστικά
επιτόκια.
Την ίδια στιγμή, οι
δημοσιονομικές ανάγκες
των ευρωπαϊκών κρατών
παραμένουν αυξημένες.
Η Barclays
επισημαίνει ότι οι
πιέσεις μπορεί να
ενταθούν περαιτέρω εάν
οι πολιτικές εξελίξεις
οδηγήσουν σε κυβερνήσεις
με λιγότερο αυστηρή
δημοσιονομική στάση και
μεγαλύτερη διάθεση για
κρατικές δαπάνες.
Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται
μπροστά σε ένα δύσκολο
μείγμα: χαμηλή ανάπτυξη,
αυξημένες επενδυτικές
ανάγκες, υψηλές
δημοσιονομικές
απαιτήσεις και
ακριβότερη
χρηματοδότηση.
Η παγκόσμια οικονομία
αντέχει, αλλά το κόστος
αυξάνεται
Η εικόνα που προκύπτει
από την ανάλυση της
Barclays
είναι ότι η παγκόσμια
οικονομία δεν έχει μέχρι
στιγμής λυγίσει κάτω από
το βάρος των υψηλότερων
επιτοκίων.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να
λειτουργούν ως βασικός
κινητήρας, η τεχνητή
νοημοσύνη δημιουργεί
έναν νέο επενδυτικό
κύκλο και η ισχυρή αγορά
εργασίας και κατανάλωση
περιορίζουν τις
επιπτώσεις της
νομισματικής σύσφιξης.
Όμως το περιβάλλον
γίνεται σταδιακά πιο
απαιτητικό.
Το πετρέλαιο πάνω από τα
100 δολάρια,
οι γεωπολιτικές
εντάσεις, οι υψηλές
αποδόσεις των ομολόγων
και οι αυξανόμενες
δημοσιονομικές ανάγκες
δημιουργούν ένα νέο
σύνολο κινδύνων.
Και το βασικό ερώτημα
για τις αγορές δεν είναι
πλέον μόνο εάν τα υψηλά
επιτόκια θα οδηγήσουν
τελικά σε επιβράδυνση.
Είναι πόσο θα
διαρκέσει η
ανθεκτικότητα της
οικονομίας και ποιο θα
είναι το κόστος χρήματος
σε έναν κόσμο όπου η
ισχυρή ανάπτυξη, η
AI
και οι τεράστιες
κρατικές ανάγκες
χρηματοδότησης διατηρούν
τις μακροπρόθεσμες
αποδόσεις των ομολόγων
σε υψηλά επίπεδα.
|