|
Οι αναλυτές της
Barclays
εκτιμούν ότι οι ετήσιες
επενδύσεις στον κλάδο θα
αυξάνονται με ρυθμό άνω
του 5%, φτάνοντας σε
επίπεδα που θα είναι
πάνω από τριπλάσια σε
σχέση με τα κεφάλαια που
απαιτούνται για την
ανάπτυξη των υποδομών
AI.
Η βασική διαπίστωση
είναι ότι η ενεργειακή
μετάβαση δεν σημαίνει
απαραίτητα άμεση
αντικατάσταση των
ορυκτών καυσίμων από τις
ΑΠΕ.
Αντίθετα, η παγκόσμια
οικονομία φαίνεται να
εισέρχεται σε μια
περίοδο «energy
addition»,
δηλαδή προσθήκης νέων
πηγών ενέργειας. Η
ζήτηση για συμβατικές
μορφές ενέργειας και για
καθαρότερες τεχνολογίες
αυξάνεται ταυτόχρονα,
δημιουργώντας ανάγκες
για νέες παραγωγικές
μονάδες και, κυρίως, για
τεράστιες επενδύσεις στα
δίκτυα.
Η Barclays
προβλέπει ότι η
παγκόσμια ενεργειακή
ζήτηση θα αυξάνεται με
μέσο ετήσιο ρυθμό 1,9%
από το 2025 έως το 2050.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή
την εξέλιξη θα
διαδραματίσουν τα
data
centers.
Μόνο αυτά θα μπορούσαν
να προσθέσουν έως το
2040 περίπου 32
τετρακις. BTU
ενεργειακής ζήτησης,
ποσότητα που αντιστοιχεί
σε περισσότερα από 600
GW
ισχύος και προσεγγίζει
τη συνολική ενεργειακή
κατανάλωση της Ρωσίας το
2025.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει
ήδη αρχίσει να πιέζει
σημαντικά τα ηλεκτρικά
συστήματα. Η παγκόσμια
κατανάλωση ηλεκτρικής
ενέργειας των
data
centers
εκτιμάται ότι θα φτάσει
τις 565 TWh
το 2026, αυξημένη κατά
26% σε σχέση με το 2025,
ενώ η ζήτηση ισχύος θα
μπορούσε να αγγίξει τα
290 GW
έως το 2030.
Το πρόβλημα είναι ότι η
προσφορά και οι υποδομές
δεν έχουν προλάβει να
ακολουθήσουν. Χρόνια
χαμηλών επενδύσεων έχουν
δημιουργήσει σημαντικά
bottlenecks.
Οι παγκόσμιες επενδύσεις
στην upstream
παραγωγή πετρελαίου και
φυσικού αερίου
παραμένουν περίπου 45%
χαμηλότερα από τα
ιστορικά υψηλά τους, ενώ
περισσότερα από 2.500
GW
έργων ανανεώσιμων πηγών,
αποθήκευσης ενέργειας
και μεγάλων καταναλωτών
ηλεκτρικής ενέργειας
περιμένουν σήμερα
σύνδεση στα δίκτυα.
Έτσι, το μεγαλύτερο
πρόβλημα ενδέχεται να
μην είναι η ίδια η
παραγωγή ενέργειας αλλά
η δυνατότητα μεταφοράς
και διανομής της. Δίκτυα
ηλεκτρικής ενέργειας,
μετασχηματιστές,
υποσταθμοί και γραμμές
μεταφοράς αναδεικνύονται
σε κρίσιμους
περιορισμούς τόσο για
την επέκταση της
AI
όσο και για τον ευρύτερο
εξηλεκτρισμό της
οικονομίας.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η
Barclays
βλέπει επενδυτικές
ευκαιρίες σε ολόκληρη
την ενεργειακή αλυσίδα:
παραγωγούς πετρελαίου
και φυσικού αερίου,
εταιρείες
oilfield
services,
LNG,
αγωγούς,
utilities
αλλά και εταιρείες
καθαρής ενέργειας και
ηλεκτροδότησης.
Ιδιαίτερα ευνοημένες
θεωρούνται οι
επιχειρήσεις με ισχυρούς
ισολογισμούς, στρατηγικά
assets
και εύκολη πρόσβαση σε
κεφάλαια.
Ενδεικτικό της
αισιοδοξίας του οίκου
είναι ότι στις
προτιμώμενες ενεργειακές
μετοχές του, οι
εκτιμήσεις για τα κέρδη
του 2028 είναι κατά μέσο
όρο 11% υψηλότερες από
τις αντίστοιχες
προβλέψεις της αγοράς.
Παράλληλα, οι
τιμές-στόχοι υποδηλώνουν
μέσο περιθώριο ανόδου
περίπου 30%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει ο κλάδος των
εταιρειών παροχής
υπηρεσιών προς τις
πετρελαϊκές, τόσο στην
Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ,
καθώς η Barclays
εκτιμά ότι εκεί υπάρχουν
από τα μεγαλύτερα
περιθώρια για ανοδικές
αναθεωρήσεις των
εκτιμήσεων κερδοφορίας.
Το βασικό μήνυμα της
Barclays
είναι ότι η ενεργειακή
μετάβαση και η έκρηξη
της τεχνητής νοημοσύνης
δεν δημιουργούν μόνο
ζήτηση για νέες
τεχνολογίες. Δημιουργούν
μια τεράστια ανάγκη για
παραγωγή ενέργειας,
δίκτυα και υποδομές. Και
αυτή η ανάγκη μπορεί να
μετατρέψει τον
ενεργειακό κλάδο σε έναν
από τους σημαντικότερους
επενδυτικούς
«πρωταγωνιστές» της
επόμενης δεκαετίας.
|