|
Οι ανησυχίες εντείνονται
καθώς οι μεγάλες
ανεπτυγμένες οικονομίες
χρειάζονται ολοένα
περισσότερα κεφάλαια για
να καλύψουν τις
χρηματοδοτικές τους
ανάγκες, ενώ οι
αποδόσεις των κρατικών
ομολόγων αυξάνουν το
κόστος νέου δανεισμού
και αναχρηματοδότησης
παλαιότερων υποχρεώσεων.
Για τις χώρες με υψηλό
χρέος και περιορισμένα
δημοσιονομικά περιθώρια,
αυτή η εξέλιξη μπορεί να
δημιουργήσει έναν
δύσκολο κύκλο:
μεγαλύτερες δαπάνες για
τόκους, λιγότεροι
διαθέσιμοι πόροι για
άλλες ανάγκες και
αυξανόμενη πίεση για τη
λήψη πολιτικά και
κοινωνικά δύσκολων
μέτρων.
Το
ελληνικό παράδειγμα και
η στιγμή της
δημοσιονομικής
αναμέτρησης
Ο Jon
Gray
υποστήριξε ότι οι
κυβερνήσεις συχνά
καθυστερούν να
αντιμετωπίσουν τις
δημοσιονομικές
ανισορροπίες, μέχρι τη
στιγμή που οι αγορές τις
αναγκάζουν να κινηθούν
υπό πίεση. Ως
χαρακτηριστικό
προηγούμενο αναφέρθηκε
στην ελληνική κρίση
δημόσιου χρέους και στην
αναδιάρθρωση του
ελληνικού χρέους πριν
από περισσότερο από μία
δεκαετία.
Κατά την εκτίμησή του,
οι αγορές αρχίζουν να
αμφισβητούν τη
βιωσιμότητα των δημόσιων
οικονομικών όταν
διαπιστώνουν ότι τα
ελλείμματα μιας χώρας
είναι υπερβολικά μεγάλα
σε σχέση με τον ρυθμό
ανάπτυξης και τις
δυνατότητες της
οικονομίας της.
Ο πρόεδρος της
Blackstone
περιέγραψε την τρέχουσα
συγκυρία ως μια περίοδο
κατά την οποία οι
κυβερνήσεις καλούνται να
αναμετρηθούν με τις
πραγματικές
δημοσιονομικές τους
δυνατότητες. Ιδιαίτερη
σημασία απέδωσε στις
χώρες όπου το δημόσιο
χρέος υπερβαίνει το
ετήσιο ΑΕΠ, καθώς η
εξυπηρέτηση των
υποχρεώσεων μπορεί να
απορροφά ολοένα
μεγαλύτερο μέρος των
κρατικών εσόδων.
Η υψηλή επιβάρυνση από
τόκους περιορίζει τα
περιθώρια χρηματοδότησης
άλλων πολιτικών και
εντείνει τις πιέσεις για
επιλογές που αφορούν
τόσο τη φορολογία όσο
και τις κοινωνικές
δαπάνες. Οι συνέπειες
δεν περιορίζονται στους
κρατικούς
προϋπολογισμούς, αλλά
μπορούν να επηρεάσουν
την καθημερινότητα των
πολιτών, ιδίως σε τομείς
όπως η στέγαση και το
κόστος διαβίωσης.
Για τις ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις, το
ζητούμενο είναι επομένως
διπλό: να συγκρατήσουν
τις δημοσιονομικές
ανισορροπίες και
ταυτόχρονα να ενισχύσουν
την οικονομική ανάπτυξη,
χωρίς να επιβαρύνουν
υπερβολικά την
οικονομική
δραστηριότητα.
Γιατί οι ΗΠΑ διαθέτουν
μεγαλύτερα περιθώρια
χρόνου
Παρά το υψηλό
αμερικανικό δημόσιο
χρέος και τις
αυξανόμενες
χρηματοδοτικές ανάγκες
της ομοσπονδιακής
κυβέρνησης, ο
Gray
εκτιμά ότι οι Ηνωμένες
Πολιτείες έχουν προς το
παρόν ένα σημαντικό
πλεονέκτημα έναντι της
Ευρώπης: την ισχυρότερη
αναπτυξιακή δυναμική που
συνδέεται με τις
επενδύσεις στην
τεχνολογία και την
τεχνητή νοημοσύνη.
Οι μεγάλες δαπάνες για
υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης, υπολογιστική
ισχύ και κέντρα
δεδομένων προσελκύουν
σημαντικά κεφάλαια και
δημιουργούν νέες
επιχειρηματικές
δραστηριότητες. Εφόσον
αυτή η επενδυτική έκρηξη
μεταφραστεί σε
διατηρήσιμη αύξηση της
παραγωγικότητας και του
ΑΕΠ, θα μπορούσε να
προσφέρει στην
αμερικανική οικονομία
μεγαλύτερη δυνατότητα
απορρόφησης των
δημοσιονομικών πιέσεων.
Ο Gray
δεν υποβάθμισε το
πρόβλημα του
αμερικανικού χρέους. Η
εκτίμησή του είναι ότι
οι υψηλότεροι ρυθμοί
ανάπτυξης προσφέρουν
στην Ουάσιγκτον
περισσότερο χρόνο για να
αντιμετωπίσει τις
δημοσιονομικές
ανισορροπίες, σε
σύγκριση με οικονομίες
όπου η ανάπτυξη
παραμένει ασθενέστερη.
Η διαφορά αυτή είναι
κρίσιμη για τη δυναμική
του δημόσιου χρέους.
Όταν το ονομαστικό ΑΕΠ
αυξάνεται με
ικανοποιητικό ρυθμό, το
υφιστάμενο χρέος μπορεί
να σταθεροποιηθεί
ευκολότερα ως ποσοστό
της οικονομίας, υπό την
προϋπόθεση ότι δεν
διευρύνονται υπερβολικά
τα ελλείμματα και ότι το
κόστος δανεισμού
παραμένει διαχειρίσιμο.
Αντίθετα, η χαμηλή
ανάπτυξη καθιστά
δυσκολότερη τη
δημοσιονομική προσαρμογή
και μπορεί να εντείνει
την ευαισθησία των
αγορών σε κάθε νέα
αύξηση των δανειακών
αναγκών.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως
ευκαιρία αλλά και ως
μεγάλη ανατροπή
Πέρα από τη
δημοσιονομική διάσταση,
ο πρόεδρος της
Blackstone
χαρακτήρισε την
τεχνολογία ως μία από
τις σημαντικότερες
δυνητικές απειλές για
τον τρόπο με τον οποίο
λειτουργούν σήμερα οι
οικονομίες και οι
κοινωνίες.
Η τεχνητή νοημοσύνη και
οι τεχνολογικές αλλαγές
που τη συνοδεύουν
μπορούν να μεταβάλουν
ριζικά την παραγωγή, την
απασχόληση και την
κατανομή των επενδύσεων.
Παράλληλα, δημιουργούν
νέα ερωτήματα για τον
τρόπο με τον οποίο οι
κυβερνήσεις θα
διαχειριστούν τις
οικονομικές και
κοινωνικές επιπτώσεις
αυτής της μετάβασης.
Ο Gray
εκτίμησε ότι οι
τεχνολογικές ανατροπές
ενδέχεται να έχουν, σε
μακροπρόθεσμο ορίζοντα,
ακόμη μεγαλύτερη σημασία
από τις σημερινές
γεωπολιτικές εντάσεις. Η
επισήμανση αυτή
αναδεικνύει τη διπλή όψη
της τεχνητής νοημοσύνης:
από τη μία πλευρά, οι
επενδύσεις μπορούν να
ενισχύσουν την ανάπτυξη
και να διευρύνουν τα
οικονομικά περιθώρια των
ΗΠΑ· από την άλλη, η
ταχύτητα των αλλαγών
μπορεί να δημιουργήσει
νέες προκλήσεις για τις
κυβερνήσεις και τις
κοινωνίες.
Το βασικό συμπέρασμα από
τις προειδοποιήσεις του
επικεφαλής της
Blackstone
είναι ότι η βιωσιμότητα
του δημόσιου χρέους δεν
εξαρτάται μόνο από το
ύψος των υποχρεώσεων
κάθε χώρας, αλλά και από
την ικανότητά της να
αναπτύσσεται και να
παράγει επαρκή έσοδα για
την εξυπηρέτησή τους.
Για την Ευρώπη, ο
συνδυασμός ασθενέστερης
ανάπτυξης, υψηλών
δημοσιονομικών
ελλειμμάτων και
αυξημένου κόστους
δανεισμού αποτελεί μια
δύσκολη εξίσωση. Για τις
ΗΠΑ, η τεχνολογική
άνθηση προσφέρει ένα
πρόσθετο περιθώριο,
χωρίς όμως να εξαλείφει
την ανάγκη
δημοσιονομικών
αποφάσεων. Το ερώτημα
είναι αν οι κυβερνήσεις
θα αξιοποιήσουν τον
διαθέσιμο χρόνο για να
περιορίσουν τις
ανισορροπίες πριν οι
αγορές επιβάλουν μια πιο
απότομη προσαρμογή.
|